Η Σινοαμερική αντιμαχία και το ζήτημα της Ταϊβάν

Η εύθραυστη στρατηγική ισορροπία στο τρίγωνο Κίνα-Ταϊβάν-ΗΠΑ και τα ζητήματα πλανητικής ισορροπίας ισχύος μεταξύ ΗΠΑ - Κίνας.
Στρατιωτικές ασκήσεις μεγάλης κλίμακας των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων διπλα από την Ταϊβάν αμέσως μόλις αποχώρησε η Πελόζι από την περιοχή.
Στρατιωτικές ασκήσεις μεγάλης κλίμακας των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων διπλα από την Ταϊβάν αμέσως μόλις αποχώρησε η Πελόζι από την περιοχή.
Xinhua News Agency via Getty Images

Τα «απόνερα» της επίσκεψης της προέδρου της αμερικανικής βουλής των αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊπέι, η οποία πυροδότησε έναν ακόμη κύκλο εξαναγκαστικής διπλωματίας της Κίνας στα στενά της Ταϊβάν, με την έναρξη στρατιωτικών ασκήσεων «σε αέρα και θάλασσα […], αλλά και δοκιμαστικές εκτοξεύσεις στρατηγικών πυραύλων στη θάλασσα ανατολικά της Ταϊβάν», καλείται να αξιολογήσει η Ουάσιγκτον για την αποφυγή ενός νέου ψυχροπολεμικού κλίματος με το Πεκίνο.

Δεν είναι τυχαία η αναφορά του κινέζου προέδρου, Σι Τζιπίνγκ, «για την απολίτιστη εκστρατεία των ιμπεριαλιστών και τη νίκη του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος» σε συνέχεια των δηλώσεων του υπουργού εξωτερικών Γουάνγκ Γι για την «πρόκληση προβλημάτων στο ζήτημα της Ταϊβάν σε μια προσπάθεια να καθυστερήσει στην ανάπτυξη της Κίνας και να υπονομεύσει την ειρηνική άνοδο της Κίνας θα είναι απολύτως μάταιη».

Αν και ο Λευκός Οίκος «άδειασε με το γάντι» την επίσκεψη Πελόζι, η αναδίφηση στη διακηρυχθείσα στρατηγική εθνικής ασφάλειας της προεδρίας Μπάιντεν καθιστά ηλίου φαεινότερον τη συντεταγμένη στρατηγική ανάσχεσης και υπερπόντιας εξισορρόπησης των ΗΠΑ, έναντι του μόνου ανταγωνιστή «που είναι δυνητικά ικανός να συνδυάσει την οικονομική, διπλωματική, στρατιωτική και τεχνολογική του ισχύ για να δημιουργήσει μια διαρκή πρόκληση σε ένα σταθερό και ανοιχτό διεθνές σύστημα».

Αυτό γιατί η μετάβαση από τη στρατηγική της ειρηνικής ανάδυσης, που εγκαθίδρυσε ο Ντενγκ Σιάο Πινγκ (1978-1989) και ακολούθησε απαρέγκλιτα η Κίνα μέχρι και την περίοδο της προεδρίας του Χου Τζιντάο (2003-2013), με αντικειμενικό πολιτικό στόχο να απομειώσει τα οποία διλήμματα ασφάλειας των συνδαιτυμόνων της και να προσαρμοστεί στους κανόνες της νεοφιλελεύθερης διεθνούς τάξης, στη συγκαιρινή στρατηγική του Σι Τζιπίνγκ («καθησυχάστε, μεταρρυθμίστε την υπάρχουσα διεθνή τάξη και αντισταθείτε») για τη διαμόρφωση ενός εξωτερικού περιβάλλοντος ασφάλειας με στόχο την ανάδυση της Κίνας ως πλανητικής δύναμης, συνωθεί τις ΗΠΑ στην εξωτερική-εσωτερική της εξισορρόπηση.

Όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται στη διακηρυχθείσα στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ για την προεδρία Μπάιντεν:

«Όταν η συμπεριφορά της κινεζικής κυβέρνησης απειλεί άμεσα τα συμφέροντα και τις αξίες μας, θα απαντήσουμε στην πρόκληση του Πεκίνου. […]. Θα υποστηρίξουμε τους γείτονες και τους εμπορικούς εταίρους της Κίνας στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους να κάνουν ανεξάρτητες πολιτικές επιλογές χωρίς εξαναγκασμό ή αδικαιολόγητη ξένη επιρροή.

