Η ιστορία του οδηγού λεωφορείου που έκλεψε πίνακα του Γκόγια έρχεται στη μεγάλη οθόνη

Το 1961, ένα πορτρέτο του δούκα του Ουέλινγκτον εξαφανίστηκε από την Εθνική Πινακοθήκη του Ηνωμένου Βασιλείου.
TheDuke
TheDuke
Instagram

Σε μια αξιομνημόνευτη σκηνή από την πρώτη ταινία του Τζέιμς Μποντ, ο πράκτορας 007 βρίσκεται στις μυστικές εγκαταστάσεις του κακού της ταινίας, Δρ. Νο, όταν σταματά για να θαυμάσει έναν πίνακα ζωγραφικής. Η σκηνή περνάει τόσο γρήγορα ώστε οι σημερινοί θεατές μόλις και μετά βίας θα την παρατηρούσαν, ωστόσο για τους κινηματογραφόφιλους του 1962, ήταν μια από τις πιο έξυπνες στιγμές της ταινίας.

Ο πίνακας, ένα πορτρέτο του δούκα του Ουέλινγκτον του Φρανσίσκο Γκόγια που ολοκληρώθηκε το 1814, είχε κλαπεί από την Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου το 1961. Κανείς δεν ήξερε ποιος τον είχε πάρει ή πού ήταν, οπότε η ιδέα ότι μπορεί να είχε πέσει στα χέρια ενός μεγαλομανούς τύπου όπως ο Δρ. Νο, φαινόταν τόσο εύλογη όσο κάθε άλλη πιθανή εξήγηση.

Όπως αποδείχτηκε αργότερα ήταν μία συγκλονιστική ληστεία. Ο πίνακας ανήκε στον Τζον Όσμπορν, δούκα του Λιντς. Τον είχε πουλήσει μέσω δημοπρασίας σε έναν Αμερικανό συλλέκτη, τον Τσαλς Ράιτσμαν, έναντι 140.000 λιρών, αλλά η βρετανική κυβέρνηση δεν ήθελε το έργο να φύγει από τη χώρα, έτσι το Υπουργείο Οικονομικών συνεργάστηκε με μία οργάνωση, το Wolfson Foundation, κάνοντας μια προσφορά 2 εκατ. λιρών (σε σημερινές τιμές), η οποία και έγινε δεκτή.

Το πορτρέτο του Γκόγια ήταν ξαφνικά ο πιο διάσημος πίνακας στη Βρετανία.

Οι επισκέπτες συνέρρεαν στην Εθνική Πινακοθήκη για να δουν πού ξοδεύτηκαν όλα αυτά τα χρήματα και τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυστηρά. Κι όμως, λίγο πριν ανοίξει η Πινακοθήκη, το πρωί της 21ης Αυγούστου 1961, οι φρουροί συνειδητοποίησαν ότι ο πίνακας είχε «κάνει φτερά». Δεν εντόπισαν εισβολέα, ούτε φθορές ή ίχνη χρήσης κάποιου εξοπλισμού ή όπλων στο σημείο.

Ωστόσο ο Γκόγια είχε εξαφανιστεί, σε μία υπόθεση χωρίς προηγούμενο στην ιστορία 138 ετών της Πινακοθήκης. Εάν ο Δρ Νο δεν ήταν υπεύθυνος, τότε ο ένοχος έπρεπε να ήταν ένας εξίσου πονηρός, έμπειρος και καλά χρηματοδοτούμενος εγκέφαλος.

Αυτή ήταν η επικρατούσα θεωρία μέχρι τον Νοέμβριο του 1965, όταν ένας 61χρονος συνταξιούχος οδηγός λεωφορείου από την πόλη του Νιουκάσλ δήλωσε στο Κεντρικό Ποινικό Δικαστήριο του Λονδίνου ότι είχε πάρει τον πίνακα. Ποτέ δεν είχε σκοπό να το κρατήσει, πρόσθεσε. «Μοναδικός μου στόχος ήταν να δημιουργήσω μια φιλανθρωπική οργάνωση για να πληρώσω τις τηλεοπτικές άδειες ηλικιωμένων και φτωχών ανθρώπων που φαίνεται ότι είναι παραμελημένοι στην εύπορη κοινωνία μας».

Δεν ήταν η ιστορία ενός μοχθηρού Δρ Νο ή ενός ευφυούς Τόμας Κράουν που διέπραξε το τέλειο έγκλημα, αλλά ενός απλού πολίτη ονόματι Κέμπτον Μπάντον που ενσάρκωσε τη βρετανική εκκεντρικότητα, την εξέγερση του αουτσάιντερ, το πνεύμα της αυθαιρεσίας, την παράλογη τύχη και την απόλυτη παρόρμηση.

Η παράξενη ιστορία του πιο απίθανου κλέφτη έργων τέχνης έγινε ταινία, με πρωταγωνιστή τον Τζιμ Μπρόντμπεντ στον ρόλο του Μπάντον και την Έλεν Μίρεν στον ρόλο της πολύπαθης συζύγου του.

Όπως λέει ο Κρις Μπάντον, εγγονός του Κέμπτον, ο οποίος είναι ένας από τους . εκτελεστικούς παραγωγούς της ταινίας «Είναι μια ιστορία για τον αγώνα της εργατικής τάξης. Η οικογένεια αντιμετώπιζε φτώχεια καθώς και τραγωδίες, γεγονός που επηρέασε την ψυχική κατάσταση και τις αποφάσεις τους. Δεν μοιάζει με καμία άλλη ληστεία».

