Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Τα ανησυχητικά στοιχεία για την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων αναδεικνύουν την ανάγκη για ουσιαστική συναισθηματική παρουσία των γονέων, η οποία συχνά υποκαθίσταται από την ψηφιακή επικοινωνία.
  • Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η αυτοεκτίμηση των νέων κινδυνεύει να οικοδομηθεί επιφανειακά μέσα από την αναζήτηση επιβεβαίωσης στα κοινωνικά δίκτυα.
  • Η έλλειψη διαπροσωπικής επαφής και η απουσία ουσιαστικού διαλόγου στο οικογενειακό περιβάλλον δημιουργούν συναισθηματικά κενά στα παιδιά.
  • Παράλληλα, το σχολείο καλείται να λειτουργήσει ως χώρος αναγνώρισης και υποστήριξης, με τους εκπαιδευτικούς να χρειάζονται κατάλληλη κατάρτιση για να διαχειρίζονται τις ψυχικές ανάγκες των μαθητών τους.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Τα παιδιά μας εκπέμπουν σήμα κινδύνου. Και το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν το ακούμε, αλλά αν έχουμε πραγματικά τον χρόνο, τη διάθεση και την ικανότητα να ανταποκριθούμε.

Τα ανησυχητικά στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας, μεταξύ άλλων και από «Το Χαμόγελο του Παιδιού», επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά ζητήματα της εποχής μας: την ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων, τον αυτοτραυματισμό, τον αυτοκτονικό ιδεασμό, τη μοναξιά και τη δυσκολία δημιουργίας ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων.

Advertisement
Advertisement

Ποιος ευθύνεται; Οι γονείς που εργάζονται ασταμάτητα; Το σχολείο που περιορίζεται συχνά στη μετάδοση γνώσεων; Η Πολιτεία που αναζητεί λύσεις μέσα από απαγορεύσεις; Ή μια κοινωνία που αντικατέστησε την ανθρώπινη επαφή με την ψηφιακή επικοινωνία;

Αυτά τα ερωτήματα έθεσα στην Αννίτα Λουδάρου, ψυχολόγο, ψυχοθεραπεύτρια, αναλύτρια ομάδας, ζεύγους και οικογένειας και γενική γραμματέα της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής Ομαδικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας.

Η συζήτησή μας για τη HuffPost εξελίχθηκε σε μια ουσιαστική αναζήτηση των αιτίων της παιδικής ψυχικής δυσφορίας, αλλά και των τρόπων με τους οποίους μπορούμε να ξαναδώσουμε στα παιδιά αυτό που περισσότερο χρειάζονται: την αίσθηση ότι κάποιος τα βλέπει, τα ακούει και βρίσκεται πραγματικά δίπλα τους.

«Τα στοιχεία δεν μας ξάφνιασαν. Τα βλέπουμε καθημερινά»

Η πρώτη μου ερώτηση αφορούσε τις ευθύνες απέναντι στα παιδιά που αντιμετωπίζουν σοβαρές ψυχικές δυσκολίες, φτάνοντας ορισμένες φορές στον αυτοτραυματισμό ή ακόμη και στις αυτοκτονικές σκέψεις.

Η απάντηση της Αννίτας Λουδάρου ήταν χαρακτηριστική:

Advertisement

«Είναι πολύ λυπηρά αυτά τα στοιχεία που διαβάσαμε και η αλήθεια είναι ότι εμάς δεν μας ξάφνιασαν. Γιατί τα βλέπουμε στα γραφεία, στα σχολεία που επισκεπτόμαστε, με τους εκπαιδευτικούς που μιλάμε».

Η ίδια έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν επιθυμεί να ενοχοποιήσει τους γονείς.

«Καταλαβαίνω τα βάρη και τη γεωγραφία μιας ημέρας που είναι πάρα πολύ κουραστική και μιας ζωής που έχει πολλές απαιτήσεις πλέον».

