Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Πρόσφατη έρευνα του European Council on Foreign Relations σε έξι ευρωπαϊκές χώρες αποκαλύπτει ότι το 68% των πολιτών αισθάνεται μια γενική επιδείνωση της κατάστασης στην Ευρώπη.
  • Παράλληλα, το 56% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι το μέλλον της ηπείρου βρίσκεται σε κίνδυνο, αναδεικνύοντας ένα σημαντικό χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και την πίστη τους στην ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υλοποιήσει ένα καλύτερο αύριο.
  • Αν και τρεις στους τέσσερις πολίτες οραματίζονται μια ισχυρότερη και πιο ενωμένη Ευρώπη σε είκοσι χρόνια, πολλοί δυσκολεύονται να εμπιστευτούν την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών θεσμών.
  • Οι πολίτες εκφράζουν ανησυχίες για τη βραδύτητα στη λήψη αποφάσεων, τη γραφειοκρατία και την απόσταση μεταξύ των διακηρυγμένων αξιών και της πραγματικής πολιτικής δράσης.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

«Φανταστείτε ότι ένας φίλος σας κοιμήθηκε πριν από πέντε χρόνια και μόλις ξύπνησε. Σας ρωτά: Πώς είναι σήμερα η Ευρώπη; Τι θα του λέγατε;»

Η απάντηση ενός Γερμανού, γεννημένου τη δεκαετία του 1950, ήταν σύντομη: «Ξανακοιμήσου. Τα πράγματα πάνε προς το χειρότερο».

Advertisement
Advertisement

Στην ίδια ερώτηση, το 68% των πολιτών στις έξι χώρες που εξετάστηκαν μίλησε για γενική επιδείνωση ή απώλεια της κανονικότητας. Μόλις το 12% είδε στις κρίσεις που αντιμετωπίζει η ήπειρος στοιχεία αφύπνισης ή ανανέωσης. Σε άλλη ερώτηση, το 56% συμφωνεί ότι το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται σε κίνδυνο, έναντι 21% που διαφωνεί.

Πώς βλέπουν οι Ευρωπαίοι τη σημερινή κατάσταση της ηπείρου: Στον μέσο όρο έξι χωρών — Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία και Πολωνία — το 68% των απαντήσεων παραπέμπει σε γενική επιδείνωση και απώλεια της κανονικότητας. Ακολουθούν ο πόλεμος, οι συγκρούσεις και η ασφάλεια (43%), ο πολιτικός κατακερματισμός και οι διαιρέσεις (37%), οι οικονομικές δυσκολίες (33%), η μετανάστευση και οι κοινωνικές αλλαγές (22%) και οι γεωπολιτικές αναταράξεις και εξωτερικές πιέσεις (20%). Μόλις το 12% βλέπει μια Ευρώπη που «αφυπνίζεται» ή αντιδρά στις κρίσεις. Η ερώτηση που τέθηκε ήταν πώς θα περιέγραφαν τη σημερινή Ευρώπη σε έναν φίλο που είχε «κοιμηθεί» πριν από πέντε χρόνια και μόλις ξύπνησε. Μία απάντηση μπορούσε να περιλαμβάνει περισσότερες από μία θεματικές, γι’ αυτό τα ποσοστά δεν αθροίζουν στο 100%. Πηγή: ECFR.
Πόσοι θεωρούν ότι το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται σε κίνδυνο: Στην ερώτηση «Ορισμένοι λένε ότι το μέλλον της Ευρώπης βρίσκεται σε κίνδυνο. Όταν το ακούτε αυτό, ποια είναι η αντίδρασή σας;», το 56% κατά μέσο όρο στις έξι χώρες — Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία και Πολωνία — συμφωνεί, το 21% διαφωνεί, ενώ το 23% δίνει άλλη αντίδραση. Το υψηλότερο ποσοστό συμφωνίας καταγράφεται στην Ιταλία (62%), ακολουθούν η Γερμανία (61%), η Γαλλία (59%), η Πολωνία (57%), η Ολλανδία (49%) και η Βρετανία (45%). Στο γράφημα, το κίτρινο αντιστοιχεί σε όσους συμφωνούν, το ροζ σε όσους διαφωνούν και το γκρι στις λοιπές απαντήσεις. Πηγή: ECFR.

