Σχεδόν 12.000 στην Αγγλία μπορεί να ζουν εν αγνοία τους με καρκίνο του μαστού λόγω πανδημίας

Οι συνθήκες δεν τους επέτρεψαν να κάνουν διαγνωστικό έλεγχο.

Δύο ξεχωριστές μελέτες έχουν επισημάνει πώς ο καρκίνος δεν ανιχνεύεται –και στη συνέχεια μένει χωρίς θεραπεία– κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.

Μια μελέτη ισχυρίζεται ότι έξι στις 10 περιπτώσεις ασθενών με συμπτώματα καρκίνου «που χτυπούν καμπανάκι» δεν παραπέμπονται από τον γενικό ιατρό τους για επείγουσα διερεύνηση. Ξεχωριστή έρευνα δείχνει ότι σχεδόν 12.000 γυναίκες θα μπορούσαν να ζουν εν αγνοία τους με καρκίνο του μαστού, λόγω διαταραχών στο πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου του Εθνικού Συστήματος Υγείας - Ηνωμένο Βασίλειο (NHS).

Η πρώτη μελέτη, που διεξήχθη από το Πανεπιστήμιο του Exeter, University College London και χρηματοδοτήθηκε από το Cancer Research UK, ανέλυσε αρχεία από σχεδόν 49.000 ασθενείς που συμβουλεύτηκαν τον γιατρό τους με ένα από τα προειδοποιητικά σημάδια για καρκίνο που θα πρέπει να δικαιολογούν την παραπομπή σύμφωνα με τις κλινικές οδηγίες.

Διαπίστωσαν ότι έξι στους 10 ασθενείς δεν παραπέμφθηκαν για έρευνα σχετική με τον καρκίνο εντός δύο εβδομάδων από την πρώτη τους επίσκεψη. Από τους 29.045 ασθενείς που δεν παραπέμφθηκαν, οι 1.047 εμφάνισαν καρκίνο μέσα σε ένα χρόνο (3,6%).

Τα συμπτώματα που «χτυπούν καμπανάκι» περιλαμβάνουν αίμα στα ούρα, εξόγκωμα στο στήθος, προβλήματα στην κατάποση, αναιμία από έλλειψη σιδήρου και μετεμμηνοπαυσιακή ή ορθική αιμορραγία.

Η πιθανότητα να παραπεμφθεί ένας ασθενής εντός δύο εβδομάδων διέφερε ανάλογα με το ποιο σύμπτωμα εμφάνιζε. Το χαμηλότερο ποσοστό παραπομπής ήταν για προβλήματα κατάποσης, (σε ποσοστό 17%), και το υψηλότερο ήταν για ογκίδιο του μαστού, (σε ποσοστό με 68%).

Όμως ένα εξόγκωμα δεν είναι το μόνο σύμπτωμα του καρκίνου του μαστού και κάθε χρόνο, χιλιάδες περιπτώσεις ανιχνεύονται μέσω του προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου του Εθνικού Συστήματος Υγείας - Ηνωμένο Βασίλειο.

m-gucci via Getty Images/iStockphoto

Σε ξεχωριστή ανάλυση, μια φιλανθρωπική οργάνωση έχει προειδοποιήσει ότι σχεδόν 12.000 γυναίκες θα μπορούσαν να ζουν με αδιάγνωστο καρκίνο του μαστού αφού έχασαν τον προληπτικό έλεγχο και δεν παραπέμφθηκαν για εξετάσεις λόγω της πανδημίας.

Οσον αφορά στον καρκίνο του μαστού, υπολογίζεται ότι έχει σημειωθεί αύξηση 50% στον αριθμό των γυναικών στο Ηνωμένο Βασίλειο που δεν έχουν υποβληθεί σε ζωτικό έλεγχο μαστού από τότε που ξεκίνησαν ξανά οι υπηρεσίες το περασμένο καλοκαίρι.

Συνολικά, η φιλανθρωπική οργάνωση εκτιμά ότι σχεδόν 1,5 εκατομμύριο λιγότερες γυναίκες έκαναν έλεγχο μαστού μεταξύ τον Μάρτιο του 2020 και τον Μάιο του 2021 σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα.

Τα οκτώ συμπτώματα του καρκίνου του μαστού που δεν έχουν να κάνουν με εξόγκωμα

Η διακοπή των υπηρεσιών του Εθνικού Συστήματος Υγείας έχει προκληθεί από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της παύσης του προληπτικού ελέγχου στο απόγειο της πανδημίας και της παραπομπής λιγότερων γυναικών σε ειδικούς με πιθανά συμπτώματα της νόσου.

Αυτός ο συνδυασμός σημαίνει ότι σχεδόν 12.000 άνθρωποι θα μπορούσαν να ζουν με καρκίνο του μαστού χωρίς να το γνωρίζουν.

Η προειδοποίηση έρχεται καθώς το Βασιλικό Κολλέγιο Ακτινολόγων συνυπέγραψε μαζί με το Breast Cancer Now την δήλωση ότι οι υπηρεσίες απεικόνισης και θεραπείας του μαστού ήταν «υποχρηματοδοτούμενες ακόμη και πριν από το χτύπημα της πανδημίας». Είπε ότι οι ομάδες προσυμπτωματικού ελέγχου μαστού προσπαθούν τώρα να «χωρέσουν» ραντεβού δύο ετών σε ένα χρόνο.

«Οι γυναίκες με καρκίνο του μαστού συνεχίζουν να πληρώνουν το τίμημα λόγω των επιπτώσεων της πανδημίας και, στη χειρότερη περίπτωση, οι καθυστερημένες διαγνώσεις θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι ορισμένες γυναίκες πεθαίνουν από αυτή την καταστροφική ασθένεια», ανέφερε η βαρόνη Ντέλιθ Μόργκαν, διευθύνουσα σύμβουλος του Breast Cancer Now.

«Ο ταχύς εντοπισμός και η θεραπεία ατόμων με αδιάγνωστο καρκίνο του μαστού πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα και οι κυβερνήσεις σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει επειγόντως να διασφαλίσουν ότι υπάρχουν επαρκείς επενδύσεις για να γίνει αυτό – αυτές οι γυναίκες δεν έχουν χρόνο να περιμένουν».

Η Δρ Μπιάνκα Γουάιρινγκ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Exeter, πρόσθεσε: «Η έρευνά μας διαπίστωσε ότι αρκετοί ασθενείς συνεχίζουν να αναπτύσσουν καρκίνο αφού δεν παραπέμφθηκαν με συμπτώματα «που χτυπούν καμπανάκι». Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι χάθηκε μια ευκαιρία για τη διάγνωση του καρκίνου νωρίτερα. Πιστεύουμε ότι αυτό θα μπορούσε να βελτιωθεί με αυστηρότερη τήρηση των οδηγιών και αυξημένη ευαισθητοποίηση των ομάδων ασθενών στις οποίες τα συμπτώματα συχνά χάνονται, συμπεριλαμβανομένων των νεότερων ασθενών.

«Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους γενικούς ιατρούς – πρέπει επίσης να διασφαλίσουμε ότι οι υπηρεσίες για την παροχή των εξετάσεων που απαιτούνται για την παραπομπή (για επείγουσα διερεύνηση) διαθέτουν επαρκείς πόρους, κάτι που γνωρίζουμε ότι επί του παρόντος δεν συμβαίνει πάντα».