Advertisement

Ωστόσο, πίσω από τις καθημερινές δυσκολίες υπάρχει μια βαθύτερη ανάγκη του παιδιού, την οποία καμία οικονομική παροχή και κανένα τεχνολογικό μέσο δεν μπορούν να αντικαταστήσουν.

Είναι η ανάγκη της συναισθηματικής παρουσίας.

Η «αρκετά καλή μητέρα» και ο καθρέφτης της παιδικής ψυχής

Advertisement

Η συνομιλήτριά μου επικαλέστηκε τον σπουδαίο Βρετανό παιδίατρο και ψυχαναλυτή Ντόναλντ Βίνικοτ και την περίφημη έννοια της «αρκετά καλής μητέρας» — good enough mother.

Δεν πρόκειται για την τέλεια μητέρα. Ούτε για έναν γονιό που δεν κάνει ποτέ λάθη.

Πρόκειται για τον άνθρωπο που μπορεί να ανταποκρίνεται με επάρκεια στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού.

Advertisement

«Μητέρα μπορεί να είναι και ένας πατέρας, μπορεί να είναι και μια γιαγιά. Ένας άνθρωπος που θα σταθεί απέναντι στο παιδί του, σε όλες τις ηλικίες μέχρι να ενηλικιωθεί, σαν ένας ωραίος, ζεστός καθρέφτης».

Advertisement

Η εικόνα που περιέγραψε είναι ιδιαίτερα δυνατή.

Το παιδί, εξήγησε, ανακαλύπτει την αξία του μέσα από το βλέμμα των ανθρώπων που το αγαπούν.

Εκεί χτίζει την αυτοεκτίμησή του. Εκεί μαθαίνει ότι μπορεί να αγαπηθεί χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύει διαρκώς ότι είναι όμορφο, επιτυχημένο ή δημοφιλές.

Advertisement

«Το βλέμμα της μητέρας ή του πατέρα είναι ο χώρος που καθρεφτίζεται το παιδί».

Και ακριβώς εδώ εντοπίζει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σύγχρονης εποχής.

Ο καθρέφτης της οικογένειας αντικαθίσταται όλο και συχνότερα από την οθόνη ενός κινητού.

Από το βλέμμα των γονιών στα likes του TikTok και του Instagram

«Είναι το TikTok, το Instagram, το Facebook, ο καθρέφτης του παιδιού. Αντί να είναι το βλέμμα του γονιού ή το βλέμμα του εκπαιδευτικού, καθρεφτίζεται εκεί».

Με αυτή τη φράση η Αννίτα Λουδάρου περιέγραψε τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο η διαδικτυακή δημοφιλία μπορεί να επηρεάσει την αυτοεικόνα ενός νέου ανθρώπου.

Το παιδί αναζητεί επιβεβαίωση από αριθμούς.

Πόσα likes συγκέντρωσε; Πόσοι είδαν τη φωτογραφία του; Γιατί ένας συμμαθητής του έχει περισσότερους ακολούθους; Γιατί το δικό του πρόσωπο ή σώμα δεν μοιάζει με εκείνα που προβάλλονται στις οθόνες;

Η ψυχολόγος προειδοποιεί ότι πρόκειται για έναν εξαιρετικά επιφανειακό τρόπο οικοδόμησης της αυτοεκτίμησης.

Αντίθετα, η πραγματική αυτοεκτίμηση, όπως υπογράμμισε, αποτελεί σημαντικό προστατευτικό παράγοντα για την ψυχική ανθεκτικότητα.

Είναι η εσωτερική πεποίθηση ότι, ακόμη κι αν υπάρξουν δυσκολίες, αποτυχίες ή οικονομικά προβλήματα, ο άνθρωπος μπορεί να προσπαθήσει ξανά.

Αυτή η πεποίθηση δεν δημιουργείται από την επιδοκιμασία αγνώστων στο διαδίκτυο.