Το ανολοκλήρωτο τραγούδι της Ευρώπης και το χάσμα φαντασίας

Τα ευρήματα περιλαμβάνονται στη νέα έρευνα του European Council on Foreign Relations (ECFR) με τίτλο «Νοσταλγία για το μέλλον: Το ανολοκλήρωτο τραγούδι της Ευρώπης» (Future nostalgia: Europe’s unfinished song). Η φράση Future Nostalgia δανείζεται τον τίτλο του ομώνυμου άλμπουμ της Dua Lipa του 2020, πάνω στον οποίο ο συγγραφέας Paweł Zerka χτίζει τη μουσική μεταφορά του «ανολοκλήρωτου τραγουδιού» της Ευρώπης.

Οι περισσότεροι, ωστόσο, δεν ζητούν λιγότερη Ευρώπη. Όταν καλούνται να περιγράψουν πώς θα ήθελαν να είναι η ήπειρος σε 20 χρόνια, τρεις στους τέσσερις δίνουν μια θετική εικόνα, μιλώντας κυρίως για μεγαλύτερη ενότητα και πολιτική ολοκλήρωση, ειρήνη και ασφάλεια, ευημερία και καλύτερη ζωή. Μόλις περίπου το 13% επιθυμεί «λιγότερη Ευρώπη» ή ακόμη και τη διάλυση της ΕΕ.

Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι πολλοί Ευρωπαίοι θέλουν μια ισχυρότερη, περισσότερο ενωμένη και πιο ανεξάρτητη Ευρώπη, αλλά δυσκολεύονται να δουν έναν πειστικό δρόμο από το σήμερα προς αυτήν. Το ECFR το περιγράφει ως «imagination gap» – χάσμα φαντασίας.

Η έρευνα βασίζεται σε 5.834 συνεντεύξεις με συντονισμό από Τεχνητή Νοημοσύνη (AImoderated interviews) που πραγματοποιήθηκαν την άνοιξη του 2026 στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συμμετέχοντες απαντούσαν γραπτά ή προφορικά, ενώ η AI χρησιμοποιήθηκε και για την επεξεργασία και τη θεματική ταξινόμηση των απαντήσεων. Η μελέτη συμπληρώθηκε από ποιοτική έρευνα του δημόσιου και πολιτικού διαλόγου σε 15 κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων η Κύπρος.

Θέλουν μια ισχυρότερη Ευρώπη, αλλά δεν είναι βέβαιοι ότι θα τη δουν

Περίπου οι μισοί από τους πολίτες που εξετάζει η έρευνα εμφανίζουν το «χάσμα φαντασίας». Η Πολωνία αποτελεί εξαίρεση, με το ποσοστό να περιορίζεται περίπου στο ένα τρίτο.

Advertisement

Το ECFR χωρίζει τους πολίτες σε τέσσερις ομάδες: τους «θετικούς», τους «αρνητικούς», τους «αβέβαιους» και τους «αποστασιοποιημένους».

Οι «θετικοί» είναι λίγο λιγότεροι από το 20%. Βλέπουν τις σημερινές κρίσεις ως πιθανή αφετηρία για μια ισχυρότερη και πιο αυτόνομη Ευρώπη και θεωρούν ότι η αλλαγή αυτή είναι εφικτή.

Οι «αρνητικοί» είναι η μεγαλύτερη ομάδα σε όλες τις χώρες εκτός της Ολλανδίας και πλησιάζουν το 50% στη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γερμανία. Η ομάδα αυτή, σύμφωνα με το ECFR, έχει σχεδόν κυρίαρχη παρουσία μεταξύ των ψηφοφόρων του AfD στη Γερμανία, του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία και του Reform UK στη Βρετανία. Στις απαντήσεις τους επανέρχονται η μετανάστευση, ο πληθωρισμός, η δυσπιστία προς τις πολιτικές ελίτ και η αντίληψη ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έχει προχωρήσει υπερβολικά σε βάρος της εθνικής κυριαρχίας.

