Σε εξέλιξη βρίσκονται οι διπλωματικές προσπάθειες για την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, να έχει αναλάβει κεντρικό ρόλο στις έμμεσες επαφές των δύο πλευρών τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Όπως μεταδίδει το Axios, επικαλούμενο δύο πηγές με γνώση των εξελίξεων, βασική επιδίωξη της Ουάσιγκτον είναι να επιτευχθεί νέα συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και να ξεκινήσουν εκ νέου οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Η προσωπική εμπλοκή του Αμερικανού αντιπροέδρου σηματοδοτεί την προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να βρει διπλωματική διέξοδο από τον πόλεμο. Ο ίδιος, άλλωστε, είχε χαρακτηρίσει τη σύγκρουση βασικό παράγοντα για τη βαριά εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της εβδομάδας. Παράλληλα, η συμμετοχή του στις επαφές ανεβάζει τη διπλωματική εκπροσώπηση των ΗΠΑ στο υψηλότερο επίπεδο.
Παρά την ένταση, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους και περιφερειακές πηγές, πρόθυμος να δώσει χρόνο στις διαπραγματεύσεις. Αυτό ισχύει ακόμη και μετά το αμερικανικό πλήγμα της Παρασκευής σε εκτοξευτή αντιαεροπορικών πυραύλων στο νησί Κεσμ, στα Στενά του Ορμούζ. Από το συγκεκριμένο σύστημα είχε προηγουμένως εκτοξευθεί πύραυλος εναντίον αμερικανικού μαχητικού αεροσκάφους.
«Συνομιλούμε μαζί τους», δήλωσε ο Τραμπ την Παρασκευή, απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφων για το μήνυμά του προς την Τεχεράνη. Ωστόσο, εάν αποφασίσει να επαναφέρει τη στρατιωτική επιλογή, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις φέρονται να είναι έτοιμες να πραγματοποιήσουν νέες επιθέσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, οπωσδήποτε πριν από την ορκωμοσία του νέου Κογκρέσου στις αρχές Ιανουαρίου.
Οι επαφές Βανς με Κατάρ και Πακιστάν
Ο Τζέι Ντι Βανς διατηρεί σχεδόν καθημερινή επικοινωνία με τον πρωθυπουργό του Κατάρ, σεΐχη Μοχάμεντ μπιν Αμπντουλραχμάν Αλ Θάνι, τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού του Πακιστάν, στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, καθώς και άλλους διαμεσολαβητές. Στόχος των επαφών είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την επανέναρξη των συνομιλιών με το Ιράν.
Στη διπλωματική προσπάθεια συμμετέχουν ακόμη ο ειδικός απεσταλμένος του Λευκού Οίκου, Στιβ Γουίτκοφ, και ο Τζάρεντ Κούσνερ, σύμβουλος του Αμερικανού προέδρου και γαμπρός του. Αντίθετα, εκτός των συνομιλιών βρίσκεται ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος, σύμφωνα με τις πληροφορίες, πιέζει τον Τραμπ να εγκρίνει μια νέα ευρείας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση κατά της Τεχεράνης.
Μεταξύ των επιλογών που εξετάζουν ο Βανς και οι διαμεσολαβητές από το Κατάρ και το Πακιστάν είναι η διοργάνωση τεχνικής συνάντησης μεταξύ υπηρεσιακών στελεχών των δύο χωρών μέσα στις επόμενες ημέρες. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει καταγραφεί συγκεκριμένη πρόοδος για την πραγματοποίησή της.
Πριν από την έναρξη του πολέμου, στα τέλη Φεβρουαρίου, ο Βανς ήταν από τους πιο επιφυλακτικούς συνεργάτες του Τραμπ απέναντι στην προοπτική στρατιωτικής σύγκρουσης, υποστηρίζοντας ότι έπρεπε να αναζητηθεί διπλωματική λύση. Τον Απρίλιο ηγήθηκε της αμερικανικής αντιπροσωπείας στη σύνοδο για το Ιράν στο Ισλαμαμπάντ, ενώ συμμετείχε προσωπικά και στις επαφές που κατέληξαν στο μνημόνιο συνεννόησης (MOU) μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης τον Ιούνιο.
Ακολούθησε νέος γύρος απευθείας διαπραγματεύσεων στην Ελβετία, με επικεφαλής και πάλι τον Αμερικανό αντιπρόεδρο. Τότε, η ιρανική πλευρά είχε δεσμευτεί να επιτρέψει την πρόσβαση επιθεωρητών του ΟΗΕ στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της. Ωστόσο, η επανάληψη των επιθέσεων από τους Φρουρούς της Επανάστασης εναντίον πλοίων οδήγησε στην κατάρρευση του μνημονίου.
Πριν από δύο εβδομάδες, ο Βανς είχε στείλει επιστολή στον Μοχσέν Ρεζαΐ, γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν και στενό συνεργάτη του ανώτατου ηγέτη Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, προτείνοντας την επανέναρξη των απευθείας συνομιλιών. Ιρανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία συνέβαλε στη διαμόρφωση θετικότερου κλίματος. Την Τετάρτη, εξάλλου, ο Βανς επανέλαβε ότι ο πόλεμος αποτέλεσε τον βασικό λόγο για την εκλογική τιμωρία των Ρεπουμπλικανών.
Η πρόοδος στις συνομιλίες και ο ρόλος της Ντόχα
Πηγές που συμμετέχουν στη διαμεσολάβηση κάνουν λόγο για κάποια πρόοδο, η οποία, ωστόσο, εξελίσσεται με αργούς ρυθμούς. Ο πρωθυπουργός του Κατάρ δήλωσε το βράδυ της Παρασκευής ότι τις τελευταίες δύο εβδομάδες υπήρξε συνεργασία με στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης που επιθυμούν πραγματικά τον περιορισμό της κρίσης και την αποκλιμάκωση. Όπως ανέφερε, η συμβολή τους, σε συνδυασμό με τις ψύχραιμες φωνές στην Τεχεράνη, έχει αποτρέψει μέχρι στιγμής μια ανεξέλεγκτη εξέλιξη.
