Ένας από τους πιο αδύναμους κρίκους της Ευρώπης είναι πλέον η Γαλλία καθώς βρίσκεται στο χείλος μιας επικίνδυνης χρηματοπιστωτικής δίνης καθώς το δημοσιονομικό της έλλειμμα είναι το δεύτερο μεγαλύτερο μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών, μετά τις ΗΠΑ.
Η παγκόσμια άνοδος των επιτοκίων αποκάλυψε ότι η χώρα, η οποία κάποτε θεωρούνταν όαση σχετικής σταθερότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές της Ευρώπης, πληρώνει τώρα περισσότερο για να δανειστεί, από ό,τι χώρες που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της κρίσης, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.
Όπως αποκάλυψε η Wall Street Journal, την περασμένη εβδομάδα, ένα αργό αλλά επίμονο κύμα πωλήσεων στην αγορά γαλλικών κρατικών ομολόγων πήρε ανησυχητική τροπή καθώς εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την ήπειρο, ξυπνώντας μνήμες από την κρίση χρέους της ευρωζώνης την περασμένη δεκαετία. Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έχει πλησιάσει το 5%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002., στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002.
Στα ύψη το γαλλικό χρέος
Οι επενδυτές προετοιμάζονται για περαιτέρω επιδείνωση, μεταδίδει η Wall Street Journal. Η άνοδος των επιτοκίων επιβαρύνει την κυβέρνηση με υψηλότερα κόστη, ακριβώς τη στιγμή που πρέπει να αναχρηματοδοτήσει ένα βουνό χρέους το οποίο είχε δανειστεί στην εποχή των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων. Η Γαλλία έχει χρέος άνω του 1 τρισ. δολαρίων που λήγει έως το 2030 και, το επόμενο έτος, αναμένεται να εκδώσει ομόλογα ύψους-ρεκόρ περίπου 380 δισ. δολαρίων, τη στιγμή που άλλοτε σταθερές πηγές ζήτησης έχουν εκλείψει.
Η κεντρική τράπεζα της Γαλλίας δεν αγοράζει πλέον κρατικά ομόλογα και, αντιθέτως, αφήνει το χαρτοφυλάκιό της να συρρικνώνεται καθώς τα ομόλογα λήγουν. Άλλοτε σταθεροί επενδυτές, όπως οι ιαπωνικές εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων, έχουν επίσης αποσυρθεί. Τα hedge funds που κάλυψαν το κενό έχουν υποστεί ζημιές από την πρόσφατη μεταβλητότητα.
«Η Γαλλία ήταν ο “λαθρεπιβάτης” της Ευρώπης για χρόνια, αν όχι δεκαετίες. Έχει κάνει δημοσιονομικές ακρότητες και τη γλίτωνε», δήλωσε ο Κεβίν Τοζέ, σύμβουλος χαρτοφυλακίου στη γαλλική εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων Carmignac. «Αυτό λειτουργούσε όσο κανείς δεν έδινε σημασία. Τώρα όμως έχουν αρχίσει να το προσέχουν.»
Το κόστος εξυπηρέτησης του γαλλικού χρέους αναμένεται να αυξηθεί κατά 59% έως το 2030, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που ανατέθηκε από το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών. Οι πληρωμές για το χρέος αποτελούν πλέον μία από τις μεγαλύτερες δαπάνες του γαλλικού κράτους και θα μπορούσαν έως το τέλος της δεκαετίας να επισκιάσουν τις στρατιωτικές δαπάνες. Το χρέος της Γαλλίας, που σήμερα ανέρχεται σχεδόν στο 120% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, κινδυνεύει να οδηγήσει την οικονομία σε αυτό που ο διοικητής της κεντρικής της τράπεζας χαρακτήρισε πρόσφατα «σταδιακό στραγγαλισμό».
Πολιτικό αδιέξοδο και χάος στους δρόμους
Το κύμα πωλήσεων τροφοδοτείται από ανησυχίες ότι η Γαλλία έχει καταστεί τόσο δύσκολη στη διακυβέρνηση, ώστε το πολιτικό της σύστημα δεν είναι πλέον σε θέση να λάβει διορθωτικά μέτρα. Τα τελευταία χρόνια, οι βουλευτές στην κατακερματισμένη Εθνοσυνέλευση ανέτρεψαν τον έναν πρωθυπουργό μετά τον άλλον, όταν εκείνοι επιχείρησαν να αποκαταστήσουν τη δημοσιονομική τάξη μέσω περικοπών δαπανών. Με τις προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν την άνοιξη, οι επικρατέστεροι υποψήφιοι για τη διαδοχή του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος δεν μπορεί να διεκδικήσει νέα θητεία, κατακλύζουν τους ψηφοφόρους με υποσχέσεις για αύξηση των κρατικών δαπανών.
