CULTURE
16/05/2021 09:55 EEST

Ναταλία Σουίφτ: Ανοίγοντας φτερά στην άπνοια της πανδημίας

Δίνει την πρώτη συνέντευξη της και συστήνεται εκπροσωπώντας επί της ουσίας μία ολόκληρη γενιά.

φωτογραφία Δανάη Παπαδοπούλου

«… Αποφοίτησα από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών τον Ιούνιο του 2020, κατά την διάρκεια του πρώτου lockdown […] Η πρώτη καραντίνα ήταν αρκετά ιδιαίτερη. Πέρα από το ότι βιώναμε όλοι μία συνθήκη εξαιρετικά πρωτόγνωρη, για μένα συνέπεσε και με τους τελευταίους μήνες μου στη σχολή. Ήταν κάτι που το περιμέναμε τέσσερα χρόνια και έληξε δυστυχώς λίγο πιο άδοξα από ό,τι θα θέλαμε, αν και το ίδιο συγκινητικά. Το πιο λυπηρό, πέρα από τις παραστάσεις που δεν καταφέραμε να κάνουμε, είναι ότι χάσαμε ουσιαστικά τους τελευταίους μήνες που είχαμε όλοι μαζί σε μια συνθήκη σχολής ακόμα, πριν αποφοιτήσουμε».

Δύο μεγάλου και δύο μικρού μήκους ταινίες -με ειδική μνεία ερμηνείας σε μία εξ αυτών-, δύο συν μία σειρές, οι «42οC» -με πρωταγωνιστικό ρόλο- της Cosmote TV που έκανε πρεμιέρα στις 14 Μαΐου και η «Καρτ Ποστάλ», που βασίζεται σε δύο βιβλία της Βικτόρια Χίσλοπ και θα δούμε στην ΕΡΤ (αλλά και ένα ρολάκι μερικά χρόνια πριν σε σειρά του ΑΝΤ1).

Θέατρο όχι ή, τουλάχιστον όχι ακόμη. Η πρώτη φορά που θα ανέβει στο σανίδι θα είναι τον χειμώνα, σε παράσταση του Γιάννη Στάνκογλου -«αν ανοίξουν τα θέατρα!», όπως λέει η ίδια εμφατικά, καθώς παρά την ελευθερία που φέρνουν οι εμβολιασμοί και το καλοκαίρι, ο ιός είναι ακόμη εδώ και το δύσκολο φθινόπωρο μπροστά μας.

φωτογραφία Νίκος Πάστρας

Πώς είναι να είσαι 26 χρονών και να ανοίγεις τα φτερά σου σε απόλυτη άπνοια, σε μία περίπου ανεστραμμένη πραγματικότητα; Πώς τροφοδοτείς τα σχέδια σου σε συνθήκες καραντίνας; Και πέρα από όλα, στο τέλος της ημέρας, πώς βιοπορίζεσαι;

Η νεαρή ηθοποιός Ναταλία Σουίφτ, στην πρώτη συνέντευξη της, μιλά στη HuffPost για τους γονείς και τα παιδικά της χρόνια, τους αγαπημένους της σκηνοθέτες, την τηλεόραση και το σινεμά, τα απανωτά lockdown, τις βόλτες και την τύχη, το ελληνικό MeToo όπως το είδε η δική της γενιά, αλλά και το πώς ονειρεύεται τη ζωή της τα επόμενα πέντε χρόνια.

Η ελευθερία να εξερευνήσω

«Μεγάλωσα στην Αγία Παρασκευή. Στα 21 μετακόμισα πρώτη φορά μόνη μου στο Παγκράτι. Εκεί μένω μέχρι τώρα, σε ένα δώμα που αν και μικροσκοπικό έχει μια υπέροχη ταράτσα με θέα όλη την Αθήνα. Οι γονείς μου δεν έχουν σχέση με την υποκριτική επαγγελματικά αλλά αγαπούν πολύ το θέατρο και το σινεμά και με πήγαιναν από μικρή. Μου πέρασαν την δίψα για αυτά τα πράγματα και τους ευχαριστώ πολύ για αυτό (και για πολλά, πολλά άλλα). Δεν ξέρω αν από εκεί προέκυψε και η επιλογή μου να γίνω ηθοποιός, το ήθελα από πάντα όμως με έναν τρόπο. Και υπήρχε από τους γονείς μου η ελευθερία να το εξερευνήσω. Έφτιαχνα μικρές παραστάσεις, φορούσα τα παρεό της μαμάς μου και τους τις παρουσίαζα. Ο μπαμπάς μου έφτιαχνε δικές του ιστορίες, μου τις έλεγε τα βράδια και μου έκανε διαφορετικές φωνές. Η μαμά μου έφτιαχνε αποκριάτικα κοστούμια. Δεν μου συντηρούσαν απλά αυτήν την περιέργεια, μου την τροφοδοτούσαν. Στην έκτη δημοτικού έπαιξα την Mary Poppins σε μια σχολική παράσταση ε και μετά πάει, αυτό ήταν. Υπήρχαν μικρές περίοδοι που ξεστράτισα (όπως τις δύο εβδομάδες που είχα αποφασίσει να γίνω σχεδιάστρια μόδας, ενώ δεν μπορώ να ζωγραφίσω ούτε ευθεία γραμμή), αλλά πάντα επανερχόμουν γρήγορα. Στο λύκειο μπήκα στον θεατρικό όμιλο του σχολείου μου και γνώρισα μια φανταστική δασκάλα και σκηνοθέτη, την Αγγελική Γκιργκινούδη. Μας γέμισε με τέτοια ορμή και φωτιά γι′ αυτό το πράγμα που όταν αποφοίτησα ένιωθα ότι δεν υπήρχε κάποια άλλη επιλογή. Θα την ευχαριστώ πάντα γι′ αυτό».

