Το μονοπολικό μοντέλο και η αναγκαία υπέρβασή του

Ανάγκη η διατύπωση ενός οράματος για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, καθώς οι αλλαγές συντελούνται «αντανακλαστικά», και κάτω από την πίεση των πραγμάτων.
.
.
Eurokinissi

Μετά την θύελλα των μνημονίων, που έκλεισε με καταστροφικό τρόπο την περίοδο της μεταπολίτευσης, το ελληνικό πολιτικό σύστημα μπήκε σε μια νέα ιστορική περίοδο με εμβρυουλκούς δύο αντιπάλους της χώρας, τον… Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε και τον… Ταγίπ Ερντογάν!

Ο πρώτος απέδειξε πόσο σαθρό ήταν το ελληνικό οικονομικό μοντέλο του παρασιτικού εκσυγχρονισμού, που στην πτώση του συμπαρέσυρε ολόκληρο τον ελληνικό λαό· και ο δεύτερος κατέδειξε ότι η αμεριμνησία» και η υποτίμηση του τουρκικού κινδύνου που χαρακτήριζε την ύστερη μεταπολίτευση, επέτρεψε στο «τζίνι» του νέο-οθωμανισμού να καταστεί απειλητικό για την ίδια την εθνική μας ακεραιότητα.

Αυτή η καταστροφική ροπή υπήρξε συνέπεια της ολοκληρωτικής εξάντλησης της μεταπολίτευσης – που αποτελούσε έναν κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σχηματισμό «καταναλωτικής» υφής.

Πράγματι, κεντρικό ζητούμενο της μεταπολιτευτικής περιόδου υπήρξε η κατανομή των πόρων και του εισοδήματος που είχε δημιουργηθεί κατά την παραγωγική μεταπολεμική περίοδο της Ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, 1949-1974. Όμως, αυτή η οικονομική συσσώρευση (η Ελλάδα πρώτη σε ρυθμούς ανάπτυξης μετά την Ιαπωνία στον ΟΟΣΑ 1961-1974) χώλαινε δραματικά, από την άποψη της πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης.

Ακριβώς διότι είχε πραγματοποιηθεί με κοινωνικούς και πολιτικούς όρους επιβολής των νικητών του εμφυλίου και συμπίεσης των λαϊκών στρωμάτων, με αποκορύφωμα την περίοδο της δικτατορίας. Στην ελληνική κοινωνία το 1974, εκκρεμούσε λοιπόν μία πολιτική και κοινωνική εξισορρόπηση και αναδιανομή της πολιτικής εξουσίας και του οικονομικού πλούτου.

Συναφώς, η μεταπολίτευση, με την κατάρρευση της δικτατορίας, εισήγαγε μία νέα πολιτική και κοινωνική ρύθμιση, με κεντρικό ζητούμενο την ανακατανομή εξουσίας και πλούτου, ενώ η παραγωγή παρά τις κάποιες προσπάθειες παρέμενε πάντα ο φτωχός συγγενής. Το δε πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης ήταν διπολικό: Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, κεντροδεξιά και κεντροαριστερά. Η Νέα Δημοκρατία εξέφραζε, κατεξοχήν, τον πολιτικό εκσυγχρονισμό και τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, το δε ΠΑΣΟΚ την αναδιανομή και τον κοινωνικό εκσυγχρονισμό.

Η μεταπολιτευτική περίοδος χωλαίνει απελπιστικά στο πεδίο της παραγωγής –οι επενδύσεις κατέρρευσαν ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος, γι’ αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως η κατεξοχήν περίοδος της κατανάλωσης. Αυτό το μοντέλο όμως, μετά τις θετικές κατακτήσεις της περιόδου 1974-1985, απέκτησε απολύτως παρασιτικά χαρακτηριστικά, –επί παραδείγματι το 2008 η Ελλάδα είχε υψηλότερη κατά κεφαλήν κατανάλωση από την Ιταλία στηριγμένη στις εισαγωγές. Γι’ αυτό και θα ακολουθήσει η παταγώδης κατάρρευση και η είσοδος στην εποχή των μνημονίων, με πτώση του ΑΕΠ κατά 25% και των ατομικών εισοδημάτων κατά 35%, δηλαδή κάτι αντίστοιχο με πολεμική καταστροφή.

Παράλληλα, την ίδια περίοδο, ενισχύεται δραματικά η Τουρκία, πληθυσμιακά, οικονομικά, στρατιωτικά και αμφισβητεί πλέον ευθέως το status quo της Λοζάνης. Δηλαδή μία εκπτωχευμένη Ελλάδα αντιμετωπίζει τον αναδυόμενο νεο-οθωμανισμό της Τουρκίας, ενώ η χώρα καταρρέει και δημογραφικά.

Αυτές οι εξελίξεις, μαζί με τις δραματικές ανατροπές στο διεθνές πεδίο, υποχρεώνουν την Ελλάδα να περάσει σε μία νέα ιστορική περίοδο. Σε αυτήν, κεντρικό ρόλο θα πρέπει να προσλάβει η παραγωγική ανασυγκρότηση για να μην ξαναπέσει η χώρα σε μνημόνια, και η αμυντική θωράκιση και εγρήγορση για να αποφευχθεί νέος ακρωτηριασμός, όπως είχε ήδη συμβεί στην Κύπρο. Δηλαδή η νέα ιστορική περίοδος συγκροτείται γύρω από το αίτημα του πατριωτισμού, τόσο του παραγωγικού όσο και του αμυντικού-εθνικού.