Θα προωθήσουμε τοπικά καθοδηγούμενη ανάπτυξη για την καταπολέμηση της χειραγώγησης των τοπικών προτεραιοτήτων.

Θα υποστηρίξουμε την Ταϊβάν, μια κορυφαία δημοκρατία και έναν κρίσιμο οικονομικό εταίρο και την ασφάλεια, σύμφωνα με τις μακροχρόνιες αμερικανικές δεσμεύσεις.

Θα διασφαλίσουμε ότι οι εταιρείες των ΗΠΑ δεν θα θυσιάσουν τις αμερικανικές αξίες στην επιχειρηματική δραστηριότητα στην Κίνα. Και θα υπερασπιστούμε τη δημοκρατία, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μεταξύ άλλων στο Χονγκ Κονγκ, στο Xinjiang και στο Θιβέτ. Σε όλα αυτά τα ζητήματα, θα εργαστούμε για να σφυρηλατήσουμε μια κοινή προσέγγιση με χώρες που έχουν το ίδιο πνεύμα».

Ωστόσο η εν λόγω στρατηγική επιλογή των ΗΠΑ δεν λαμβάνει υπόψιν ότι Ταιβάν είναι ένα εσωτερικό ζήτημα για την Κίνα (που την θεωρεί επαρχία της) και συνέχεται με το αέναο δίλημμα ασφαλείας που δημιουργεί στο Πεκίνο μια ενδεχόμενη αυτονόμησή της σε συνδυασμό με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας.

Για τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας η Ταιβάν (σε αντίθεση με την Κορέα) αποτελεί μέρος του κινεζικού έθνους, της φυλής των Χαν και οι εξωτερικές σχέσεις των δύο μερών καθορίστηκαν από την πολιτική του Ντενγκ Σιάο Πινγκ «μια χώρα, δύο πολιτικά συστήματα» με σκοπό την μελλοντική ενοποίηση.

Υπό αυτό το πρίσμα μια ανεξάρτητη Ταϊβάν δημιουργεί προβλήματα για την εθνική ταυτότητα της Κίνας, αφήνοντας εκτός μια σημαντική εδαφική επικράτεια που αρχικά εγκατέλειψε την εξουσία της Κίνας λόγω της αποικιακής προσάρτησης.

Συνακόλουθα, μια ανεξάρτητη Ταϊβάν εγείρει ζητήματα για το σύνολο των εθνοτικών εδαφών υπό την κινεζική εξουσία· «εάν επιτρέψουν στους Ταϊβανέζους την εθνική τους ανεξαρτησία λόγω εθνοτικών διαφορών, δημιουργούνται αντίστοιχα ζητήματα για τους Θιβετιανούς και τους Μουσουλμάνους Ουιγούρους ή ακόμα και τους Καντονέζους».

Ανάλογα και αντίστοιχα το δίλημμα ασφαλείας της Κίνας δύναται να ερμηνευθεί λόγω της στρατηγικής θέσης της Ταιβάν και της ισχυρής οικονομικοστρατιωτικής της σύνδεσης με τις ΗΠΑ. Κατά τούτο αναφύεται ένα ισχυρό στρατηγικό κίνητρο για την Κίνα να παρεμποδίσει ή να διακόψει τους στενούς δεσμούς της Ταϊβάν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εάν δεν μπορέσει να πετύχει το ευκταίο –την προσάρτηση της Ταϊβάν.

Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Χου Τζιντάο στο δέκατο έβδομο συνέδριο του Κομουνιστικού Κόμματος της Κίνας το 2007: «Οι δύο πλευρές των Στενών είναι βέβαιο ότι θα επανενωθούν κατά τη διάρκεια της μεγάλης αναζωογόνησης του κινεζικού έθνους».

Η ενοποίηση θα δημιουργούσε ένα συγκριτικό στρατηγικό πλεονέκτημα για την Κίνα. Από τη μια πλευρά το Πεκίνο θα απορροφούσε τους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους της Ταϊβάν, μεταστρέφοντας την ισορροπία δυνάμεων στην Ασία προς την κατεύθυνση της Κίνας. Από την άλλη πλευρά η Ταϊβάν αποτελεί ένα «γιγάντιο αεροπλανοφόρο» παραπλεύρως των κινεζικών ακτών δίνοντας στο Πεκίνο τη δυνατότητα για προβολή στρατιωτικής ισχύος στον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό.