Χτίζεται σταδιακά, από τα πρώτα χρόνια της ζωής, μέσα από σχέσεις ασφάλειας, εμπιστοσύνης και αποδοχής.

«Το οικογενειακό τραπέζι ήξερε όλα τα μυστικά του κόσμου»

Σε κάποιο σημείο της συζήτησης αναφέρθηκα στα δικά μου παιδικά χρόνια, όταν μεγάλωσα με παππού και γιαγιά.

Της επισήμανα ότι σήμερα ο παππούς και η γιαγιά απουσιάζουν συχνά από την καθημερινότητα πολλών οικογενειών και αναρωτήθηκα αν αυτή η απουσία έχει ψυχολογικές συνέπειες.

Η απάντησή της ήταν από τις πιο ανθρώπινες στιγμές της συνέντευξης.

«Δεν υπάρχει ένα τρίτο μάτι από λίγο πιο ψηλά».

Και στη συνέχεια θυμήθηκε τη δική της γιαγιά.

«Η γιαγιά μου έλεγε: Αυτό το τραπέζι ξέρει όλα τα μυστικά του κόσμου».

Εννοούσε ένα απλό τραπεζάκι της κουζίνας, γύρω από το οποίο συγκεντρωνόταν η οικογένεια.

Εκεί οι άνθρωποι μιλούσαν. Μοιράζονταν προβλήματα, χαρές, στενοχώριες, μικρά και μεγάλα μυστικά.

Κυρίως, όμως, έβλεπαν ο ένας τον άλλον.

Η Αννίτα Λουδάρου δεν εξιδανικεύει το παρελθόν. Αναγνωρίζει ότι οι παλαιότερες κοινωνίες είχαν και αυτές προβλήματα.

Επιμένει, ωστόσο, ότι η απώλεια της οικογενειακής συνάντησης και της συλλογικότητας έχει κόστος.

«Φύγαμε από το μαζί», παρατήρησε.

Και όταν χάνεται το «μαζί», κυριαρχεί το «εγώ».

Ο καθένας αρχίζει να λειτουργεί αποκλειστικά για τον εαυτό του, ενώ το παιδί στερείται σημαντικά πρότυπα σχέσεων και συμπεριφοράς.

Ο παππούς και η γιαγιά που συνεχίζουν να ζουν μέσα μας

Η ψυχολόγος εξήγησε ακόμη ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να εσωτερικεύει σημαντικές μορφές της ζωής του.

Ένα παιδί μπορεί να κρατήσει μέσα του τον τρόπο με τον οποίο του μιλούσε ο παππούς, την τρυφερότητα της γιαγιάς ή τη στήριξη της μητέρας και του πατέρα.

Αυτές οι εμπειρίες μπορούν να συνεχίσουν να το στηρίζουν ακόμη και όταν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν βρίσκονται πια στη ζωή.

«Ο παππούς μας είναι μέσα μας. Η γιαγιά μας είναι μέσα μας. Η μαμά μας είναι μέσα μας».

Αλλά τι συμβαίνει όταν οι ανθρώπινες σχέσεις είναι ελάχιστες ή συναισθηματικά απόμακρες;

«Αν δεν τους βλέπουμε, αν δεν τους μιλάμε, τι θα εσωτερικεύσουμε; Ένα μεγάλο κενό».

Ένα κενό που, όπως εξήγησε, το παιδί μπορεί να προσπαθήσει να καλύψει με εύκολες, πρόσκαιρες μορφές ικανοποίησης.

Η ψηφιακή επιβεβαίωση μπορεί τότε να αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλη σημασία.

«Παρκάρουμε» τα παιδιά μπροστά σε μια οθόνη

Στη συζήτησή μας χρησιμοποίησα μια σκληρή, αλλά γνώριμη έκφραση.

Ότι πολλές φορές οι γονείς, εξαντλημένοι από τη δουλειά και τις οικονομικές υποχρεώσεις, «παρκάρουν» τα παιδιά τους μπροστά σε μια οθόνη.

