ΠΟΛΙΤΙΚΗ
23/06/2018 09:35 EEST | Updated 23/06/2018 09:35 EEST

Η Τουρκία μετά τις εκλογές: το μεγάλο διακύβευμα για το μέλλον του Ερντογάν και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Ο Κωνσταντίνος Φίλης εξηγεί στη HuffPost Greece πώς η πιθανή έκβαση των εκλογών θα επηρεάσει τον Ερντογάν, την Τουρκία και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Anadolu Agency via Getty Images

Την Κυριακή 24 Ιουνίου διεξάγονται, υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης και σε κλίμα εξόχως αντιδημοκρατικό, διπλές εκλογές στην Τουρκία, βουλευτικές και προεδρικές. Πρόκειται για ιστορικές εκλογές τόσο για την Τουρκία, όσο και για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Τα ερωτήματα πολλά, όπως θα καταφέρει να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο ο Ερντογάν; Θα διατηρήσει το κόμμα του την πλειοψηφία στη Βουλή; Εάν όχι τι θα κάνει; Πόσο πιθανό είναι να χάσει;

Επιπλέον, είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη ότι την επόμενη μέρα στην Τουρκία  θα ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του περσινού δημοψηφίσματος, που προβλέπουν τη μεταβολή της Τουρκίας προς ένα σύστημα το οποίο προσομοιάζει το προεδρικό, το οποίο ωστόσο δεν θα έχει τις εξισορροπητικές και αντισταθμιστικές προβλέψεις που συνήθως έχουν αυτά τα συντάγματα. Αυτό μεταξύ άλλων σημαίνει ότι ο κ.Ερντογάν, εάν κερδίσει τις εκλογές, δεν θα είναι μόνο επικεφαλής του κόμματός του και του κράτους, αλλά θα ηγείται και της κυβέρνησης, ρόλο που μέχρι σήμερα κατέχει ο πρωθυπουργός. Θα είναι παντοδύναμος με εξουσίες και στις ένοπλες δυνάμεις, αλλά και την αστυνομία. Με απλά λόγια, εάν κερδίσει τις εκλογές θα καταστεί ο πιο ισχυρός Τούρκος ηγέτης μετά την ίδρυση του τουρκικού κράτους το 1923 από τον Κεμάλ Ατατούρκ.

Πώς όλα αυτά θα μεταβάλουν τις ισορροπίες στην γειτονική μας χώρα και κατ΄επέκταση πώς τα νέα δεδομένα θα επηρεάσουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και αυτές με την Ε.Ε. Και τη Δύση;.

Σε αυτά τα ερωτήματα απαντά στη HuffPost Greece o  δρ. Κωνσταντίνος Φίλης, συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν» (εκδόσεις Παπαδόπουλος) και  διευθυντής των ερευνητικών προγραμμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

-Οι εκλογές στην Τουρκία είναι σημαντικές για πολλούς λόγους. Ένας εξ αυτών είναι ότι την επόμενη μέρα θα ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του περσινού δημοψηφίσματος, που προβλέπουν τη μεταβολή της Τουρκίας προς ένα σύστημα το οποίο προσομοιάζει το προεδρικό, το οποίο ωστόσο δεν θα έχει τις εξισορροπητικές και αντισταθμιστικές προβλέψεις που συνήθως έχουν αυτά τα συντάγματα.  Αυτό πως εκτιμάτε ότι θα αλλάξει το πολιτικό σκηνικό στην Τουρκία και πώς θα επιρρεάσει τις σχέσεις της γειτονικής μας χώρας όχι μόνο με την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη; 

