Είκοσι χρόνια μετά, η υπόθεση του μικρού Άλεξ Μεσχισβίλι επιστρέφει στο προσκήνιο με μια εξέλιξη που, εφόσον συνοδευτεί από πραγματικά νέα αποδεικτικά στοιχεία, μπορεί να προκαλέσει νέα δικαστική έρευνα.
Ένας από τους ανθρώπους που ως ανήλικος είχε βρεθεί στο επίκεντρο της υπόθεσης και σήμερα ζει στην Αγγλία υποστηρίζει ότι διαθέτει στοιχεία τα οποία δεν εξετάστηκαν ποτέ. Και προχωρά στον πιο ανατρεπτικό ισχυρισμό: ο Άλεξ, λέει, δεν δολοφονήθηκε. Απήχθη.
Προς το παρόν, όμως, αυτό αποτελεί ισχυρισμό του πρώην κατηγορουμένου και όχι νέο αποδεδειγμένο γεγονός. Το υλικό που λέει ότι διαθέτει πρέπει να παρουσιαστεί και να αξιολογηθεί από τις αρμόδιες δικαστικές Αρχές.
Το email από την Αγγλία
Η νέα εξέλιξη αποκαλύφθηκε από τη δικαστική ψυχολόγο Χριστίνα Αντωνοπούλου, η οποία είχε ασχοληθεί με την υπόθεση.
Όπως ανέφερε στον συνάδελφο δημοσιογράφο Βασίλη Γούλα της iefimerida, δέχθηκε ηλεκτρονικό μήνυμα από έναν από τους τότε εμπλεκόμενους ανηλίκους, ο οποίος πλέον έχει δημιουργήσει οικογένεια και ζει στην Αγγλία.
Ο ίδιος δηλώνει ότι καταδικάστηκε άδικα, αρνείται ότι εκείνος ή οι φίλοι του άσκησαν βία ή bullying στον Άλεξ και υποστηρίζει ότι διαθέτει στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν, όπως λέει, στην «πραγματική αλήθεια».
Ζήτησε μάλιστα να βρεθεί δικηγόρος ώστε να επιχειρήσει να ανοίξει εκ νέου την υπόθεση. Η δικαστική ψυχολόγος επικοινώνησε με τη δικηγόρο Βάσω Πανταζή, η οποία εμφανίζεται διατεθειμένη να αναλάβει την υπόθεση. Αναμένονται η σχετική εξουσιοδότηση και, κυρίως, η παρουσίαση του υλικού που ο άνδρας υποστηρίζει ότι έχει στην κατοχή του.
3 Φεβρουαρίου 2006: Η νύχτα που χάθηκε ο Άλεξ
Ο Άλεξ Μεσχισβίλι ήταν μόλις 11 ετών.
Την Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2006 βρισκόταν στη Βέροια. Είχε πάει για μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο στην περιοχή της Ελιάς. Η Αστυνομία τοποθέτησε επισήμως την εξαφάνισή του μεταξύ 19:00 και 20:00 της 3ης Φεβρουαρίου 2006.
Η μητέρα του, Νατέλα, άρχισε να τον αναζητά. Οι πρώτες ώρες έγιναν ημέρες και οι ημέρες εβδομάδες. Κανένα ίχνος του παιδιού.
Οι πέντε ανήλικοι στο επίκεντρο
Οι έρευνες στράφηκαν τελικά σε μια ομάδα πέντε ανηλίκων που γνώριζαν τον Άλεξ.
Τον Ιούνιο του 2006 η υπόθεση πήρε δραματική τροπή. Σύμφωνα με όσα προέκυψαν τότε από την αστυνομική έρευνα, ανήλικοι είχαν δώσει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες είχε προηγηθεί καταδίωξη και χτυπήματα και ο Άλεξ είχε τραυματιστεί θανάσιμα.
Ακολούθησαν, όμως, αλλαγές και ανασκευές στις εκδοχές που είχαν δοθεί. Τέσσερις από τους πέντε, όταν εξετάστηκαν εκ νέου, υποστήριξαν ότι δεν γνώριζαν τίποτε για την εξαφάνιση. Αυτό ήταν ένα από τα στοιχεία που μετέτρεψαν την υπόθεση σε ένα από τα μεγαλύτερα αστυνομικά και δικαστικά μυστήρια των τελευταίων δεκαετιών.
Έψαχναν παντού για τη σορό
Το μεγαλύτερο πρόβλημα παρέμενε ένα: ο Άλεξ δεν βρέθηκε ποτέ.
Η Αστυνομία έκανε εκτεταμένες έρευνες και εκσκαφές σε ακατοίκητο κτίριο και σε χώρους που είχαν υποδειχθεί κατά την έρευνα. Χωρίς αποτέλεσμα.
Στη συνέχεια ερευνήθηκε συστηματικά και ο Τριπόταμος, στην περιοχή της Μπαρμπούτας. Αστυνομικοί, άνδρες της ΕΜΑΚ, δύτες και ειδικά εκπαιδευμένοι σκύλοι πραγματοποίησαν επανειλημμένες έρευνες. Και πάλι τίποτε.
Το ίδιο το υπουργείο Δημόσιας Τάξης είχε αναφέρει ότι είχαν ληφθεί εκατοντάδες καταθέσεις και είχαν πραγματοποιηθεί εκτεταμένες έρευνες χωρίς να εντοπιστεί ίχνος του παιδιού.
Η απόφαση του 2009
Τρία χρόνια μετά την εξαφάνιση, το Μονομελές Δικαστήριο Ανηλίκων έκρινε ενόχους τους πέντε ανηλίκους για μη σκοπούμενη θανατηφόρα σωματική βλάβη και περιύβριση νεκρού.
