Ο ρόλος της Ε.Ε. στη διαχείριση της ρωσο-ουκρανικής κρίσης

Η ευρωπαϊκή διπλωματία σε σταυροδρόμι μετάβασης.
via Associated Press

Η Ρωσο-ουκρανική κρίση που αποτελεί ένα πεδίο ανάφλεξης και ενδεχομένως πολεμικής σύγκρουσης, έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα στις διατλαντικές σχέσεις και στο ρόλο των Η.Π.Α. σε αυτό το πεδίο.

Από τη μια πλευρά, η πρόσφατη κλιμάκωση αποτελεί μια προσπάθεια της Μόσχας να εκμεταλλευτεί τη στροφή των ΗΠΑ προς την Ασία, τη διατλαντική αστάθεια και την αδυναμία της ΕΕ για να επιβάλει τη δική της αντίληψη για ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφαλείας.

Ας μη ξεχνάμε και την ιστορική Συμφωνία AUKUS ( Η.Π.Α- Η.Β., Αυστραλία), το 2021. Από την άλλη, η αμερικανική διπλωματία φαίνεται να επιστρέφει στις διατλαντικές σχέσεις ασφαλείας, με τη δομή που θυμίζει τη σύγκρουση Ανατολής-Δύσης.

Αποτελεί κοσμοϊστορική τομή το γεγονός πως η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν, απέκλεισε τους Ευρωπαίους από τις συνομιλίες της Γενεύης (Ιανουάριος 2022), είτε σε επίπεδο Ένωσης, είτε σε επίπεδο ισχυρών κρατών μελών της, καθώς διεξάχθηκαν μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ρωσίας.

“H στάση των Η.Π.Α. αναδεικνύει για άλλη μια φορά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια παγκόσμια δύναμη ισχύος και έναν αξιόπιστο πάροχο ασφάλειας, ακόμη και στην ίδια της την ήπειρο.”

Αν αξιολογήσουμε δε και τα αποτελέσματα αυτών των συνομιλιών (της Γενεύης), κερδισμένος βγήκε ο Ρώσος πρόεδρος Βλάντιμιρ Πούτιν, ο οποίος πέτυχε αυτό που ήθελε: να δώσει η Ουάσιγκτον πολιτικό βάρος και νομιμοποίηση στις ρωσικές ανησυχίες. Μετά από 8 ώρες συνομιλιών, κατέληξαν σε αγεφύρωτες διαφορές σε βασικά ζητήματα ασφάλειας που άφησαν ένα δυσοίωνο φάσμα μελλοντικής σύγκρουσης να αιωρείται πάνω από την Ευρώπη Σε κάθε περίπτωση δεν απέκλεισαν τον κίνδυνο μιας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Η Ρωσία προσπάθησε όλη αυτή την περίοδο διπλωματικά να περιορίσει τη συμμαχία των ευρωπαϊκών κρατών με τα κράτη της περιοχής ενδιαφέροντος της, δημιουργώντας προσχώματα τόσο σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις, όσο και στην είσοδο τους στο ΝΑΤΟ. Ξεκάθαρη η στάση της Μόσχας στο θέμα αυτό καθώς ζητά εγγυήσεις ότι το ΝΑΤΟ να σταματήσει την επέκτασή του προς Ανατολάς και να τερματίσει την στρατιωτική συνεργασία με την Ουκρανία και τη Γεωργία.

Ως εκ τούτου, η ΕΕ σε αυτό το εύφλεκτο περιβάλλον, εμφανίζεται να διαδραματίζει έναν μικρό ρόλο στις διαπραγματεύσεις, γεγονός που οδήγησε τον Ζοζέπ Μπορέλ (HR) τον επικεφαλής της «εξωτερικής πολιτικής» της ΕΕ να δηλώσει πως αν η ευρωπαϊκή ασφάλεια συζητείται από την Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, τότε και οι Ευρωπαίοι θα πρέπει να έχουν θέση στο τραπέζι.

“Η Ευρώπη, ανεξάρτητα από τις γεωγραφικές και θεσμικές της διαμορφώσεις, οφείλει να είναι προετοιμασμένη να δράσει, όταν η Ρωσία επιλέξει τη σύγκρουση αντί της συνεργασίας.”

