Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έβαλε από την Κοζάνη τον επόμενο πήχη: ο κατώτατος μισθός, σήμερα στα 920 ευρώ μεικτά, θα ξεπεράσει τα 950 ευρώ πριν από τις εκλογές.
Ας υποθέσουμε ότι φτάνει στα 970 ευρώ. Είναι αύξηση 50 ευρώ μεικτά, δηλαδή 5,43%. Καθαρά 35 – 40 ευρώ. Θετική; Ασφαλώς. Αρκετή; Εκεί αρχίζει η συζήτηση.
Ο λογαριασμός δεν περιμένει
Ας πάρουμε έναν εργαζόμενο που ζει μόνος του. Ένα ενδεικτικό ενοίκιο 500 ευρώ, εάν αυξηθεί κατά 7%, γίνεται 535 ευρώ. Μόνο από το σπίτι χάθηκαν 35 ευρώ τον μήνα. Δηλαδή χάθηκε η αύξηση που τάζει από τώρα η κυβέρνηση.
Προσθέστε ένα βασικό σούπερ μάρκετ, ρεύμα και κοινόχρηστα, κινητό και ίντερνετ, βενζίνη ή εισιτήρια για να πάει στη δουλειά. Και δεν έχουμε βάλει ακόμη ούτε ένα ευρώ για ρούχα, έναν καφέ, μία έξοδο, έναν γιατρό ή μια έκτακτη ανάγκη.
Αυτή είναι η πραγματική οικονομία της καθημερινότητας.
Δεν αρκεί να ανεβαίνει ο μισθός
Το πρόβλημα είναι ότι η ακρίβεια των προηγούμενων ετών δεν εξαφανίζεται επειδή πέφτει ο πληθωρισμός. Οι τιμές που ανέβηκαν παραμένουν ψηλά. Απλώς μπορεί να αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα.
Γι’ αυτό και η σύγκριση δεν πρέπει να γίνεται μόνο ανάμεσα στα 920 και τα 970 ευρώ.
Πρέπει να γίνεται ανάμεσα σε μισθό και πραγματικό κόστος ζωής.
Καλοδεχούμενα λοιπόν τα 960, τα 970 ή και περισσότερα ευρώ. Αλλά μαζί με την αύξηση των μισθών χρειάζεται πραγματική μάχη για ράφι, ενοίκια, ενέργεια και καθημερινά έξοδα.
Διαφορετικά, θα συμβεί αυτό που γνωρίζει ήδη πολύ καλά ο εργαζόμενος:
Η αύξηση θα μπαίνει από τη μία τσέπη και η ακρίβεια θα την παίρνει από την άλλη.