Η Μαρίν Λεπέν, η ακροδεξιά υποψήφια που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, έχει δεσμευτεί να μειώσει την ηλικία συνταξιοδότησης στη Γαλλία ακόμη και στα 60 έτη, ένα μέτρο που, όπως λέει, θα κοστίζει στο κράτος επιπλέον 9 δισ. ευρώ (περίπου 10,1 δισ. δολάρια) ετησίως.
Ο πλησιέστερος αντίπαλός της στις δημοσκοπήσεις, ο ηγέτης της άκρας Αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν, θέλει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να παγώσει ή να διαγράψει τα γαλλικά ομόλογα που κατέχει η Τράπεζα της Γαλλίας, συνολικής αξίας 488 δισ. ευρώ.
«Ρίξτε τα στη φωτιά», σχολίασε ο Μελανσόν. Η ρητορική αυτή, λένε ορισμένοι οικονομολόγοι, αποτελεί σύμπτωμα μιας χώρας που έχει χάσει την επαφή με τη δημοσιονομική πραγματικότητα. Τα προβλήματα χρέους της Γαλλίας έχουν τις ρίζες τους σε δεκαετίες υπερβολικών δαπανών για τη χρηματοδότηση ενός εκτεταμένου κράτους πρόνοιας, το οποίο έμαθε τους πολίτες να περιμένουν από το κράτος να τους προστατεύει, ιδίως σε περιόδους κρίσης. Η χώρα δεν έχει ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της από το 1974.
«Στη Γαλλία έχουμε αυτό το αντανακλαστικό να ζητάμε πάντα από το κράτος λίγο μαγικό χρήμα — να πληρώνει, να πληρώνει, να πληρώνει», δήλωσε ο Σιλβέν Μαγιάρ, βουλευτής του κεντρώου κόμματος του Μακρόν.
Ο Μακρόν, πρώην επενδυτικός τραπεζίτης και τεχνοκράτης, παρουσίασε τον εαυτό του ως έναν ηγέτη έτοιμο να ταρακουνήσει τη χώρα ώστε να συνέλθει. Χαλάρωσε τους κανόνες της αγοράς εργασίας, μείωσε τους εταιρικούς φόρους και κατάργησε τον φόρο μεγάλης περιουσίας, μέτρα που, σύμφωνα με το επιτελείο του, συνέβαλαν στην ενίσχυση της ανάπτυξης και στη μείωση του ελλείμματος κάτω από το υποχρεωτικό όριο της ΕΕ του 3% του ΑΕΠ κατά τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του.
Η αποτυχημένη πολιτική Μακρόν
Με την πάροδο των ετών, ωστόσο, ο Μακρόν στράφηκε στις δημόσιες δαπάνες για να αντιμετωπίσει τη μία κρίση μετά την άλλη. Η μεταστροφή άρχισε όταν ο Μακρόν διέθεσε τουλάχιστον 10 δισ. ευρώ για να κατευνάσει το κίνημα διαμαρτυρίας των “Κίτρινων Γιλέκων”, που συνοδεύτηκε από βίαια επεισόδια και κλιμακώθηκε απότομα καθώς η Γαλλία αντιμετώπιζε την πανδημία της Covid-19 και την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Ο Μακρόν απάντησε με τεράστια προγράμματα δαπανών για να προστατεύσει επιχειρήσεις και νοικοκυριά από τις επιπτώσεις. Μάλιστα επινόησε ένα σύνθημα για αυτή την προσέγγιση: Quoi qu’il en coûte, ή «ό,τι κι αν κοστίσει».
Ορισμένα μέτρα πρόσθεσαν οικονομικά βάρη που θα επιβάρυναν τα κρατικά ταμεία για πολύ καιρό μετά την πανδημία, όπως μια επιπλέον ετήσια μείωση 10 δισ. ευρώ στους εταιρικούς φόρους και υψηλότερους μισθούς για τους εργαζομένους σε ολόκληρο το δημόσιο σύστημα υγείας της Γαλλίας.
Ακόμη και προσωρινά μέτρα δημιούργησαν μόνιμες πιέσεις. Η Γαλλία εγκαινίασε ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα κρατικής επιδότησης μισθών στην Ευρώπη, καλύπτοντας τη μισθοδοσία εργαζομένων σε πλήθος επιχειρήσεων, από μπιστρό μέχρι μεγάλες εταιρείες. Οι επιδοτήσεις είχαν αρχικά σχεδιαστεί ως μέτρο στήριξης που θα έληγε μόλις τελείωναν τα lockdown της πανδημίας, όμως πολλές επιχειρήσεις συνέχισαν να αξιοποιούν το πρόγραμμα για χρόνια.