Advertisement

Ανάμεσά τους βρίσκεται και μια Ιταλίδα ψηφοφόρος των Αδελφών της Ιταλίας. Όταν ερωτάται πώς αντιδρά στην ιδέα ότι το μέλλον της Ευρώπης κινδυνεύει, απαντά: «Φοβάμαι». Τι; «Τον πόλεμο». Και όταν η συζήτηση πηγαίνει 20 χρόνια μπροστά, αναρωτιέται αν τότε θα υπάρχει ακόμη η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι «αβέβαιοι» στο ένα τρίτο

Κλίμακα του «χάσματος φαντασίας» ανά ομάδα: Στους «θετικούς», το 78% ελπίζει σε ένα καλύτερο ευρωπαϊκό μέλλον και πιστεύει ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα, ενώ το 20% το επιθυμεί αλλά αμφιβάλλει ότι θα συμβεί. Στους «αβέβαιους», η εικόνα αντιστρέφεται: μόλις το 22% δηλώνει αισιόδοξο και βέβαιο, ενώ το 73% ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον αλλά αμφιβάλλει ότι η Ευρώπη μπορεί να φτάσει σε αυτό. Στους «αποστασιοποιημένους», το 51% δεν επενδύει ιδιαίτερα στο ευρωπαϊκό μέλλον, ενώ στους «αρνητικούς» το 41% απορρίπτει την ευρωπαϊκή προοπτική και το 46% εξακολουθεί να ελπίζει σε ένα καλύτερο μέλλον, αλλά δεν πιστεύει ότι θα πραγματοποιηθεί. Στο γράφημα, το ροζ αντιστοιχεί σε όσους ελπίζουν και είναι βέβαιοι, το ανοιχτό κίτρινο σε όσους ελπίζουν αλλά αμφιβάλλουν, το γκρι σε όσους δεν επενδύουν ιδιαίτερα στο ευρωπαϊκό μέλλον και το σκούρο γκρι σε όσους απορρίπτουν την Ευρώπη. Πηγή: ECFR.

Μεγαλύτερη σημασία δίνει η έρευνα στους «αβέβαιους», περίπου το ένα τρίτο των πολιτών στις περισσότερες από τις χώρες που εξετάστηκαν.

Περισσότεροι από τους μισούς δηλώνουν ότι αισθάνονται έντονα Ευρωπαίοι. Αναγνωρίζουν ότι η ΕΕ έχει ξεπεράσει κρίσεις στο παρελθόν και βλέπουν θετικά τη στήριξη στην Ουκρανία, την πρόοδο στη συνεργασία για την άμυνα και τη σταδιακή προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από τις ΗΠΑ. Θέλουν επίσης περισσότερη ευρωπαϊκή ενότητα.

Advertisement

Αμφιβάλλουν όμως ότι αυτή η Ευρώπη θα γίνει πραγματικότητα. Τα τρία τέταρτα των «αβέβαιων» εμφανίζουν το «χάσμα φαντασίας».

Στις απαντήσεις τους επανέρχονται τρία προβλήματα:

αν η Ευρώπη μπορεί να ενεργήσει όταν χρειάζεται,

Advertisement

αν εφαρμόζει στην πράξη τις αξίες που διακηρύσσει και

Advertisement

αν μπορεί πραγματικά να προστατεύσει τους πολίτες της.

Ιδιαίτερα έντονη είναι η κριτική για τη βραδύτητα στη λήψη αποφάσεων. Οι συμμετέχοντες μιλούν για γραφειοκρατία, πολύχρονες διαπραγματεύσεις και εθνικά βέτο. Σε έναν ταχύτερο και περισσότερο επικίνδυνο κόσμο, παρατηρεί το ECFR, η βραδύτητα δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως πρόβλημα λειτουργίας της ΕΕ αλλά και ως μέτρο της ικανότητάς της να ανταγωνιστεί και να αντιδρά.

Ο πόλεμος και η ασφάλεια είναι οι προκλήσεις που αναφέρονται συχνότερα και ακολουθούν οι οικονομικές πιέσεις. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις θεωρούν ότι η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει καλά τις μεγαλύτερες προκλήσεις της. Για αυτό, οι πολίτες επιρρίπτουν την ευθύνη στις εθνικές κυβερνήσεις περίπου δύο φορές συχνότερα απ’ ό,τι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στους ηγέτες της ΕΕ.