Σύμφωνα με τη δικαστική κρίση, οι ανήλικοι κυνήγησαν και χτύπησαν τον Άλεξ και το παιδί τραυματίστηκε θανάσιμα. Το δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι το σώμα του μεταφέρθηκε στη συνέχεια σε ακατοίκητο σπίτι της οδού Έλλης.
Δεν δέχθηκε, ωστόσο, ότι αποδείχθηκε η εκδοχή σύμφωνα με την οποία η σορός πετάχτηκε στο ρέμα της Μπαρμπούτας. Παράλληλα είχαν εξεταστεί και άλλα σενάρια, χωρίς να επιβεβαιωθούν.
Και όμως, το σώμα δεν βρέθηκε ποτέ
Εδώ βρίσκεται το στοιχείο που ακόμη και σήμερα κάνει την υπόθεση διαφορετική από τις περισσότερες υποθέσεις ανθρωποκτονίας.
Υπήρξε δικαστική κρίση για τον θάνατο του Άλεξ. Υπήρξαν καταδίκες. Αλλά δεν υπήρξε ποτέ σορός.
Κανείς δεν μπόρεσε να οδηγήσει τις Αρχές σε ένα σημείο όπου θα βρισκόταν το παιδί. Και κανένα από τα σημεία που ερευνήθηκαν δεν έδωσε την απάντηση.
Ο παππούς και οι ενήλικοι
Η δικαστική συνέχεια δεν περιορίστηκε στους ανηλίκους.
Ο παππούς δύο από τα παιδιά καταδικάστηκε το 2011 σε φυλάκιση τεσσάρων ετών και έξι μηνών για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση. Γονείς εμπλεκόμενων ανηλίκων καταδικάστηκαν επίσης για παραμέληση εποπτείας ανηλίκων, ενώ μία μητέρα αθωώθηκε.
Το ερώτημα που θέτει τώρα η υπεράσπιση
Η νέα προσπάθεια επανεξέτασης επικεντρώνεται και σε ένα ιδιαίτερα σημαντικό νομικό και ιατροδικαστικό ζήτημα.
Η δικηγόρος Βάσω Πανταζή θέτει ζήτημα επανεξέτασης της εκτίμησης για τον τρόπο με τον οποίο πέθανε το παιδί. Το ερώτημα που θέτει είναι πώς μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα συγκεκριμένη αιτία θανάτου όταν δεν έχει βρεθεί και εξεταστεί η σορός.
Η πλευρά που επιχειρεί σήμερα να ανοίξει ξανά τον φάκελο θεωρεί ότι αυτό είναι ένα από τα σημεία που πρέπει να εξεταστούν εκ νέου. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ανατρέπεται η δικαστική απόφαση του 2009. Για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτούνται συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες και, πρωτίστως, πραγματικά νέα αποδεικτικά στοιχεία.
«Ο Άλεξ απήχθη»
Εδώ βρίσκεται πλέον η μεγάλη ανατροπή που επικαλείται ο πρώην κατηγορούμενος.
Υποστηρίζει ότι ο ίδιος και οι υπόλοιποι δεν σκότωσαν τον Άλεξ και ότι το παιδί έπεσε θύμα απαγωγής.
Το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι δεν εμφανίζεται απλώς να διατυπώνει μια θεωρία. Ισχυρίζεται ότι μπορεί να το αποδείξει και ότι διαθέτει στοιχεία που δεν εξετάστηκαν πριν από 20 χρόνια.
Μέχρι να κατατεθούν αυτά τα στοιχεία, όμως, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει εάν πρόκειται πράγματι για νέο αποδεικτικό υλικό ή για μια διαφορετική εκδοχή όσων συνέβησαν.
Και άλλοι από την τότε παρέα θέλουν να μιλήσουν
Υπάρχει ακόμη μία ενδιαφέρουσα πτυχή στη σημερινή εξέλιξη.
Σύμφωνα με τη δικαστική ψυχολόγο Χριστίνα Αντωνοπούλου, η κινητικότητα δεν αφορά αποκλειστικά έναν άνθρωπο. Και άλλα πρόσωπα που είχαν εμπλακεί στην υπόθεση όταν ήταν παιδιά -και σήμερα είναι ενήλικοι περίπου 30 ετών, αρκετοί με δικές τους οικογένειες- φέρονται να επιθυμούν να μιλήσουν και να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή.
Εάν πράγματι υπάρξουν νέες καταθέσεις και, κυρίως, νέα στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν, τότε η υπόθεση μπορεί να αποκτήσει μια εντελώς νέα διάσταση.
Είκοσι χρόνια και ένα ερώτημα χωρίς απάντηση
Ο Άλεξ γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1995. Εάν ζούσε σήμερα θα ήταν 31 ετών.
Η εξαφάνισή του έγινε μία από τις υποθέσεις που σημάδεψαν την Ελλάδα. Μια υπόθεση bullying. Μια υπόθεση ανηλίκων. Μια υπόθεση με αλλεπάλληλες καταθέσεις, ανασκευές, έρευνες, εκσκαφές και δικαστικές αποφάσεις.
Και πάνω απ’ όλα μια υπόθεση στην οποία λείπει ακόμη το σημαντικότερο κομμάτι του παζλ: πού βρίσκεται ο Άλεξ;
Είκοσι χρόνια μετά, ένας από εκείνους που κάθισαν στο εδώλιο ισχυρίζεται ότι γνωρίζει κάτι που μπορεί να αλλάξει όσα ξέραμε.
Τώρα πρέπει να παρουσιάσει τα στοιχεία. Και για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, ο φάκελος του μικρού Άλεξ ενδέχεται να ανοίξει ξανά.