Όμως μια τέτοια αλλαγή προσανατολισμού τεραστίων διαστάσεων, προϋποθέτει και μία βαθύτατη αλλαγή στην ιδεολογία του ίδιου του ελληνικού λαού, καθώς και στο πολιτικό σύστημα και στις «ελίτ» γενικότερα. Πολιτικό σύστημα που μέχρι το 2019 παρέμενε καθηλωμένο στα μεταπολιτευτικά δεδομένα, όπως φάνηκε και από τη δραματική αποτυχία του αντιμνημονιακού χώρου που ζητούσε απλώς την επιστροφή στον προμνημονιακό παράδεισο.

Η ανάγκη υπέρβασης της μεταπολίτευσης δεν αναδείχθηκε με δημιουργικό τρόπο, μέσα από την εσωτερική δυναμική της ελληνικής κοινωνίας, αλλά με καταστροφικό τρόπο από εξωγενείς παράγοντες. Πάντως, επειδή ανάγκα και θεοί πείθονται, μετά το 2019 εγκαινιάζεται –κουτσά στραβά, κάτω από την πίεση των εξωγενών παραγόντων –, αυτή η νέα ιστορική περίοδος με κεντρικό πρόσημο τον εκσυγχρονιστικό πατριωτισμό.

Η αλλαγή του πολιτικού συστήματος θα αρχίσει από το χώρο της κεντροδεξιάς η οποία είχε έρθει στην εξουσία το 2919 με στόχο να μαζέψει τα σπασμένα των μνημονίων, και βρέθηκε μπροστά στην ανάγκη να προχωρήσει προς την υπέρβαση του ίδιου της του παλαιοκομματικού εαυτού, θέλοντας και μη. Άλλωστε επειδή η μεταπολιτευτική περίοδος είχε σφραγιστεί από την Αριστερά είναι απολύτως λογικό η νέα περίοδος να εγκαινιαστεί από τον αντίπαλο πόλο.

Όμως το εγχείρημα αλλαγής ιστορικής φάσης παραμένει αναιμικό όσο δεν μετασχηματίζεται η ίδια η ελληνική κοινωνία και το σύνολο ή τουλάχιστον ένα μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, όπως φαίνεται και σε αυτές τις εκλογές το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να παραμένει μονοπολικό, διότι απέναντι στη Νέα Δημοκρατία δεν υπάρχει κάποιος πολιτικός πόλος, που να αντιστοιχεί στη νέα πολιτική περίοδο. Καθόλου τυχαία, τα προτάγματα της αντιπολίτευσης δεν επικεντρώνονται στην παραγωγή, την άμυνα, την δημογραφική ανάταξη, όπως απαιτεί η ίδια η επιβίωση του ελληνισμού, αλλά παραμένουν πλίνθοι και κέραμοι της μεταπολίτευσης και του παρασιτικού καταναλωτισμού.

Ο κεντρώος χώρος και το ΠΑΣΟΚ που θα μπορούσε να αποτελέσει μία δυνατότητα για την ανάδειξη μιας πατριωτικής και παραγωγικής κεντροαριστεράς, δεν μπόρεσε να προσφέρει κάτι σχετικό και σε αυτό συνίσταται και η αποτυχία του Ανδρουλάκη. Για να μην μιλήσουμε για την εθνομηδενιστική Αριστερά.

Αυτές οι εξελίξεις επιτρέπουν μεν στη Νέα Δημοκρατία και τον Κυριάκο Μητσοτάκη να ηγεμονεύσουν για μια ακόμα φορά, αλλά συνιστούν μια τεράστια αδυναμία για την Ελληνική κοινωνία. Διότι αν δεν δημιουργηθεί ένα ευρύτερο πολιτικό οικοσύστημα πού να ορίζεται από τον εκσυγχρονιστικό πατριωτισμό, αναγκαίο για την ίδια την επιβίωση της χώρας, τότε και οι οποιοιδήποτε μετασχηματισμοί παραμένουν επισφαλείς, ακόμα και στο ίδιο το εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας και καλλιεργούν την αλαζονεία της μονοκρατορίας όπως έδειξαν οι παρακολουθήσεις και τα Τέμπη. Προπαντός, δεν υποχρεώνουν το πολιτικό σύστημα να προβεί στη διατύπωση ενός οράματος για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, καθώς οι αλλαγές συντελούνται «αντανακλαστικά», και κάτω από την πίεση των πραγμάτων,

Ας ελπίσουμε λοιπόν πως αυτές οι εκλογές θα είναι οι τελευταίες μονοπολικές και πως η ανάγκη να συνδεθεί η πράξη με το όραμα θα γίνει όλο και πιο επιτακτική, διότι διαφορετικά δεν θα τα βγάλουμε πέρα, κυριολεκτικώς.

Δημοφιλή