Οι υψηλοί φόροι, που ξεπερνούν το 56% της τιμής τς βενζίνης, ευθύνονται για την διατήρηση των τιμών των καυσίμων στα ύψη, ακόμη και μετά την αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου.
Αυτό αναφέρει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών, Γιάννης Αληγιζάκης υπογραμμίζοντας ότι «το πρόβλημα της ελληνικής αγοράς, όπου οι τιμές των καυσίμων είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, εντοπίζεται ξεκάθαρα στην υψηλή φορολογία. Το κράτος, για δημοσιονομικούς λόγους, έχει αποφασίσει να επιβάλλει φόρους περίπου στο 56% της τελικής τιμής στην βενζίνη».
Στοιχεία του Weekly Oil Bulletin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στις 22 Ιουνίου η Ελλάδα βρισκόταν στην 18η θέση μεταξύ των κρατών-μελών ως προς την τιμή της αμόλυβδης χωρίς φόρους ενώ μετά τους φόρους ήταν η 5η ακριβότερη στην ΕΕ ενώ στο πετρέλαιο κίνησης ήταν στην 23η θέση προ φόρων και στη 19η θέση μετά φόρων.
Ο κ. Αληγιζάκης αναφερόμενος στο τελευταίο 4μηνο (απο την έναρξη του πολέμου) ανέφερε ότι:
-Οι διεθνείς τιμές της βενζίνης στο διάστημα 27 Φεβρουαρίου – 26 Ιουνίου αυξήθηκαν κατά 26,4% και του πετρελαίου κίνησης κατά 18%.
-Οι τιμές διυλιστηρίου στο ίδιο διάστημα αυξήθηκαν κατά 12,1 και 2%.
-Οι τιμές λιανικής στην Αττική παρουσιάζουν αύξηση 9,3% και 1,8% αντίστοιχα.
«Οι μειώσεις των διεθνών τιμών μετακυλίονται στη λιανική κατά κανόνα με καθυστέρηση της τάξης των 4 ημερών που είναι ο χρόνος αναπλήρωσης των αποθεμάτων των πρατηρίων» υποστήριξε, λέγοντας ότι το μέτρο της επιδότησης στο ντίζελ κατάφερε να συγκρατήσει τις ανατιμήσεις, οι οποίες για το συγκεκριμένο καύσιμο έχουν και δευτερογενείς επιπτώσεις στο κόστος παραγωγής και μεταφοράς των προϊόντων, άρα συνολικά στον πληθωρισμό.
Σε σχέση με τα υψηλά που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου η αποκλιμάκωση στη μέση τιμή της βενζίνης είναι της τάξης των 20 λεπτών ανά λίτρο και στο πετρέλαιο κίνησης πάνω από 40 λεπτά το λίτρο.
Υπενθυμίζεται ότι η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης (μαζί με το ΦΠΑ) ήταν 20 λεπτά ανά λίτρο για τον Απρίλιο και το Μάιο και 15 λεπτά για τον Ιούνιο.