Νέα έρευνα: Kι όμως, η κατάθλιψη όντως σχετίζεται με τη μειωμένη έκκριση σεροτονίνης

Και πώς τα νέα δεδομένα θα προσφέρουν πιο αξιόπιστες θεραπείες.
OsakaWayne Studios via Getty Images

Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι επιτέλους ανακάλυψαν την πρώτη προφανή απόδειξη ότι τα άτομα με κατάθλιψη πάσχουν από μειωμένη ικανότητα απελευθέρωσης σεροτονίνης στον εγκέφαλο.

Τα ευρήματα μιας μελέτης απεικόνισης εγκεφάλου αναζωπυρώνουν την πεποίθηση της ύπαρξης ουσιαστικής σχέσης μεταξύ της σεροτονίνης και της κατάθλιψης. Σε αντίθεση με τα συμπεράσματα μιας μελέτης που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Ιούλιο και δεν εντόπιζε «καμία σαφή ένδειξη» ότι τα χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης ευθύνονται για την κατάθλιψη, η τελευταία αναφορά, με επικεφαλής τους επιστήμονες του Imperial College του Λονδίνου, προτείνει ότι τα άτομα με κατάθλιψη παρουσιάζουν μειωμένη απόκριση σεροτονίνης.

Η αρχική υπόθεση της σεροτονίνης προέκυψε με βάση στοιχεία από μεταθανάτιους εγκεφάλους και δείγματα αίματος που αποδείκνυαν ότι το έλλειμμα σεροτονίνης θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάθλιψη. Η θεωρία βασίζεται και στον τρόπο με τον οποίο η κύρια κατηγορία αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης δρουν αποτελεσματικά κατά της κατάθλιψης.

Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά στοιχεία ότι οι ανωμαλίες στην έκκριση της σεροτονίνης είναι η υποκείμενη αιτία της κατάθλιψης, ενώ η απάντηση του ερωτήματος θεωρείται κρίσιμη για την παροχή καλύτερων θεραπειών. Η πιο πρόσφατη εργασία πάντως, ενισχύει την άποψη ότι η σεροτονίνη διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και παρουσιάζει μια νέα τεχνική απεικόνισης του εγκεφάλου που θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για την καλύτερη κατανόηση της αιτίας για την οποία τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα αποτυγχάνουν να βελτιώσουν την κατάσταση του 30% των ασθενών.

Η καθηγήτρια Κάθριν Χάρμερ, του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η οποία δεν συμμετείχε στην συγκεκριμένη έρευνα, το περιέγραψε ως σημαντικό εύρημα, την ίδια στιγμή που άλλοι επιστήμονες όπως η Τζοάνα Μόνρκιφ και η Έικον Φράιεντ εξέφρασαν τη δυσπιστία τους απέναντι στα νέα συμπεράσματα.

Πηγή: theguardian.com