Το πακέτο της ΔΕΘ είναι μεγάλο σε εύρος και έχει ένα σαφές πλεονέκτημα: περιλαμβάνει μόνιμες παρεμβάσεις και επιχειρεί να μοιράσει το δημοσιονομικό όφελος σε πολλές διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Υπάρχει όμως μία σημαντική απόσταση ανάμεσα στο μέγεθος των εξαγγελιών και στο πότε αυτές θα γίνουν αισθητές στην καθημερινότητα.
Το πρώτο ζήτημα είναι ο χρόνος. Τα 2,2 δισ. ευρώ δεν πέφτουν στην οικονομία από αύριο. Άλλα μέτρα εφαρμόζονται το 2026, πολλά το 2027 και ορισμένα ολοκληρώνονται το 2028 ή ακόμη και το 2029. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο κατώτατος μισθός των 1.000 ευρώ, που αποτελεί στόχο για τον Ιανουάριο του 2028.
Το δεύτερο και μεγαλύτερο ερώτημα είναι η ακρίβεια. Η κυβέρνηση επιλέγει κυρίως να αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα με αυξήσεις μισθών, μειώσεις εισφορών και φόρων και ενισχύσεις. Αυτό βοηθά το πορτοφόλι, δεν σημαίνει όμως αυτομάτως ότι μειώνονται οι τιμές στο σούπερ μάρκετ, στα ενοίκια και στις υπηρεσίες. Αν ένα μέρος των αυξήσεων του εισοδήματος συνεχίσει να απορροφάται από το υψηλό κόστος ζωής, η πραγματική βελτίωση για το νοικοκυριό θα είναι μικρότερη από αυτή που δείχνουν οι ονομαστικοί αριθμοί.
Το τρίτο ερώτημα αφορά τη στέγη. Το «Σπίτι μου 3» των 2 δισ. ευρώ μπορεί να βοηθήσει χιλιάδες νοικοκυριά να αποκτήσουν κατοικία. Όμως τα φθηνότερα δάνεια αυξάνουν τη ζήτηση. Αν δεν αυξηθεί ταυτόχρονα και ο αριθμός των διαθέσιμων κατοικιών, υπάρχει κίνδυνος μέρος της ενίσχυσης να μεταφερθεί τελικά στις τιμές των ακινήτων. Γι’ αυτό ίσως σημαντικότερη σε βάθος χρόνου είναι η εξαγγελία για 20.000 νέες ή ανακαινισμένες κατοικίες και η αξιοποίηση δημόσιας ακίνητης περιουσίας.
Αντίστοιχα, στο ηλεκτρικό ρεύμα, η μείωση των ΥΚΩ είναι συγκεκριμένη παρέμβαση που μπορεί να αποτυπωθεί στον λογαριασμό. Ο στόχος όμως για μείωση της χονδρικής τιμής κατά 30% έως το 2029 είναι διαφορετικής φύσης: δεν αποτελεί εγγυημένη μείωση 30% στον τελικό λογαριασμό του καταναλωτή.
Το συμπέρασμα είναι ότι πρόκειται για ένα ευρύ πακέτο πραγματικών ελαφρύνσεων, αλλά το τελικό του αποτύπωμα δεν θα κριθεί από τα 2,2 δισ. των εξαγγελιών. Θα κριθεί από το πόσο θα αυξηθεί το πραγματικό –και όχι μόνο το ονομαστικό– διαθέσιμο εισόδημα μετά την ακρίβεια, το ενοίκιο και την ενέργεια.