Αυτή η στάση των Η.Π.Α. αναδεικνύει για άλλη μια φορά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια παγκόσμια δύναμη ισχύος και έναν αξιόπιστο πάροχο ασφάλειας, ακόμη και στην ίδια της την ήπειρο. Αυτό δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, καθώς η ΕΕ ελλείψει των μέσων σκληρής ισχύος, αποτελεί μια δύναμη ήπιας ισχύος στο πλαίσιο των αρχών της διπλωματίας και της ειρήνης.

Έχει όμως η ΕΕ τα εφόδια για να γίνει ένα παγκόσμιος παίκτης στη μεγάλη γεωστρατηγική σκακιέρα και να εμπλακεί σε διπλωματία με υψηλά διακυβεύματα;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν φαίνεται να το πιστεύουν, καθώς διεξάγουν κυρίως συνομιλίες με μεμονωμένα ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και με συμμάχους της Ανατολικής Ευρώπης και χρησιμοποιούν οργανισμούς όπως το ΝΑΤΟ και τον ΟΑΣΕ ως φόρουμ συζήτησης.

Αρκεί η ευρωπαϊκή διπλωματία για την αποσόβηση της κρίσης;

Η Ευρώπη, ανεξάρτητα από τις γεωγραφικές και θεσμικές της διαμορφώσεις, οφείλει να είναι προετοιμασμένη να δράσει, όταν η Ρωσία επιλέξει τη σύγκρουση αντί της συνεργασίας. Μέχρι σήμερα αν και αντιμετώπισε δύσκολες καταστάσεις στα σύνορα της, όπως είναι οι ανεπίλυτες συγκρούσεις στην Ουκρανία και στον Καύκασο, η καταστολή στη Λευκορωσία, το ρωσικό αναθεωρητισμό, συνολικά, η μεταψυχροπολεμική τάξη ασφαλείας στην Ευρώπη δεν φαινόταν να βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.

Η διπλωματία μπορεί να αποτρέψει μια εισβολή στην Ουκρανία, αλλά δεν είναι πιθανό να μην διασώσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια όπως την ξέρουμε. Η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας που βασίζεται στις αρχές του Ελσίνκι1 και στους διακανονισμούς μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, έχει καταστραφεί.

Αναμφισβήτητα, η Τελική Πράξη του Ελσίνκι του 1975, αποτελεί έως σήμερα μια επιτυχημένη διπλωματική διαπραγμάτευση για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Όμως τότε, το 1975, οι Σοβιετικοί ήθελαν να κλειδώσουν το status quo του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Φαινόταν εξίσου απίθανο ότι η Ρωσία θα δοκίμαζε την τάξη ασφαλείας που κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Παρισίων για τη Νέα Ευρώπη (1990)2.

“Η Ρωσία προωθεί τη διαπραγματευτική της θέση σχετικά με μια νέα ευρωπαϊκή τάξη ασφάλειας, με στόχο να νομιμοποιήσει και να επεκτείνει τη δική της σφαίρα επιρροής. Η Ένωση εξακολουθεί να είναι απρόθυμη να ορίσει τον κόσμο με όρους αντιπαράθεσης.”

Σήμερα, ο Πούτιν είναι δυσαρεστημένος με αυτό το status quo. Ως εκ τούτου όταν μια φθίνουσα δύναμη θέλει μια διαφορετική πραγματικότητα, τα κίνητρα για χρήση βίας μπορεί να υπερτερούν της έλξης της διπλωματίας.

Επίσης, αν η Ανατολική Εταιρική Σχέση της ΕΕ θεωρηθεί ως μέσο διπλωματίας, θα πρέπει αυτή η διαδικασία να επαναξιολογηθεί καθώς δεδομένων των συνθηκών, αποδεικνύεται πως η ασφάλεια αυτών των χωρών είναι αβέβαιη.

