Τραγική κατάληξη είχε καβγάς σε σούπερ μάρκετ στη Βιρτζίνια των ΗΠΑ, καθώς ένας 77χρονος πελάτης έχασε τη ζωή του έπειτα από επίθεση που δέχθηκε από τους γονείς μιας 17χρονης υπαλλήλου. Προηγήθηκε έντονος διαπληκτισμός του ηλικιωμένου με την έφηβη, την οποία κατηγόρησε ότι παραλίγο να χτυπήσει τη σύζυγό του με καρότσι.
Πιο συγκεκριμένα, ο Μπερτ Ατιένζα υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι κατά την διάρκεια περιστατικού που σημειώθηκε στις 8 Ιουνίου σε κατάστημα Walmart στο Νόρφολκ. Παρά το γεγονός ότι αρχικά είχε τις αισθήσεις του, η κατάστασή του επιδεινώθηκε και τελικά κατέληξε στο νοσοκομείο την επόμενη ημέρα. Οι αρμόδιες ιατρικές αρχές απέδωσαν τον θάνατό του σε ανθρωποκτονία.
Η σύζυγός του, Ζόζεφιν, περιέγραψε στην New York Post τις τελευταίες στιγμές του συζύγου της: «Ο σύζυγός μου μπορούσε ακόμα να μιλήσει, είπε: “βοήθησέ με, σήκω”, αλλά του είπα: “Όχι, αιμορραγείς. Το στόμα σου αιμορραγεί. Έρχεται το ασθενοφόρο”. Τον κοίταξα ξανά. Είχε χάσει πλέον τις αισθήσεις του».
Το ηλικιωμένο ζευγάρι είχε πάει για ψώνια μετά την πρωινή λειτουργία στην εκκλησία. Οι δυο τους ήταν παντρεμένοι επί 42 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο κατάστημα, η 17χρονη εργαζόμενη πέρασε με καρότσι από τον διάδρομο όπου βρίσκονταν και σύμφωνα με την καταγγελία, παραλίγο να χτυπήσει τη Ζόζεφιν.
Ο Μπερτ αντέδρασε, ζητώντας εξηγήσεις από την υπάλληλο. «Είπε “παραλίγο να χτυπήσεις τη γυναίκα μου με το βαρύ καροτσάκι σου και δεν της είπες ούτε ένα συγγνώμη”. Αν δει κάτι που δεν του αρέσει, θα στο πει χωρίς περιστροφές. Έτσι είναι τα πράγματα. Δεν τον ένοιαζε ποιος είσαι», ανέφερε η σύζυγός του.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η αντιπαράθεση συνεχίστηκε και η έφηβη φέρεται να πέταξε ένα κουτί προς το ζευγάρι, προτού καλέσει τους γονείς της. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Τράβις Γουάιτ και η Έρικα Μίτσελ μπήκαν στο κατάστημα και άρχισαν να αναζητούν το ζευγάρι.
Ο Ατιένζα βρισκόταν σε έναν από τους διαδρόμους και κοιτούσε προϊόντα σε ράφι, όταν οι δύο γονείς τον εντόπισαν. Σύμφωνα με τις αρχές, του επιτέθηκαν, τον έσπρωξαν και τον χτύπησαν με γροθιές, ενώ στη συνέχεια τον έριξαν πάνω στα ράφια. Ο 77χρονος κατέληξε στο έδαφος, όπου, σύμφωνα με τη σύζυγό του, δέχθηκε και κλωτσιές.
«Ενώ ήταν στο πάτωμα, συνέχιζαν να τον κλωτσούν και τους είπα να σταματήσουν. Ο άνδρας μου έχει καρδιολογικά προβλήματα», είπε η Ζόζεφιν.
Για λίγη ώρα μετά την επίθεση, ο Μπερτ κατάφερε να επικοινωνήσει με τη σύζυγό του. Στη συνέχεια, όμως, έχασε τις αισθήσεις του. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, όπου άφησε την τελευταία του πνοή την επόμενη ημέρα.
Ο 44χρονος Γουάιτ και η 42χρονη Μίτσελ συνελήφθησαν λίγες ημέρες μετά το περιστατικό. Αρχικά αντιμετώπισαν κατηγορίες για πρόκληση σωματικών βλαβών με δόλο, πρόκληση σωματικών βλαβών με επιβαρυντικές περιστάσεις και συνωμοσία για τη διάπραξη κακουργήματος. Στη συνέχεια, οι κατηγορίες σε βάρος τους αναβαθμίστηκαν σε ανθρωποκτονία δευτέρου βαθμού.
Ο συνήγορός τους αμφισβήτησε την ποινική διάσταση της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι οι δύο κατηγορούμενοι έσπευσαν στο κατάστημα επειδή ανησύχησαν για την κόρη τους και πως δεν είχαν πρόθεση να προκαλέσουν τον θάνατο του ηλικιωμένου.
«Δεν πήγαν εκεί με την πρόθεση να συμβεί κάτι τέτοιο. Ήταν μια κατάσταση γεμάτη ένταση. Τους τηλεφώνησε η κόρη τους. Ήταν σε απόγνωση. Πήγαν, όπως θα έκανε κάθε γονιός, για να βεβαιωθούν ότι η κόρη τους ήταν ασφαλής και τότε η κατάσταση ξέφυγε. Ήταν αυθόρμητο», δήλωσε ο δικηγόρος.
Ο ίδιος υποστήριξε επίσης ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν δικαιολογούν τις βαρύτερες κατηγορίες: «Πιστεύουμε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία στοιχειοθετούν, στην καλύτερη περίπτωση, μια επίθεση, επειδή χτύπησαν τον άνδρα με γροθιές. Υπάρχουν κάποια στοιχεία ότι ο πελάτης μου μπορεί να τον κλώτσησε, αλλά αυτό αποτελεί απλή επίθεση, δηλαδή πλημμέλημα. Δεν υπάρχει τίποτα που να υπερβαίνει αυτό, που να υποδηλώνει ότι υπήρχε οποιαδήποτε πιθανότητα ή πιθανότητα ή πιθανότητα αυτός ο άνδρας να πεθάνει ως αποτέλεσμα αυτού του συμβάντος», συμπλήρωσε.
Οι δύο κατηγορούμενοι παραμένουν κρατούμενοι στη φυλακή του Νόρφολκ, χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης με εγγύηση.
Παράλληλα, η 17χρονη κόρη τους, η οποία πλέον δεν εργάζεται στο Walmart, βρίσκεται αντιμέτωπη με κατηγορίες για επίθεση και ξυλοδαρμό, βαριά πρόκληση σωματικών βλαβών με δόλο και συνωμοσία για τη διάπραξη κακουργήματος. Κρατείται στο κέντρο κράτησης ανηλίκων του Νόρφολκ.
Πηγή: New York Post