Αντίστροφα για τις ΗΠΑ η Ταϊβάν αναδεικνύεται σε μείζονα εξωτερικό συντελεστή στη στρατηγική υπερπόντιας εξισορρόπησης της Κίνας.

Δεν είναι μόνο οι οικονομικοστρατιωτικοί πόροι της Ταϊπέι και η λειτουργία της ως γιγάντιο αεροπλανοφόρο που δύναται να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο των υδάτων στην ανατολική ακτή της Κίνας. Αλλά και η πολιτική δέσμευση της Ουάσιγκτον ως εγγυητής της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συμμαχική αξιοπιστία των ΗΠΑ στην περιοχή –ιδίως έναντι της Ιαπωνίας και τη Νότιας Κορέας σε περίπτωση που απειληθούν από την Κίνα ή τη Βόρεια Κορέα.

Ως εκ τούτο η εύθραυστη στρατηγική ισορροπία στο τρίγωνο Κίνα-Ταϊβάν-ΗΠΑ κατοπτρίζεται στο εσωτερικό ζήτημα μεταξύ Κίνας-Ταϊβάν και στο εξωτερικό ζήτημα της πλανητικής ισορροπίας ισχύος μεταξύ ΗΠΑ - Κίνας.

Για το πρώτο, ο στρατηγικός γρίφος για το Πεκίνο συνίσταται στο πως θα μπορέσει να επαναφέρει την Ταϊπέι στο κινεζικό έθνος, ενώ αντίστροφα η Ταϊβάν επιζητά τη διατήρηση της πολιτικής της αυτονομίας και των ειδικών οικονομικοπολιτικών σχέσεων με την Κίνα χωρίς να απορροφηθεί ή να «βομβαρδιστεί» από αυτήν.

Για το δεύτερο η υπέρβαση των οικονομικοπολιτικών-θεσμικών επιπτώσεων της πανδημίας και η άτεγκτη οικονομικοστρατιωτική ανάπτυξη του Πεκίνου, υλοποιώντας κατά γράμμα το γεωοικονομικό του όραμα «μία ζώνη, ένας δρόμος», καθιστά εναργή και άμεσα υπολογίσιμη την εξωτερική απειλή για την αμερικανική διεθνή τάξη.

Ως εκ τούτου οι ΗΠΑ έχουν να επιλέξουν μεταξύ δύο στρατηγικών επιλογών.

Είτε θα λειτουργήσουν ως υπερπόντιος εξισορροπητής, ανακόπτοντας την άνοδο της Κίνας με μία νέα στρατηγική ανάσχεσης στην περίμετρο της Ευρασίας, είτε θα χρησιμοποιήσουν μια αντίστοιχη στρατηγική για τη δημιουργία μιας «νέας παγκόσμιας τάξης» που θα αντικατοπτρίζεται σε μια συνολική διευθέτηση με την Ε.Ε., την Ιαπωνία, την Κίνα, την Ινδία και τη Ρωσία «σχετικά με τα όρια της αποδεκτής συμπεριφοράς και τον τρόπο επιβολής τους».

Το ποια στρατηγική θα επιλέξουν συναρτάται από το μέτρο αποτελεσματικότητάς της για την προάσπιση-προαγωγή των ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων εμπερικλείονται η αποτροπή της διάδοσης-χρήσης και της απειλής χρήσης όπλων μαζικής καταστροφής, η διατήρηση μιας περιφερειακής-πλανητικής ισορροπίας δυνάμεων, η ανάσχεση των αναδυόμενων περιφερειακών ηγεμόνων, η διασφάλιση της βιωσιμότητας-σταθερότητας των μεγάλων παγκόσμιων συστημάτων (εμπόριο, χρηματοπιστωτικές αγορές, ενεργειακός εφοδιασμός, κυβερνοχώρος, κ.α.) κλπ.

***

Του Διονύση Τσιριγώτη, Επίκουρου Καθηγητή, Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, Διεθνών Σχέσεων & Διπλωματίας. Τμήμα Διεθνών & Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πανεπιστημίου Πειραιώς.