Να θυμίσουμε πως τον Ιουλίου 2017 το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση για τη σύναψη της συμφωνίας σύνδεσης με την Ουκρανία εξ ονόματος της ΕΕ. Πρόκειται για το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας κύρωσης, το οποίο ξεκίνησε το 2007. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Πρόεδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Σαρλ Μισέλ,, στη Σύνοδο ΕΕ- Ουκρανίας (2021) , όπου αναφέρθηκε σε απτά επιτεύγματα που αλλάζουν τις ζωές των ανθρώπων, προσφέρουν ελευθερία, εντείνουν τις δυνατότητες ενίσχυσης του κράτους δικαίου και παρέχουν περισσότερη ευημερία. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των δεσμών μεταξύ Ουκρανίας και ΕΕ.3

Αντί επιλόγου

Φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε μια σημαντική κρίσιμη καμπή όσον αφορά στο μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ούτε το ΝΑΤΟ ούτε η ΕΕ παρουσιάζονται ως αποφασιστικοί δρώντες, και με τους αρχηγούς κυβερνήσεων των ΚΜ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ να εκφράζουν την αλληλεγγύη τους προς τους ευρωπαίους και ευρασιατικούς δικτάτορες.

“Η ΕΕ πρέπει να αντιληφθεί πως η διπλωματία είναι αποτελεσματική μόνο με σαφείς στόχους, με εμφανής πολιτική βούληση και ισχύ- σκληρή και ήπια, που μπορεί να αλλάξει τον στρατηγικό υπολογισμό των άλλων δρώντων. Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο έχει την ευκαιρία να αναλάβει έναν σημαντικό ρόλο λειτουργώντας ως παγκόσμιος παίχτης...”

Όμως, εν μέσω μιας απειλητικής κλιμάκωσης, όπου η Ρωσία διατηρεί τη στρατιωτική της ενίσχυση κατά μήκος των ουκρανικών συνόρων, η διπλωματία οδηγείται σε αδιέξοδα καθώς από μόνη της δεν μπορεί να διασώσει την ασφάλεια κανενός, όταν η απειλή προέρχεται από μια δύναμη που είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία και ενεργεί σύμφωνα με τη λογική της πολιτικής ισχύος.

Άλλωστε, η σχέση μεταξύ διπλωματίας και ισχύος είναι συνυφασμένη και καμία από τις δύο δεν μπορεί να λειτουργήσει μεμονωμένα. Με άλλα λόγια, η διπλωματία είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ασφάλεια. Με την επίδειξη της δύναμης της η Ρωσία προωθεί τη διαπραγματευτική της θέση σχετικά με μια νέα ευρωπαϊκή τάξη ασφάλειας, με στόχο να νομιμοποιήσει και να επεκτείνει τη δική της σφαίρα επιρροής.

Η Ένωση εξακολουθεί να είναι απρόθυμη να ορίσει τον κόσμο με όρους αντιπαράθεσης. Συνεχίζει να αποζητά διάλογο και είναι λιγότερο διατεθειμένη να επιδοθεί στη χρήση δύναμης. Όμως δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής διπλωματία αν δεν συνδυαστεί με σταθερή αποτροπή και άμυνα.

Επίσης, η διατάραξη των ισορροπιών στις διατλαντικές σχέσεις από τον Αμερικανό πρόεδρο, δυναμιτίζει μια ισχυρή σύμπλευση της Δύσης καθώς η απομόνωση της ΕΕ από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων που αφορούν στην ασφάλεια της ίδιας της Ευρώπης , σίγουρα δεν αποτελεί μια έξυπνη πολιτική επιλογή.

“Εν τέλει, η ρωσο-ουκρανική κρίση μήπως αποτελεί την αφετηρία για το επόμενο βήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την οικοδόμηση μιας ισχυρής Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ), η οποία θα σηματοδοτήσει και τα επόμενα βήματα της Ένωσης για τη δημιουργία μιας Ενωσιακής Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής;”

Επομένως, η ΕΕ πρέπει να αντιληφθεί πως η διπλωματία είναι αποτελεσματική μόνο με σαφείς στόχους, με εμφανής πολιτική βούληση και ισχύ- σκληρή και ήπια, που μπορεί να αλλάξει τον στρατηγικό υπολογισμό των άλλων δρώντων.

Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο έχει την ευκαιρία να αναλάβει έναν σημαντικό ρόλο λειτουργώντας ως παγκόσμιος παίχτης, δίνοντας την απάντηση που αποζητά η παγκόσμια κοινότητα για το ρόλο της μέσα σε αυτήν.

Αποτελεί μια χρυσή ευκαιρία , η ανάληψη της ευρωπαϊκής προεδρίας από το Γάλλο Πρόεδρο, Εμμανουέλ Μακρόν, καθώς ο Μακρόν είναι διαχρονικά ένθερμος υποστηρικτής μιας ισχυρής στρατιωτικά Ευρώπης, και ως εκ τούτου έχει προτεραιοποιήσει στην ατζέντα της γαλλικής προεδρίας τα ζητήματα Ασφάλειας και Άμυνας της ΕΕ.

Αυτό φάνηκε στην πρώτη ομιλία του στο Ε.Κ. (19.1.2022), όπου ο αρχηγός του γαλλικού κράτους με την ιδιότητα του Προέδρου του Συμβουλίου, μεταξύ άλλων έκανε έκκληση για στρατηγικό επανεξοπλισμό της Ευρώπης, υποστηρίζοντας τον ειλικρινή διάλογο για την επίλυση της κρίσης στην Ουκρανία. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε: «Θα συνεχίσουμε να επιδιώκουμε μια πολιτική λύση στην ουκρανική κρίση και θα διασφαλίσουμε ότι η Ευρώπη θα ενώσει τις φωνές της στο ζήτημα των στρατηγικών εξοπλισμών. Για να γίνει αυτό, πρέπει η Ένωση να οικοδομήσει μια ευρωπαϊκή πρόταση για την οικοδόμηση μιας νέας τάξης ασφάλειας και σταθερότητας».

Εν τέλει, η ρωσο-ουκρανική κρίση μήπως αποτελεί την αφετηρία για το επόμενο βήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την οικοδόμηση μιας ισχυρής Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ), η οποία θα σηματοδοτήσει και τα επόμενα βήματα της Ένωσης για τη δημιουργία μιας Ενωσιακής Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής; Σαφώς με όρους διακυβερνητισμού αυτή η εξέλιξη αποτελεί μια «ουτοπία», όμως ας αναλογιστούμε την ιστορική εξελικτική διαδρομή της Ένωσης από τα πρώτα βήματα της δημιουργίας της ως Ε.Κ. έως σήμερα, μπορούμε να αντιληφθούμε πως τίποτα δεν είναι ανέφικτο.

Στην παγκόσμια κοινότητα υπάρχει η αναγκαιότητα για την ισχυροποίηση της ΕΕ ως ένας παγκόσμιος δρών ισχύος- ήπιας και ισχυρής, καθώς οι παγκόσμιες προκλήσεις και οι αναταράξεις συνεχώς αυξάνονται.

Η Ένωση αποτελεί μια sui generis υπερεθνική οντότητα που μπορεί να συμβάλλει στη διασφάλιση της παγκόσμιας ειρήνης καθώς διαπνέεται και λειτουργεί με τις οικουμενικές αξίες της ειρήνης, της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει και στο πλαίσιο της διάσκεψης για το Μέλλον της Ευρώπης η Ένωση μπορεί και πρέπει να κάνει το επόμενο της βήμα για μια ισχυρή ΚΕΠΠΑ/ΚΠΑΑ.

***

Ελευθερία Φτακλάκη

Διδάκτωρ ευρωπαϊκών σπουδών/ μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου - Τομεάρχης Νησιωτικής Πολιτικής ΚΙΝΑΛ

***

1 CONFERENCE ON SECURITY AND CO-OPERATION IN EUROPE FINAL ACΤ, HELSINKI 1975https://www.osce.org/files/f/documents/5/c/39501.pdf

2 CHARTER OF PARIS FOR A NEW EUROPE, PARIS 1990, https://www.osce.org/files/f/documents/0/6/39516.pdf

3 Σύνοδος Κορυφής ΕΕ-Ουκρανίας, Κίεβο, Ουκρανία, 12 Οκτωβρίου 2021, https://www.consilium.europa.eu/el/meetings/international-summit/2021/10/12/