Δεν πρόκειται απαραίτητα για αδιαφορία.

Πρόκειται συχνά για ανθρώπους που προσπαθούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες της οικογένειάς τους και φτάνουν στο σπίτι χωρίς αποθέματα ενέργειας.

Η Αννίτα Λουδάρου αναγνωρίζει αυτή την πραγματικότητα, αλλά θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα:

Τι ακριβώς κάνουμε με τα παιδιά μας όταν επιτέλους βρισκόμαστε μαζί τους;

Η ίδια δεν περιορίζει το πρόβλημα στον αριθμό των ωρών που περνά ένας γονιός με το παιδί.

Εστιάζει στην ποιότητα της επικοινωνίας.

Στο αν θα παίξουν μαζί. Αν θα συζητήσουν. Αν ο γονιός θα ακούσει πραγματικά αυτό που το παιδί προσπαθεί να του πει.

Πολλές φορές, αντί για μια τέτοια συνάντηση, η καθημερινότητα περιορίζεται σε μετακινήσεις από το σχολείο στο φροντιστήριο, από το φροντιστήριο στις δραστηριότητες και από εκεί πίσω στο σπίτι.

Και στο ενδιάμεσο υπάρχουν τα ακουστικά, τα κινητά και η σιωπή.

Οι απαγορεύσεις στα social media δεν αρκούν

Έθεσα επίσης το ζήτημα των περιορισμών πρόσβασης των ανηλίκων στα κοινωνικά δίκτυα.

Μπορεί μια απαγόρευση να προστατεύσει αποτελεσματικά τα παιδιά ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει την αντίθετη αντίδραση;

Η απάντηση της ψυχολόγου ήταν σαφής ως προς την ανάγκη να μην περιορίζεται η παρέμβαση στην τιμωρία.

«Όταν απαγορεύουμε, όταν τιμωρούμε το παιδί μας, θα έχουμε στη σκέψη μας ότι είναι σαν να το βάζουμε στην κατάψυξη. Δεν γίνεται τίποτα μέσα εκεί. Παγώνει η εικόνα».

Η παρομοίωση περιγράφει την αδυναμία μιας αποκλειστικά κατασταλτικής προσέγγισης να δημιουργήσει ουσιαστική αλλαγή.

Το παιδί χρειάζεται να ανακαλύψει κάτι που θα του προσφέρει περισσότερο νόημα από τη διαρκή διαδικτυακή παρουσία.

Μια φιλία. Μια δημιουργική δραστηριότητα. Μια σχέση εμπιστοσύνης. Ένα ενδιαφέρον που θα το κινητοποιήσει.

Η Πολιτεία μπορεί να θέτει κανόνες και όρια, όμως η ουσιαστική πρόληψη απαιτεί και θετικές εναλλακτικές επιλογές.

Γιατί, όπως προκύπτει από τη συζήτησή μας, δεν αρκεί να αφαιρέσεις από ένα παιδί την οθόνη, αν δεν του προσφέρεις έναν κόσμο στον οποίο θα θέλει να συμμετέχει.

Τα παιδιά που βρίσκονται μαζί, αλλά δεν επικοινωνούν

Μοιράστηκα με την Αννίτα Λουδάρου μια εικόνα που είχα παρατηρήσει πρόσφατα σε έναν χώρο εστίασης.

Νέα παιδιά βρίσκονταν μαζί σε ένα μπαρ. Υπήρχε μουσική, υπήρχε η δυνατότητα της συζήτησης, υπήρχε η ευκαιρία να γνωριστούν καλύτερα.

Κι όμως, πολλά από αυτά κοιτούσαν διαρκώς τα κινητά τους.

Μια εικόνα που δημιουργεί το παράδοξο της εποχής μας: άνθρωποι σωματικά παρόντες, αλλά με την προσοχή τους στραμμένη αλλού.