Advertisement
Τι τροφοδοτεί τις αμφιβολίες για την Ευρώπη: Στον μέσο όρο των έξι χωρών — Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία και Πολωνία — το 43% αναφέρει τον πόλεμο και την ασφάλεια ως τη μεγαλύτερη σημερινή πρόκληση της Ευρώπης, το 32% τη βραδύτητα της Ευρώπης και το 30% την «υποκρισία» της Ευρώπης, δηλαδή την απόσταση ανάμεσα σε όσα διακηρύσσει και σε όσα κάνει στην πράξη. Στους «αβέβαιους», τα ποσοστά είναι 49% για τον πόλεμο και την ασφάλεια, 39% για τη βραδύτητα και 28% για την «υποκρισία». Στους «αρνητικούς», αντίθετα, η συχνότερη αναφορά είναι η «υποκρισία» της Ευρώπης με 45%, έναντι 34% για τον πόλεμο και την ασφάλεια και 32% για τη βραδύτητα. Στους «θετικούς», πρώτη ανησυχία είναι επίσης ο πόλεμος και η ασφάλεια (46%), ενώ στους «αποστασιοποιημένους» το αντίστοιχο ποσοστό είναι 47%. Πηγή: ECFR.

Ελλάδα και Κύπρος το έζησαν νωρίτερα

Το ECFR εξετάζει παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη έχει περάσει πλέον στο εσωτερικό της πολιτικής αντιπαράθεσης των κρατών-μελών.

Μετανάστευση, κλιματική πολιτική και κόστος ζωής είναι, σύμφωνα με τη μελέτη, ορισμένοι από τους πολιτικά πιο ευαίσθητους τομείς της ζωής των πολιτών στους οποίους φτάνουν πλέον οι αποφάσεις της ΕΕ. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές ανατροπές έχουν φέρει ζητήματα όπως ο πόλεμος, η άμυνα και η ευρωπαϊκή ασφάλεια πολύ πιο κοντά στην καθημερινή πολιτική συζήτηση.

Η Ελλάδα και η Κύπρος βίωσαν αυτή τη διαδικασία πολύ νωρίτερα από άλλες χώρες, επισημαίνει το ECFR. Στην περίπτωσή τους, η κρίση της ευρωζώνης οδήγησε σε μακροχρόνια υποχώρηση της εμπιστοσύνης προς την ΕΕ.

Σήμερα η ίδια διαδικασία εμφανίζεται σχεδόν παντού. Οι αμυντικές δαπάνες, οι πολιτικές για τη μετανάστευση και συγκεκριμένες επιλογές της κλιματικής πολιτικής αναγκάζουν τους πολίτες να τοποθετούνται πάνω σε πολύ συγκεκριμένες ευρωπαϊκές αποφάσεις και όχι απλώς να δηλώνουν γενικά υπέρ ή κατά της ΕΕ. Η ίδια η μελέτη αναφέρει ως παραδείγματα την απαγόρευση των πλαστικών καλαμακιών, τη σταδιακή κατάργηση των πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων και των λεβήτων ορυκτών καυσίμων, αλλά και το ζήτημα των υποχρεωτικών ποσοστώσεων προσφύγων.

Το AfD και η Ευρώπη στις εθνικές κάλπες

Η αυξανόμενη παρουσία της Ευρώπης στην εσωτερική πολιτική έχει και εκλογικές συνέπειες. Κατά την ανάλυση του ECFR, κόμματα της ακροδεξιάς χρησιμοποιούν την ΕΕ ως βασικό στοιχείο του πολιτικού τους αφηγήματος: οι Βρυξέλλες παρουσιάζονται ως γραφειοκρατικές, η Ευρώπη ως αδύναμη και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί ως εμπόδιο στην εθνική κυριαρχία.

Η μελέτη αναφέρεται ειδικά στο AfD. Η συμπρόεδρός του, Άλις Βάιντελ, έχει ταχθεί υπέρ της εξόδου της Γερμανίας από την ευρωζώνη και τη ζώνη Σένγκεν, ενώ το ECFR εκτιμά ότι η ΕΕ μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε πεδίο σύγκρουσης στις εθνικές εκλογές.

Η έρευνα είχε πραγματοποιηθεί πριν από τις περιφερειακές εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ, το αποτέλεσμά τους όμως κάνει τη συζήτηση ακόμη πιο επίκαιρη. Το AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με σχεδόν 44% των ψήφων και 39 από τις 83 έδρες, καταγράφοντας ιστορική νίκη χωρίς πάντως να εξασφαλίσει αυτοδυναμία.