Πράγματι οι εκλογές θα επικυρώσουν τη μετάβαση σ΄ένα προεδρικό σύστημα, προσωποκεντρικό, υπερσυγκεντρωτικό με την απουσία ασφαλιστικών δικλίδων ελέγχου του προέδρου, όπως συνέβαινε έστω και τύποις, γιατί τύποις συνέβαινε, στο παρελθόν στην προεδρευόμενη δημοκρατία της Τουρκίας με τον ρόλο του κοινοβουλίου. Βέβαια και για λόγους πρεστίζ και για λόγους ουσίας ο Ερντογάν θα ήθελε να έχει την πλειοψηφία και στο κοινοβούλιο. Μάλιστα σε περίπτωση που δεν την κατακτήσει, εφόσον εκλεγεί πρόεδρος, που είναι περίπου βέβαιο, δεν αποκλείεται να προκηρύξει εκ νέου βουλευτικές εκλογές μετά από κάποιο χρονικό διάστημα ώστε να κατακτήσει την πολυπόθητη πλειοψηφία. Να πάει δηλαδή στις εκλογές αυτές με ένα δίλημμα ότι εφόσον ο ίδιος θα είναι πρόεδρος για τα επόμενα πέντε χρόνια να ζητήσει από τον λαό να του δώσει την δυνατότητα να κυβερνήσει σταθερά και χωρίς να έχει ένα κοινοβούλιο το οποίο θα του θέτει εμπόδια. Ας έχουμε κατά νου και αυτό το σενάριο. Ένα άλλο, πιο τραβηγμένο αλλά όχι εντελώς απίθανο ενδεχόμενο είναι το AKP να προσεγγίσει το κόμμα της Ακσενέρ ή το φιλοκουρδικό/φιλοεργατικό κόμμα, αναβιώνοντας τις ειρηνευτικές συνομιλίες με τους Κούρδους. Βέβαια, η απόσταση που χωρίζει τους δεύτερους (εννοώ την κομματική ελίτ όχι το κουρδικό στοιχείο συνολικά) από τον Ερντογάν είναι τεράστια. Με την Ακσενέρ, εντούτοις, την οποία ο Ερντογάν σε ανύποπτο χρόνο είχε στηρίζει, τα πράγματα δεν είναι τόσο απόλυτα. Και μόνο ότι διακινούνται τέτοια σενάρια, γίνεται αντιληπτή τόσο η ρευστότητα της κατάστασης όσο και η όχι τόσο ασφαλής για τον Ερντογάν νέα πραγματικότητα.

Τώρα η μετάβαση αυτή της Τουρκίας είναι μια ακόμη απόπειρα στο μετέωρο βήμα της προς τη Δημοκρατία, το οποίο ξεκίνησε το 1946. Μάλιστα, θα λέγαμε ότι η Τουρκία αυτή τη στιγμή είναι η χώρα με τη μακροβιότερη χρονικά προσπάθεια εκδημοκρατισμού η οποία όμως όπως φαίνεται έχει αποτύχει παταγωδώς. Τώρα το νέο σύστημα υπηρετεί και εξυπηρετεί το πρόσωπο του Ερντογάν, όμως και οι άλλες δυνάμεις, παρά την κριτική που του ασκούν, προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Είναι, επίσης, πιθανόν να δημιουργηθεί ένα δικομματικό σύστημα. Είδαμε εξάλλου τις προσπάθειες της αντιπολίτευσης για να συμπτυχθεί ένα μέτωπο απέναντι στον Ερντογάν, γεγονός που μας οδηγεί στο μέλλον σε ένα δικομματικό σύστημα στα πρότυπα του αμερικανικού. Το τουρκικό βέβαια θα απέχει πάρα πολύ στην λειτουργία του πολιτεύματος και κυρίως στη δυνατότητα ελέγχου του προέδρου. Είναι σαφές ότι ένα σύνταγμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του Ερντογάν απομακρύνει περαιτέρω την Τουρκία από την ευρωπαϊκή οικογένεια, η απόκλιση πλέον είναι πολύ μεγάλη και δεν φαίνεται ότι υπάρχει προοπτική σοβαρή αυτή η θεσμικά χαώδης διαφορά να γεφυρωθεί στο προβλεπτό μέλλον. Αυτό σημαίνει ότι θα έπρεπε ήδη να έχουμε αρχίσει να καταστρώνουμε εναλλακτικά σχέδια απέναντι στην πάρα πολύ μακρινή, αν όχι αδύνατη, προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα αντικασταθεί με μία ειδικού τύπου σχέση.

