Η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο. Την ώρα που η ανεργία υποχωρεί, οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται όσο ποτέ να βρουν προσωπικό. Οι μεγαλύτερες ελλείψεις καταγράφονται στον τουρισμό και τις κατασκευές, όπου οι συνολικές ανάγκες εκτιμάται ότι αγγίζουν τις 250.000 θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα οι αποδοχές σε ορισμένες ειδικότητες να φτάνουν ακόμη και τα 5.000 ευρώ τον μήνα (π.χ. χειριστές εξειδικευμένων μηχανημάτων).
Στον τουρισμό, ξενοδοχεία και επιχειρήσεις εστίασης αναζητούν μάγειρες, σερβιτόρους, καμαριέρες, υπεύθυνους υποδοχής και εξειδικευμένο προσωπικό, προσφέροντας πλέον όχι μόνο υψηλότερους μισθούς, αλλά και δωρεάν διαμονή, σίτιση και πρόσθετα μπόνους, προκειμένου να προσελκύσουν εργαζομένους. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στις κατασκευές, όπου η ζήτηση για μηχανικούς, εργοδηγούς, ηλεκτρολόγους, υδραυλικούς, χειριστές μηχανημάτων και εξειδικευμένους τεχνίτες παραμένει ιδιαίτερα αυξημένη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μηνιαίες αποδοχές για στελέχη με εμπειρία φθάνουν έως και τα 5.000 ευρώ.
Η έλλειψη προσωπικού δεν επηρεάζει μόνο τις επιχειρήσεις, αλλά και την ίδια την οικονομία. Πολλές εταιρείες αναγκάζονται να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους ή να καθυστερούν έργα επειδή δεν μπορούν να στελεχώσουν τις απαραίτητες θέσεις. Παράλληλα, η διαδικασία μετάκλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των αναγκών, καθώς οι διαθέσιμες εγκρίσεις υπολείπονται σημαντικά της πραγματικής ζήτησης.
Στελέχη εταιρειών εξεύρεσης προσωπικού, σημειώνουν στη HuffPost, ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν θα προέλθει μόνο από αυξήσεις μισθών, αλλά και από καλύτερες συνθήκες εργασίας, επαγγελματική εκπαίδευση, προσέλκυση νέων στοχευμένων εργαζομένων και ταχύτερες διαδικασίες για την κάλυψη των κενών θέσεων από το εξωτερικό. Διαφορετικά, οι ελλείψεις προσωπικού θα συνεχίσουν να αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την ανάπτυξη των δύο πιο δυναμικών κλάδων της ελληνικής οικονομίας.