Ο Μακρόν διοχέτευσε επίσης δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε ένα πρόγραμμα που έθετε πλαφόν στις τιμές της ενέργειας μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία — επιδοτήσεις που συνεχίστηκαν ακόμη και όταν σταθεροποιήθηκαν οι προμήθειες φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
«Υπήρξε μια έγχυση δημόσιου χρήματος και κανείς στην κυβέρνηση δεν είχε το θάρρος να κλείσει τη στρόφιγγα», δήλωσε ο γερουσιαστής Ζαν-Φρανσουά Ισόν, συντηρητικός που επέβλεψε έρευνα της Γερουσίας για τις δαπάνες.
Ο πρωτοφανής συνδυασμός δημοσιονομικής τόνωσης, πληθωρισμού και διακυμάνσεων στη μεταπανδημική ζήτηση απορρύθμισε τα μοντέλα οικονομικών προβλέψεων που χρησιμοποιούσε το υπουργείο Οικονομικών για την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού.
Οδεύει η χώρα προς τη χρεοκοπία;
Η έκταση του δημοσιονομικού προβλήματος άρχισε να αποκαλύπτεται στα τέλη του 2023, όταν το γαλλικό υπουργείο Οικονομικών διαπίστωσε ότι τα φορολογικά έσοδα ήταν πολύ χαμηλότερα από τα αναμενόμενα και οι κρατικές δαπάνες είχαν υποεκτιμηθεί.
Μέσα σε λίγους μήνες, ο τότε υπουργός Οικονομικών Μπρουνό Λεμέρ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια δημοσιονομική «τρύπα» περίπου 40 δισ. ευρώ και πίεζε για μεγάλες περικοπές. Η πολιτική αστάθεια, όμως, περιόρισε δραστικά τα περιθώρια δράσης: οι πρόωρες εκλογές που προκήρυξε ο Εμανουέλ Μακρόν αποδυνάμωσαν περαιτέρω την κοινοβουλευτική του βάση και η Εθνοσυνέλευση χωρίστηκε σε τρία αντίπαλα μπλοκ, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο την προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Την ίδια στιγμή, το έλλειμμα της Γαλλίας παραμένει πάνω από το 5% του ΑΕΠ, ενώ οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων αυξάνουν συνεχώς το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Η κρίσιμη αλλαγή σε σχέση με την εποχή του φθηνού χρήματος είναι ότι το μέσο επιτόκιο του γαλλικού χρέους αναμένεται τα επόμενα χρόνια να ξεπεράσει τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι, χωρίς σημαντική μείωση των ελλειμμάτων, το χρέος μπορεί να διογκώνεται από μόνο του: όσο αυξάνονται οι τόκοι, τόσο επιβαρύνεται ο προϋπολογισμός και τόσο περισσότερο νέο χρέος απαιτείται.
Το χρέος της Γαλλίας θα μπορούσε να φτάσει το 200% του ΑΕΠ έως το 2050, εάν δεν μειωθούν οι δημόσιες δαπάνες, εκτίμησε πρόσφατα ο ΟΟΣΑ.
Παρότι η αναταραχή της περασμένης εβδομάδας προκάλεσε συγκρίσεις με τις πρώτες ημέρες της κρίσης χρέους της ευρωζώνης, μια κατάρρευση της αγοράς γαλλικών ομολόγων δεν είναι ακόμη αναπόφευκτη, λένε οι επενδυτές. Η περιοχή είναι σήμερα καλύτερα εξοπλισμένη για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις στις αγορές, έχοντας ως στήριγμα την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Το τελευταίο κύμα πωλήσεων ενισχύθηκε από την αιφνίδια ρευστοποίηση ριψοκίνδυνων συναλλαγών hedge funds που είχαν γίνει δημοφιλείς τους τελευταίους μήνες.
Ο αστάθμητος παράγοντας που θα μπορούσε να ωθήσει τη Γαλλία στο χείλος είναι οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Οι επενδυτές φοβούνται ότι ούτε ο Μελανσόν ούτε η Λεπέν αντιμετωπίζουν με τη δέουσα σοβαρότητα τα οικονομικά προβλήματα της Γαλλίας.
Οι επενδυτές συχνά βλέπουν τις αγορές ομολόγων ως θεματοφύλακες της δημοσιονομικής πειθαρχίας, επικαλούμενοι χώρες όπως η Ελλάδα, που αναμόρφωσαν τα δημόσια οικονομικά τους έπειτα από επώδυνες κρίσεις χρέους.