-Ποτέ ο Ερντογάν δεν φαινόταν τόσο ισχυρός, όμως οι δημοσκοπήσεις φανερώνουν ότι είναι ευάλωτος. Τι σημαίνει αυτό για το μέλλον του;

Σημαίνει ότι εάν ο Ερντογάν δεν ανατρέψει θεαματικά την πολιτική του φιλοσοφία, την πόλωση που συστηματικά επιχειρεί και η οποία επιτείνει τις διαιρέσεις στους κόλπους της τουρκικής κοινωνίας, επωφελούμενος κάθε φορά από αυτές τις αντιπαραθέσεις, εάν δεν αλλάξει ρότα σε σχέση με την εξωτερική πολιτική και δεν γίνει πιο συμβιβαστικός και εάν δεν αφουγκραστεί το μέρος της τουρκικής κοινωνίας (κυρίως της ανερχόμενης νεολαίας), που αποστρέφεται τον ίδιο και τις πρακτικές του, θα είναι πολύ δύσκολο να παραμείνει στην εξουσία πέραν του 2023. Επειδή, όμως, είναι ένας πρόεδρος που κάνει πιρουέτες (όποτε χρειαστεί) και είναι ευέλικτος, εάν αυτό αφορά την πολιτική του επιβίωση, τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Όμως εάν δεν τα κάνει όλα αυτά, η πενταετία που έρχεται θα είναι εκτός απροόπτου η τελευταία του. Ακόμη και αν καταφέρει να «αναστήσει» την οικονομία, κάτι, ωστόσο, που θα απαιτήσει αντιδημοφιλή μέτρα, δεν θα είναι εύκολα ανατρέψιμες οι κοινωνικές δυναμικές που προκαλεί η στοχοποίηση και το ανελέητο κυνηγητό των αντίθετων φωνών.

Jeff J Mitchell via Getty Images

-Μιλήσατε για το ενδεχόμενο να μην κερδίσει την πλειοψηφία στη Βουλή. Είναι πιθανό οι αντίπαλοι του να τον εμποδίσουν να κερδίσει την πλειοψηφία στη βουλή και ενδεχομένως να έχουμε δεύτερο γύρο. Πώς μπορεί να εξελιχθεί αυτό  το σενάριο κατά  την άποψή σας;

Το ιδανικό σενάριο είναι να κερδίσει και τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις: να έχει την αυτοδυναμία η σύμπραξη AKP-Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (Μπαχτσελί) και ο ίδιος να εκλεγεί πρόεδρος την πρώτη Κυριακή. Ενδέχεται, ωστόσο, να μην εκλεγεί από την πρώτη Κυριακή και να απωλέσει την πλειοψηφία στην Εθνοσυνέλευση, εκεί όπου δεν υπάρχει δεύτερη ευκαιρία. Επισημαίνω βέβαια ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν υπό καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με μεταφερόμενες κάλπες σε κάποιες περιφέρειες (δήθεν για λόγους ασφαλείας), με ασφράγιστα ψηφοδέλτια να γίνονται δεκτά, και τους 300 παρατηρητές του ΟΑΣΕ να μην έχουν πρόσβαση σε όλη την επικράτεια (ιδίως στις κουρδικές περιοχές). Όλα αυτά παρέχουν στην κυβέρνηση τη δυνατότητα μεθόδευσης του τελικού αποτελέσματος.

-Να δούμε και το σενάριο που θέλει ο Ερντογάν να χάνει την εξουσία; Τι θα συνέβαινε τότε.