Ονειροπόλος και ακτιβιστής

Ο Κέμπτον Μπάντον ήταν γνωστός στην τοπική κοινωνία του Νιουκάσλ πολύ πριν από την κλοπή του Γκόγια. Είχε απολυθεί από πολλές δουλειές επειδή μιλούσε στους συναδέλφους του εναντίον της διοίκησης, ήταν επίδοξος θεατρικός συγγραφέας του οποίου τα σενάρια απορρίπτονταν μονίμως από το BBC και ήταν ακτιβιστής που έβλεπε την τηλεόραση ως σανίδα σωτηρίας για τους μοναχικούς συνταξιούχους, ειδικά τους βετεράνους του Παγκοσμίου Πολέμου.

Στη Βρετανία, ήταν παράνομο να έχεις τηλεόραση χωρίς να πληρώνεις ετήσια συνδρομή. Νιώθοντας ότι το τέλος ήταν πολύ υψηλό για τους οικονομικά ασθενείς, ο Μπάντον διαμαρτυρήθηκε αρνούμενος να πληρώσει το δικό του τέλος με αποτέλεσμα να περάσει το 1960 τρία σύντομα χρονικά διαστήματα στη φυλακή.

«Μου άρεσε το γεγονός ότι ο Κέμπτον είχε όνειρα πέρα από τις δυνατότητές του», λέει ο Νίκι Μπένθαμ, παραγωγός του The Duke. «Και κράτησε αυτά τα ιδανικά, την αίσθηση της κοινότητας και την ιδέα ότι ένα άτομο μπορούσε να κάνει τη διαφορά. Σκέφτηκα ότι ήταν υπέροχα αναζωογονητικό και ενθαρρυντικό που επιτέλους βρήκε μια πλατφόρμα για να μοιραστεί αυτό που ήθελε να πει με τον κόσμο».

Αλλά, όπως λέει ο εγγονός του, η ζωή του Μπάντον συγκλονίστηκε από μια τραγωδία. Σε σκηνοθεσία του αείμνηστου Ρότζερ Μισέλ και σε σενάριο των Ρίτσαρντ Μπιν και Κλιβ Κόλμαν, η ταινία αποδίδει την παράξενη συμπεριφορά του στην θλίψη και την ενοχή που ένιωθε για το θάνατο της κόρης του, Μάριον, μετά από ένα ατύχημα που είχε με το ποδήλατο όταν ήταν έφηβη. «Δεν λέω ότι αυτό δικαιολογεί αυτό που έκανε», εξηγεί ο Κρις, «αλλά είναι πραγματικά ένα συνταρακτικό γεγονός».

Το 1961, ο Μπάντον είπε αργότερα στο δικαστήριο, ότι άκουσε πως η κυβέρνηση είχε πληρώσει μια περιουσία για έναν μικρό πίνακα, και δεν του φαινόταν δίκαιο. Πήγε στην Εθνική Πινακοθήκη για να δει ποιος ήταν αυτός ο πίνακας και είδε ότι οι οικοδόμοι που έκαναν κάποιες ανακαινίσεις είχαν αφήσει μια σκάλα στον δρόμο έξω. Ένα παράθυρο στις τουαλέτες των ανδρών είχε μείνει ξεκλείδωτο. Και το σύστημα συναγερμού έκλεινε κάθε πρωί όταν έμπαιναν οι καθαρίστριες. Ήταν τόσο απλό.

Οι αρχές, ωστόσο, τα είχαν χαμένα. Οι εφημερίδες έγραφαν ότι πίσω από τη ληστεία βρισκόταν μια συμμορία Ιταλών απατεώνων ή ίσως ένας αριστοκράτης που αναζητούσε συγκινήσεις. Ο Μπάντον έστειλε ο ίδιος ανώνυμα σημειώματα σε εφημερίδες, υποσχόμενος ότι θα επέστρεφε τον πίνακα εάν γινόταν δωρεά 140.000 λιρών σε φιλανθρωπικό σκοπό. Αλλά οι έρευνες της αστυνομίας δεν οδήγησαν κοντά σε αυτόν τον Ρομπέν των Δασών της εργατικής τάξης.

Τελικά ο Μπάντον αποφάσισε να αποκαλύψει την αλήθεια. Τον Μάιο του 1965, πήγε τον πίνακα στο γραφείο αποσκευών στο σταθμό Birmingham New Street και ενημέρωσε την εφημερίδα Mirror. Έξι εβδομάδες μετά, πήγε στη Σκότλαντ Γιαρντ και ανακοίνωσε ότι ήταν ο κλέφτης χρησιμοποιοώντας τη δίκη ως ευκαιρία για να δώσει διαλέξεις σχετικά με τα τέλη τηλεοπτικής άδειας.

Επειδή είχε επιστρέψει τον πίνακα, κρίθηκε ένοχος όχι για την κλοπή του, αλλά για την κλοπή του πλαισίου μέσα στον οποίο βρισκόταν, το οποίο από τότε είχε χαθεί. Πέρασε τρεις μήνες στη φυλακή, ικανοποιημένος που είχε εκφράσει την άποψη του, αλλά και που είχε ξεπεράσει τους πιο διάσημους εγκληματίες της χώρας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή δεν είναι όλη η ιστορία και υπάρχει ένα πρόσωπο κλειδί που ευθύνεται για την κλοπή περισσότερο από τον ίδιο τον Μπάντον, αλλά δεν θα αποκαλύψουμε άλλα. Περισσότερα στην μεγάλη οθόνη.

Το Duke κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 25 Φεβρουαρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις 22 Απριλίου στις ΗΠΑ.

Πηγή: BBC