Σημαντική επιτάχυνση καταγράφει ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών, με τις επιτυχείς ρυθμίσεις να ξεπερνούν πλέον τις 66.500 και τις οφειλές που έχουν ενταχθεί σε συμφωνίες να αγγίζουν τα 20,2 δισ. ευρώ. Παράλληλα, ο Ιούλιος έκλεισε με τον μεγαλύτερο αριθμό νέων αιτήσεων του τελευταίου εξαμήνου, ένδειξη ότι ολοένα και περισσότεροι πολίτες και επιχειρήσεις στρέφονται στον μηχανισμό αναζητώντας λύση για τα χρέη τους.
Τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Χρηματοπιστωτικού Τομέα δείχνουν ότι μέχρι το τέλος Ιουλίου είχαν υποβληθεί σχεδόν 149.000 αιτήσεις, που αντιστοιχούν σε συνολικές οφειλές άνω των 58 δισ. ευρώ, ενώ μόνο τον Ιούλιο καταγράφηκαν 7.443 νέες αιτήσεις, αριθμός που αποτελεί την καλύτερη επίδοση του τελευταίου εξαμήνου.
Οι περισσότεροι οφειλέτες είναι επαγγελματίες
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνθεση των οφειλετών που προσφεύγουν στον εξωδικαστικό. Σχεδόν 6 στις 10 οφειλές (58,9%) προέρχονται από φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ περίπου τα τρία τέταρτα των οφειλών αφορούν υποχρεώσεις προς τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Παράλληλα, περισσότερο από το 58% του συνολικού χρέους αφορά πολύ μεγάλες οφειλές άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι σημαντικό μέρος του προβλήματος συγκεντρώνεται σε λίγες αλλά ιδιαίτερα μεγάλες υποθέσεις.
Ρυθμίσεις με διάρκεια έως και 25 χρόνια
Οι συμφωνίες που επιτυγχάνονται προσφέρουν μεγάλες περιόδους αποπληρωμής. Η μέση διάρκεια των ρυθμίσεων ανέρχεται στα 16 χρόνια για οφειλές προς το Δημόσιο και στα 15,7 χρόνια για οφειλές προς χρηματοδοτικούς φορείς, ενώ στα στεγαστικά δάνεια η μέση διάρκεια φτάνει τα 25 χρόνια.
Παράλληλα, προβλέπονται και σημαντικές διαγραφές χρεών. Το μέσο «κούρεμα» διαμορφώνεται στο 13,5%για οφειλές προς το Δημόσιο και στο 28,4% για οφειλές προς τράπεζες και servicers. Σχεδόν οι μισές ρυθμίσεις προς χρηματοδοτικούς φορείς περιλαμβάνουν διαγραφή μεγαλύτερη του 30%, ενώ το συνολικό ύψος των διαγραφών έχει φτάσει τα 6,53 δισ. ευρώ.
Μεγάλο «αγκάθι» οι απορρίψεις
Παρά τη βελτίωση των επιδόσεων, οι αριθμοί αποκαλύπτουν ότι η διαδικασία απέχει ακόμη από το να λειτουργεί χωρίς εμπόδια.
Στις πολυμερείς διαπραγματεύσεις περίπου 21% των οφειλετών απορρίπτει την πρόταση που λαμβάνει, ενώ στις διμερείς το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 16%. Μάλιστα, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων οι οφειλέτες δεν δηλώνουν καν τον λόγο της απόρριψης, γεγονός που δυσκολεύει την αξιολόγηση και τη βελτίωση του συστήματος.
Από την άλλη πλευρά, όταν οι απορρίψεις προέρχονται από τράπεζες ή εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, ο συχνότερος λόγος είναι ότι ο οφειλέτης δεν διαθέτει επαρκή οικονομική δυνατότητα για να τηρήσει τη ρύθμιση που προτείνεται. Η συγκεκριμένη αιτιολογία αντιστοιχεί περίπου στο 30% των απορριφθεισών οφειλών.
Οι τέσσερις μεγάλοι servicers κυριαρχούν
Τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η αγορά διαχείρισης «κόκκινων» δανείων παραμένει ιδιαίτερα συγκεντρωμένη. Από τα περίπου 79,6 δισ. ευρώ δανείων που βρίσκονται σήμερα στους servicers, σχεδόν το 90% ελέγχεται από τέσσερις μεγάλες εταιρείες. Μόνο τον Ιούνιο προχώρησαν σε ρυθμίσεις συνολικού ύψους 356 εκατ. ευρώ, που αφορούσαν 4.239 οφειλέτες. Το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεων αφορά στεγαστικά δάνεια και δάνεια πολύ μικρών επιχειρήσεων.