Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Με το βλέμμα στραμμένο στη Φρανκφούρτη βρίσκονται αγορές, τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά ενόψει της συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 11 Ιουνίου. Όλα δείχνουν ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες, συνεχίζοντας την αυστηρή νομισματική πολιτική που ακολουθεί τα τελευταία δυόμισι χρόνια στην προσπάθειά της να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%.

Εάν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις των αγορών, η νέα αύξηση θα αποτελέσει ακόμη έναν κρίσιμο σταθμό σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος του χρήματος έχει επιστρέψει στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας. Η εποχή των μηδενικών επιτοκίων και του φθηνού δανεισμού έχει πλέον περάσει και οι συνέπειες είναι ήδη ορατές τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις.

Advertisement
Advertisement

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην ίδια την απόφαση. Οι επενδυτές και οι οικονομικοί αναλυτές αναζητούν κυρίως τα μηνύματα που θα εκπέμψει η διοίκηση της ΕΚΤ για την πορεία των επιτοκίων τους επόμενους μήνες. Η κατεύθυνση που θα δώσει η Φρανκφούρτη θα επηρεάσει τις προσδοκίες των αγορών, το κόστος δανεισμού και τελικά τις προοπτικές ανάπτυξης της Ευρωζώνης.

Οι πρώτοι που θα πληρώσουν τον λογαριασμό

Οι άμεσες επιπτώσεις μιας νέας αύξησης θα γίνουν αισθητές στους δανειολήπτες με κυμαινόμενο επιτόκιο. Χιλιάδες νοικοκυριά που εξυπηρετούν στεγαστικά δάνεια θα δουν τις δόσεις τους να αυξάνονται εκ νέου, σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει το διαθέσιμο εισόδημα.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός στεγαστικού δανείου ύψους 150.000 ευρώ με υπολειπόμενη διάρκεια 20 ετών. Μια αύξηση επιτοκίου κατά 0,25 ποσοστιαίες μονάδες μπορεί να οδηγήσει σε επιβάρυνση της τάξης των 18 έως 25 ευρώ τον μήνα. Σε ετήσια βάση, το επιπλέον κόστος μπορεί να ξεπεράσει τα 250 ευρώ.

Για μεγαλύτερα δάνεια, η επιβάρυνση είναι ακόμη πιο αισθητή. Σε στεγαστικό ύψους 250.000 ευρώ ή σε επιχειρηματικό δανεισμό αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται σημαντικά, επιβαρύνοντας τους οικογενειακούς και επιχειρηματικούς προϋπολογισμούς.

Πίεση στις επιχειρήσεις και στις επενδύσεις

Advertisement

Η επίδραση των υψηλών επιτοκίων δεν σταματά στα νοικοκυριά. Οι επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα οι μικρομεσαίες, βρίσκονται αντιμέτωπες με ακριβότερη χρηματοδότηση, αυξημένο κόστος κεφαλαίου κίνησης και μεγαλύτερη δυσκολία υλοποίησης νέων επενδύσεων.

Όταν το χρήμα γίνεται ακριβότερο, πολλές επιχειρήσεις αναβάλλουν επενδυτικά σχέδια, περιορίζουν την επέκτασή τους ή επιλέγουν πιο συντηρητική στρατηγική. Αυτό επηρεάζει άμεσα την παραγωγική δραστηριότητα, την ανταγωνιστικότητα και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Για την ελληνική οικονομία, η οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δραστηριότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η πορεία των επιτοκίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση παραμένει βασικός παράγοντας για την ανάπτυξη και την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων.

Advertisement

Το δίλημμα της ΕΚΤ

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει τον πληθωρισμό υπό έλεγχο. Από την άλλη, γνωρίζει ότι η παρατεταμένη περίοδος υψηλών επιτοκίων επιβαρύνει την ανάπτυξη και περιορίζει τη δυναμική της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς θα δώσει το στίγμα για τη στρατηγική που θα ακολουθήσει η ΕΚΤ κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.

Advertisement

Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Όσο το κόστος του χρήματος παραμένει υψηλό, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση σε νοικοκυριά, επιχειρήσεις και επενδύσεις. Οι αποφάσεις της Φρανκφούρτης δεν επηρεάζουν μόνο τις τραπεζικές δόσεις. Επηρεάζουν την αγορά ακινήτων, την κατανάλωση, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και τελικά τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.

Advertisement