Η ανάλυση είναι επικριτική και προς τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις. Ορισμένοι ηγέτες, όπως ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ρομπ Γέτεν και ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, απαντούν με μια σχεδόν άνευ όρων υπεράσπιση της ΕΕ, η οποία, σύμφωνα με το ECFR, κινδυνεύει να μην απαντά στις ανησυχίες των πολιτών. Άλλοι, όπως ο Ντόναλντ Τουσκ και ο Φρίντριχ Μερτς, υιοθετούν έναν πιο περιορισμένο φιλοευρωπαϊσμό, εμφανιζόμενοι, κατά τον Zerka, ως περισσότερο «ρεαλιστές» σε θέματα όπως η μετανάστευση και το κλίμα. Αυτό μπορεί να τους φέρνει πιο κοντά στον μέσο ψηφοφόρο, αλλά ενέχει και τον κίνδυνο να κάνει θέσεις της ακροδεξιάς για την Ευρώπη να φαίνονται περισσότερο «κανονικές», υποστηρίζει η μελέτη.

Παρά την κριτική αυτή, ο Σάντσεθ ξεχωρίζει και για έναν άλλο λόγο. Όταν οι πολίτες κλήθηκαν να κατονομάσουν έναν ηγέτη, θεσμό ή χώρα που θεωρούν θετικό παράδειγμα ευρωπαϊκής δράσης, το 44% δεν μπόρεσε να αναφέρει κανέναν. Από όσους κατονομάστηκαν, ο Ισπανός πρωθυπουργός ήταν ο μόνος ξένος ηγέτης που ξεχώρισε: το 8% ανέφερε τον ίδιο ή την Ισπανία υπό την ηγεσία του, παρότι η χώρα δεν ήταν μεταξύ των έξι όπου έγιναν οι συνεντεύξεις. Στην Ιταλία το ποσοστό φτάνει το 25% και στη Γαλλία το 10%.

Για το ECFR, οι «αβέβαιοι» είναι εκείνοι στους οποίους μπορεί να κριθεί αυτή η πολιτική σύγκρουση. Δεν χρειάζεται να πειστούν ότι θέλουν ευρωπαϊκή συνεργασία – σε μεγάλο βαθμό τη θέλουν ήδη. Το ερώτημα είναι αν θα πιστέψουν ότι μπορεί να λειτουργήσει.

«Νοσταλγία για το μέλλον»

Ο όρος δεν χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια επιθυμία επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν. Αναφέρεται στη νοσταλγία για μια περίοδο κατά την οποία ένα καλύτερο μέλλον έμοιαζε εφικτό.

Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση στηρίχθηκε για δεκαετίες στην προσδοκία ότι το αύριο θα μπορούσε να είναι καλύτερο από το σήμερα. Η ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της Ευρώπης, οι διαδοχικές διευρύνσεις και η βαθύτερη συνεργασία έδιναν την αίσθηση ότι η ήπειρος είχε μια κατεύθυνση.

Σήμερα, σύμφωνα με το ECFR, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν έχουν πάψει να θέλουν μια πιο ενωμένη, ασφαλή και ευημερούσα Ευρώπη. Αυτό που έχει εξασθενήσει είναι η πίστη ότι η σημερινή Ευρώπη μπορεί πράγματι να φτάσει εκεί.

Τρεις στους τέσσερις εξακολουθούν να περιγράφουν θετικά την Ευρώπη που θα ήθελαν να δουν σε είκοσι χρόνια.

Το ερώτημα είναι πόσοι πιστεύουν ακόμη ότι αυτή η Ευρώπη μπορεί να γίνει πραγματικότητα.

Πώς θα ήθελαν οι Ευρωπαίοι να είναι η Ευρώπη σε 20 χρόνια: Στην ερώτηση «Πώς ελπίζετε να είναι η Ευρώπη σε 20 χρόνια;», το 73% κατά μέσο όρο στις έξι χώρες — Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία και Πολωνία — περιγράφει ένα θετικό όραμα για το μέλλον της Ευρώπης, το 14% αρνητικό, ενώ το 13% δεν διατυπώνει σαφή εικόνα ή δεν απαντά. Το υψηλότερο ποσοστό θετικών προσδοκιών καταγράφεται στη Γερμανία (79%), και ακολουθούν η Πολωνία (76%), η Ολλανδία (75%), η Γαλλία (71%), η Βρετανία (70%) και η Ιταλία (67%). Η Γαλλία καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό αρνητικού οράματος (18%), ενώ στην Ιταλία το 19% δεν δίνει σαφή εικόνα ή απάντηση. Στο γράφημα, το κίτρινο αντιστοιχεί στο θετικό όραμα, το ανοιχτό γκρι στην απουσία σαφούς οράματος ή απάντησης και το σκούρο γκρι στο αρνητικό όραμα. Πηγή: ECFR.