Η τηλεόραση και η «Λένα»

«Τώρα συμμετείχα στην σειρά «Καρτ Ποστάλ» της ΕΡΤ -στα γυρίσματα έτυχε να συναντήσω την Βικτώρια Χίσλοπ η οποία ήταν φοβερά συμπαθής και ανοιχτή, πρόθυμη να βοηθήσει σε όλα- σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαβασιλείου και τον Ιούνιο θα ολοκληρώσουμε τα γυρίσματα για τα «Μπάσταρδα» του Νίκου Πάστρα. Θα συμμετάσχω επίσης στην μικρού μήκους «Όχι Αύριο» της Αμέρισσας Μπάστα».

... Η σχέση μου με την τηλεόραση δεν είναι στενή. Δεν έβλεπαν και οι γονείς μου μεγαλώνοντας, οπότε μπορεί γι′ αυτό και να μην με τράβηξε ποτέ πολύ. Πάντα είχα περισσότερη αδυναμία στη μεγάλη οθόνη.

Λένα στη σειρά '42οC'

Βέβαια περνάμε πλέον σε μια φάση που η ελληνική τηλεόραση ανεβαίνει συνεχώς και μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον και αναγκαίο αυτό.

Το «42οC» πάντως είχε ξεκάθαρα κινηματογραφικά στοιχεία και αυτό ήταν και ένας από τους λόγους που με γοήτευσε […] Την έχω αγαπήσει πάρα πολύ τη Λένα, τον ρόλο μου, οπότε δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι πολύ αντικειμενική. Νομίζω όμως ότι το πιο γοητευτικό στοιχείο της είναι ότι είναι διττή. Όπως και να την εξετάσεις έχει δύο όψεις. Από την μια ήρεμη, στωική, αποστασιοποιημένη, αλλά ραγισμένη στην πραγματικότητα. Από την άλλη υπάρχει ένα κομμάτι της το οποίο είναι γεμάτο θυμό, φλέγεται, πονάει και προσπαθεί με όποιον τρόπο μπορεί να δώσει απαντήσεις σε όσα της έχουν συμβεί. Προσπαθεί να δικαιολογήσει την εγκατάλειψη».

Πρώτη καραντίνα

«Η πρώτη καραντίνα ήταν αρκετά ιδιαίτερη. Πέρα από το ότι βιώναμε όλοι μία συνθήκη εξαιρετικά πρωτόγνωρη, για μένα συνέπεσε και με τους τελευταίους μήνες μου στη σχολή. Ήταν κάτι που το περιμέναμε τέσσερα χρόνια και έληξε δυστυχώς λίγο πιο άδοξα από ότι θα θέλαμε, αν και το ίδιο συγκινητικά. Το πιο λυπηρό, πέρα από τις παραστάσεις που δεν καταφέραμε να κάνουμε, είναι ότι χάσαμε ουσιαστικά τους τελευταίους μήνες που είχαμε όλοι μαζί σε μια συνθήκη σχολής ακόμα, πριν αποφοιτήσουμε».

Τα «επιτέλους έχεις χρόνο για εσωτερική αναζήτηση» δεν μου λειτούργησαν

«… Βόλτες. Πολλές πολλές βόλτες. Και στο πρώτο lockdown που δεν υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις 21:00, ειδικά βραδινές. Με βοήθησαν πολύ μέσα στην καραντίνα. Υπήρχε και το στοιχείο της άδειας πόλης που αν δεν το συνδέσεις με την πανδημία είναι φοβερά γοητευτικό. Και διάβασμα. Και ταινίες. Προσπάθησα να μείνω παραγωγική αν και το βρίσκω φοβερά δύσκολο σε μια τέτοια συνθήκη. Δηλαδή όλα αυτά τα «επιτέλους έχεις χρόνο για εσωτερική αναζήτηση» δεν μου λειτούργησαν η αλήθεια είναι.

Το καλοκαίρι ήρθε το «42οC» που ήταν ένα σωτήριο διάλειμμα από την καραντίνα και με γέμισε τρομερά.