Ο ίδιος σημείωσε ότι οι επαφές με την κυβέρνηση Τραμπ συνεχίστηκαν και μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, αλλά με χαμηλότερη ένταση, καθώς η αμερικανική πλευρά είχε να διαχειριστεί και άλλα ζητήματα. Παρ’ όλα αυτά, η πρόθεση της Ουάσιγκτον να αναζητήσει διπλωματική λύση παραμένει, ενώ, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό του Κατάρ, μια συμφωνία εξακολουθεί να είναι πιθανή.
Την Παρασκευή το πρωί, ο Ντόναλντ Τραμπ επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον εμίρη του Κατάρ, σεΐχη Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν οι πρωτοβουλίες της Ντόχα για τη γεφύρωση των διαφορών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν. Ο εμίρης υπογράμμισε ότι πρέπει να συνεχιστεί ο διάλογος και να αξιοποιηθούν οι διπλωματικές δυνατότητες, ώστε να αποφευχθεί περαιτέρω ένταση και να προστατευθούν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού.
Το σχέδιο του Κατάρ για τα Στενά του Ορμούζ και τις πυρηνικές εγκαταστάσεις
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Guardian, η πρόταση που προωθεί το Κατάρ για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων και τον τερματισμό του πολέμου στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και την επιστροφή της διεθνούς εποπτείας στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Το σχέδιο προβλέπει ότι οι ΗΠΑ θα άρουν άμεσα τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και θα αποδεσμεύσουν μέρος των παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων. Σε αντάλλαγμα, η Τεχεράνη θα επιτρέψει την επιστροφή των διεθνών επιθεωρητών στις πυρηνικές εγκαταστάσεις που υπέστησαν ζημιές από τις στρατιωτικές επιθέσεις.
Ειδικότερα, τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια ανέρχονται συνολικά σε περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια. Η πρόταση δεν απαιτεί από το Ιράν να απομακρύνει από το έδαφός του τα αποθέματα ουρανίου υψηλού βαθμού εμπλουτισμού, τα οποία βρίσκονται σε πυρηνικές εγκαταστάσεις που βομβαρδίστηκαν. Ωστόσο, μεταξύ των εναλλακτικών που εξετάζονται περιλαμβάνεται η μείωση του βαθμού εμπλουτισμού του συγκεκριμένου υλικού.
Η επιστροφή των επιθεωρητών του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) θα μπορούσε να βασιστεί σε συμφωνία που είχε επιτευχθεί στο Κάιρο τον Σεπτέμβριο του 2025, αλλά στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε. Προς το παρόν, δεν υπάρχει ένδειξη ότι ΗΠΑ και Ιράν έχουν αποδεχθεί το σχέδιο του Κατάρ.
Πότε θα ανοίξουν ξανά τα Στενά του Ορμούζ
Όπως αναφέρει ο Guardian, σύμφωνα με την πρόταση, τη δεύτερη ημέρα από την ενδεχόμενη εφαρμογή της συμφωνίας το Ιράν θα ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ για τη διέλευση πλοίων. Η ναυσιπλοΐα θα πραγματοποιείται μέσω θαλάσσιας διαδρομής που έχει ήδη συμφωνηθεί με το Ομάν.
Οι δύο χώρες αναμένεται να υποβάλουν τη σχετική ρύθμιση στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (IMO), προκειμένου να διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο για τη διέλευση από αυτήν τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια οδό.
Η Τεχεράνη, ωστόσο, συνδέει την επαναλειτουργία των Στενών με επιπλέον απαιτήσεις. Μεταξύ αυτών είναι ο τερματισμός του πολέμου στον Λίβανο, η αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από τις ιρανικές ακτές, η άρση μέρους των οικονομικών κυρώσεων και η καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που εξακολουθούν να προκαλούν διαφωνίες αφορά τη σειρά με την οποία θα εφαρμοστούν οι δεσμεύσεις των δύο πλευρών. Στο υπό συζήτηση μνημόνιο κατανόησης περιλαμβάνεται, επίσης, η ιδέα δημιουργίας ταμείου ανασυγκρότησης και ανάπτυξης ύψους 300 δισ. δολαρίων για την οικονομική ανάκαμψη του Ιράν. Παραμένει, όμως, άγνωστο από ποιες πηγές θα προέλθουν τα απαιτούμενα χρήματα.
Παρά τις διπλωματικές πρωτοβουλίες, σημαντικό εμπόδιο παραμένει η καχυποψία της Τεχεράνης απέναντι στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας. Η ιρανική κυβέρνηση κατηγορεί τον γενικό διευθυντή του οργανισμού, Ραφαέλ Γκρόσι, ότι δεν καταδίκασε τις αμερικανικές επιθέσεις στις πυρηνικές εγκαταστάσεις της χώρας.
Επιπλέον, η ιρανική πλευρά φοβάται ότι τα στοιχεία που θα συγκεντρώσουν οι επιθεωρητές ενδέχεται να διαβιβαστούν στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ και να χρησιμοποιηθούν για τον σχεδιασμό νέων στρατιωτικών επιθέσεων. Η δυσπιστία αυτή, σε συνδυασμό με τις διαφωνίες για τους όρους και τη σειρά εφαρμογής μιας συμφωνίας, εξακολουθεί να δυσχεραίνει την προσπάθεια επίτευξης οριστικής διπλωματικής λύσης.