Το σενάριο αυτό συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες, δεδομένων των συνθηκών υπό τις οποίες θα διεξαχθούν οι εκλογές. Αν, πάντως, υποθέσουμε ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα προκαλούσε μεν ανακούφιση σε αρκετούς, ειδικά στις δυνάμεις εκείνες που θέλουν να έχουν με την Τουρκία μια σχέση πιο στενή και βλέπουν τον Ερντογάν ως εμπόδιο, όπως για παράδειγμα το Ισραήλ ή χώρες της Δύσης. Από εκεί και πέρα, ακόμη και αν η αποχώρηση του Ερντογάν από την εξουσία γίνει με αυτό τον ομαλό τρόπο, η επόμενη ημέρα για τον ίδιο θα είναι πολύ δυσάρεση. Πιθανότατα το ίδιο δύσκολη θα είναι και για την Τουρκία, μιας και ο Ερντογάν έχει καταφέρει όλα αυτά τα χρόνια να εδραιώσει την εξουσία του σε όλους τους θεσμούς και μηχανισμούς, θεσμικούς και παρακρατικούς, άρα ο εκτοπισμός του από την εξουσία θα είναι μια δύσκολη διαδικασία και είναι σαφές ότι η Τουρκία θα μπει σε αχαρτογράφητα νερά. Θα περάσει, δηλαδή, από την οιονεί αστάθεια που βρίσκεται σήμερα, σε μια νέα μεταβατική φάση όπου το αποτέλεσμα αυτής θα είναι απροσδιόριστο. Αυτό θα εξαρτηθεί από το πως θα κινηθούν οι κεμαλιστές σε αυτό το σενάριο έναντι του Ερντογάν, αν ο Ερντογάν θα προστατευθεί ή θα βρεθεί ενώπιον της δικαιοσύνης και θα έχει την τύχη του Μεντερές ή τελοσπάντων μια κακή κατάληξη.

Τι θα γίνει με την υπόλοιπη Τουρκία την οποία ο Ερντογάν έχει βάλει στο παιχνίδι και την οποία οι κεμαλιστές είχαν συνειδητά εκτός παιχνιδιού γιατί η πολιτική τους ήταν ελιτίστικη (αντιθέτως ο Ερντογάν πιστώνεται ότι η πολιτική του υπήρξε πολύ πιο φιλολαϊκή); Θα υπήρχαν προφανώς αναταράξεις το πρώτο χρονικό διάστημα, τώρα εάν η κατάσταση σταθεροποιούταν ή όχι αυτό δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα αυτή τη στιγμή, γιατί είναι πάρα πολλές και μεγάλες οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή η Τουρκία: στην οικονομία, στην εξωτερική πολιτική, σε σχέση με το Κουρδικό, που είναι προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής. Ο Ιντζέ έχει πει ότι ο ίδιος θα κινηθεί με διάθεση προσέγγισης με τη Δύση, αποκατάστασης των σχέσεων με τη Συρία, αλλά όλα αυτά δεν είναι εύκολο να συμβούν από τη μια στιγμή στην άλλη, θα πάρει χρόνο και το θέμα είναι τι θα συμβεί σε αυτή την μεταβατική φάση κάτι για το οποίο κανείς δεν μπορεί να πει.

-Όσον αφορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις τι μπορούμε να περιμένουμε;

Οι σχέσεις με την Ελλάδα δεν σταματούν στις 25 Ιουνίου ή δύο εβδομάδες μετά, εάν υπάρξει δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών. Τα προβλήματα με την Ελλάδα έχουν μια διαχρονικότητα και μπορεί ο Ερντογάν να κινήθηκε διαφορετικά από την προτέρα κατάσταση, αλλά στην ουσία τους οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν έχουν διαφοροποιηθεί. Μάλιστα ενώ ο Ερντογάν πιστώνεται ότι δεν προκάλεσε πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, τουλάχιστον μέχρι το 2015, δηλαδή για δέκα και πλέον χρόνια (από το 2002 όταν το AKP κέρσιε τις εκλογές), στη συνέχεια έχουμε μια μεταστροφή για μια σειρά λόγων που σχετίζονται και με την Ελλάδα, αλλά και με το γεγονός ότι η Τουρκία έχε υποστεί μια μετάλλαξη στο εσωτερικό και στις σχέσεις της με την Δύση. Από το 2015 και μετά, η Τουρκία έχει αναβαθμίσει ποιοτικά τις διεκδικήσεις απέναντι στη χώρα μας και έχει αποκτήσει την αίσθηση υπεροχής απέναντι στην Ελλάδα ώστε να πιστεύει ότι στο μέλλον θα μπορούσε να την δορυφοροποιήσει ή/και να την φινλαδοποιήσει. Δηλαδή, πιστεύει η τουρκική ηγεσία πως η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα, ισχυρή οικονομικά, αν και έχει σοβαρές αδυναμίες, αλλά πάντως ισχυρότερη ημών και μόνο σε θέμα μεγέθους, μεγάλη πληθυσμιακά, με ισχυρή αμυντική βιομηχανία, που θεωρεί ότι είναι ισότιμος εταίρος μεγάλων δυνάμεων ή και περιφερειακών, όπως είναι η Ρωσία, οι ΗΠΑ, η Κίνα, ότι μπορεί και συνομιλεί σε ισότιμη βάση μαζί τους, άρα έχει τη ψευδαίσθηση ότι είναι πολύ μεγάλη και η αδύναμη οικονομικά Ελλάδα, η Ελλάδα που έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια, παρά ή μάλλον λόγω της θωράκισης που ως κράτος-μέλος ΕΕ και ΝΑΤΟ, απαγορεύοντας σκέψεις για κάτι πιο δυναμικό, μπορεί να φινλαδοποιηθεί από την Τουρκία. Φινλαδοποίηση σημαίνει να ορίζουμε τη συμπεριφορά μας με βάσει τις επιθυμίες της Άγκυρας. Σε αυτό πιστεύω ότι προσβλέπει η γειτονική μας χώρα σε σχέση με την Ελλάδα και τον ευρύτερο περίγυρό της. Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουμε στο μέλλον.

Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι πως η Τουρκία θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος στη σχέση της με την ΕΕ και γενικότερα τη Δύση, όπως επίσης θεωρεί ότι η Ελλάδα είναι Δούρειος Ίππος της Δύσης απέναντι στην Τουρκία. Δηλαδή υπάρχει μια αίσθηση αυτή τη στιγμή σε κύκλους που είναι κοντά στον Ερντογάν ότι η Ελλάδα είναι η χώρα η οποία προσπαθεί μέσω μιας θερμής κατάστασης (η Τουρκία πιστεύει ότι εμείς την καλλιεργούμε και τελικά μπορούμε να την προκαλέσουμε) να σύρει την Τουρκία σε μια σύρραξη και να γίνει αυτό προϊόν εκμετάλλευσης από τους δυτικούς μας εταίρους ώστε να αποδυναμώσουν και να αποσταθεροποιήσουν τον Ερντογάν προκειμένου να τον θέσουν εκτός νυμφώνος και η Τουρκία να καταστεί και πάλι μια προβλέψιμη χώρα, που θα έχει ευθυγραμμιστεί με τα συμφέροντα της Δύσης. Αυτό όσο και αν μας ακούγεται εξωφρενικό, κύκλοι κοντά στον Ερντογάν το συνυπολογίζουν στη στρατηγική τους σκέψη. Αυτό έχει το θετικό ότι λειτουργεί αποτρεπτικά στην όποια απόπειρα της Άγκυρας να δημιουργήσει μια αρνητική κατάσταση στο Αιγαίο, αλλά από την άλλη δημιουργεί μια εχθρότητα απέναντι στην Αθήνα, στη λογική ότι εμείς παίζουμε το παιχνίδι τρίτων και όχι το δικό μας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Τούρκοι λένε πως η Ελλάδα ήθελε να εκδώσει τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς αλλά δεν της το επέτρεψαν οι Δυτικοί. Δηλαδή το αφήγημα των Τούρκων είναι οτι οι Δυτικοί που ενορχήστρωσαν μαζί με τον Γκιουλέν το αποτυχημένο πραξικόπημα είναι αυτοί οι οποίοι τώρα δεν επιτρέπουν στην Ελλάδα, ενώ η ίδια το επιθυμεί, να επιστρέψουν οι πραξικοπηματίες στην Τουρκία. Αυτό λοιπόν δημιουργεί μια φυσική εχθρότητα της Τουρκίας απέναντί μας και αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει να δούμε πως θα το διαχειριστούμε γιατί η έξαρση εθνικισμού στην οποία βρίσκεται η γείτονα δεν θα καταλαγιάσει το επόμενο χρονικό διάστημα. Άλλωστε, η Άγκυρα, φοβούμενη ότι δημιουργούνται τετελεσμένα σε βάρος της στο Αιγαίο και ειδικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί να προβεί σε ενέργειες που να παραπέμπουν σε απονενοημένα διαβήματα. Πρέπει, λοιπόν, να είμαστε έτοιμοι να τις αποτρέψουμε και να τις αποκρούσουμε.