Ήταν η πρώτη τόσο μεγάλη δουλειά που έκανα και είχα την τύχη να βρεθώ με εξαιρετικούς συνεργάτες που με βοήθησαν και με καθοδήγησαν και τους είμαι πολύ ευγνώμων. Έμαθα πολλά από αυτήν την δουλειά και αγάπησα και την ίδια την σειρά αλλά και τους ανθρώπους της.

Η τύχη συνεχίστηκε και οι αρχές του δεύτερου lockdown σηματοδότησαν την έναρξη γυρισμάτων για μία ταινία την οποία ετοιμάζαμε (τα «Μπάσταρδα» σε σκηνοθεσία Νίκου Πάστρα) και μετά από αρκετή δουλειά καταφέραμε να ξεκινήσουμε στις αρχές Νοέμβρη. Οπότε έζησα πολύ λιγότερο το δεύτερο lockdown.

Ήμουν πάρα πολύ τυχερή γιατί για τα γυρίσματα φύγαμε εκτός Αθηνών και πήγαμε στο σπίτι μου στην Αργολίδα, το οποίο είναι αρκετά απομακρυσμένο. Ζήσαμε εκεί όλοι μαζί για ενάμιση μήνα περίπου, μέσα στη φύση, με την θάλασσα από κάτω και το βουνό από πάνω, και δουλεύαμε πάνω σε κάτι που εξερευνήσαμε και φτιάξαμε όλοι μαζί. Ευτυχία. Εκείνη την περίοδο ο covid και τo lockdown ήταν κάτι πολύ μακρινό.

[...] Το οικονομικό είναι πάντα ένα ζήτημα εντός και εκτός καραντίνας. Με βοήθησε σίγουρα πάρα πολύ η δουλειά με το «42οC» το περασμένο καλοκαίρι. Oυσιαστικά από αυτό βιοπορίζομαι αυτή τη στιγμή. Έχω παράλληλα την απόλυτη στήριξη των γονιών μου σε ό,τι χρειαστώ, αλλά προσπαθώ όσο μπορώ να μην τους επιβαρύνω. Ευτυχώς αυτή τη στιγμή δεν έχει χρειαστεί ακόμα να ζητήσω κάποια οικονομική βοήθεια».

φωτογραφία Σεμέλη Μητροπούλου

Η αλαζονεία των κακοποιητών

«Ανήκω σε μία γενιά η οποία τώρα έχει αρχίσει σιγά σιγά να μπαίνει στον χώρο. Φήμες προφανώς υπήρχαν, αλλά δεν νομίζω ότι μπορούσε κανείς, από την δική μου γενιά τουλάχιστον, να διανοηθεί το μέγεθος της φρίκης. Αυτή η αλαζονεία των κακοποιητών, η σιγουριά ότι δεν πρόκειται να τους «αγγίξει» ποτέ κανείς είναι κάτι που σου προκαλεί τρομερή οργή. Θεωρώ ότι αυτό που έγινε με το ελληνικό MeToo είναι φοβερά σημαντικό και ο δρόμος που άνοιξε πρέπει να μείνει ανοιχτός και να συνεχίσει να μεγαλώνει με κάθε μαρτυρία, με κάθε όχι, με κάθε ένα που ίσως δεν είναι ακόμα σε θέση να μιλήσει αλλά βλέπει ότι κάτι ξεκινάει, ότι υπάρχει στήριξη. Όλοι οι άνθρωποι που μίλησαν, τόσο γενναία και ανοιχτά, για την κακοποίηση που δέχτηκαν, κατάφεραν κάτι τεράστιο. Να πατάξουν τον φόβο. Γιατί δεν γίνεται να νιώθεις φόβο για το χώρο που αγαπάς και εργάζεσαι. Κανείς, καμία και κανένα πια φοβισμένα».

Νίκος Νικολαΐδης, Νίκος Παναγιωτόπουλος και Φελίνι

«Οι αγαπημένοι μου σκηνοθέτες… Αυτό τώρα θα πιάσει την μισή συνέντευξη γιατί είμαι πολύ κακή στο να διαλέγω. Μου αρέσουν οι σκηνοθέτες που δημιουργούν κόσμους και με κάνουν να ζηλεύω όμορφα τους ηθοποιούς που ζούνε μέσα σε αυτούς. Επίσης έχω μια μεγάλη εκτίμηση για τον ελληνικό κινηματογράφο, νέο και παλιό, και νιώθω μεγάλη χαρά που έχω καταφέρει να συνεργαστώ με ανθρώπους που είναι κομμάτι του. Θα ήθελα σαν τρελή, με κάποιο μαγικό τρόπο, να είχα κάνει έστω ένα πέρασμα από μία ταινία του Νίκου Νικολαΐδη, του Νίκου Παναγιωτόπουλου και του Φεντερίκο Φελίνι».

Η ευχέρεια της επιλογής

«Πώς ονειρεύομαι τη ζωή μου τα επόμενα πέντε χρόνια; Θέλω να είμαι χαρούμενη. Με τους ανθρώπους μου, την οικογένεια μου, κοντά μου και καλά. Να δουλεύω σε πράγματα που θέλω και που με γεμίζουν. Να έχω την ευχέρεια της επιλογής».