Η συνομιλήτριά μου επισήμανε μια ακόμη αλλαγή στη γλώσσα της επικοινωνίας.

Όταν αρκετοί νέοι λένε «μιλάω με τους φίλους μου», μπορεί στην πραγματικότητα να εννοούν ότι ανταλλάσσουν γραπτά μηνύματα.

Η ψηφιακή επικοινωνία δεν είναι από μόνη της προβληματική. Μπορεί να διατηρεί φιλίες και να φέρνει κοντά ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.

Όμως η ψυχολόγος επιμένει ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως την εμπειρία της προσωπικής συνάντησης.

Τη δυνατότητα να κοιτάξεις κάποιον στα μάτια, να ακούσεις τον τόνο της φωνής του, να μοιραστείς τη χαρά ή τη στενοχώρια του.

«Δεν φέρνουν τα χρήματα και τα υλικά αγαθά την ευτυχία. Την ευτυχία τη φέρνουν οι σχέσεις», υπογράμμισε.

«Το σχολείο είναι η δεύτερη ευκαιρία για τον άνθρωπο»

Το τελευταίο μεγάλο κεφάλαιο της συζήτησής μας αφορούσε την εκπαίδευση.

Έθεσα το ερώτημα αν κάθε σχολείο πρέπει να διαθέτει υποστήριξη από ειδικό ψυχικής υγείας και αν όλοι οι εκπαιδευτικοί, ανεξαρτήτως ειδικότητας, χρειάζονται βασική εκπαίδευση στην ψυχολογία των παιδιών.

Η απάντηση της Αννίτας Λουδάρου ήταν κατηγορηματική:

«Το σχολείο είναι η δεύτερη ευκαιρία για τον άνθρωπο».

Η ίδια θεωρεί αναγκαίο οι εκπαιδευτικοί να διαθέτουν τουλάχιστον στοιχειώδεις, αλλά ουσιαστικές γνώσεις ψυχολογίας.

Όχι για να μετατραπούν σε ψυχολόγους ή να κάνουν διαγνώσεις.

Αλλά για να μπορούν να παρατηρούν, να αναγνωρίζουν δυσκολίες και να αναζητούν την κατάλληλη βοήθεια.

Η σχολική τάξη, όπως χαρακτηριστικά είπε, είναι ένα «φυτώριο», ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας.

Εκεί βρίσκεται το παιδί που δεν μιλάει ποτέ.

Εκείνο που προκαλεί συνεχώς.

Το παιδί που απομονώνεται.

Το παιδί που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί.

Και πίσω από κάθε συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει μια ιστορία που ο εκπαιδευτικός δεν γνωρίζει.

Το σιωπηλό παιδί και εκείνο που προκαλεί συνεχώς

Η Αννίτα Λουδάρου στάθηκε ιδιαίτερα σε δύο περιπτώσεις.

Στο σιωπηλό παιδί και στο παιδί που προκαλεί.

Ο εκπαιδευτικός, εξήγησε, χρειάζεται να αναρωτηθεί γιατί το πρώτο αποσύρεται και γιατί το δεύτερο επιδιώκει διαρκώς να τραβά την προσοχή.

Όχι για να στιγματίσει το ένα ή να επιπλήξει αυτομάτως το άλλο.

Αλλά για να καταλάβει τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά τους.

Αυτή η στάση απαιτεί χρόνο, γνώση και ευαισθησία.

Η ψυχολόγος αναγνωρίζει ότι οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες.

Είναι, όπως επισήμανε, οικονομικά ανεπαρκώς αμειβόμενοι σε σχέση με τις απαιτήσεις του έργου τους και καλούνται να διαχειριστούν ολοένα περισσότερα προβλήματα.

«Οι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι για μένα εκτελούν ένα λειτούργημα και όχι ένα επάγγελμα, βομβαρδίζονται».

Γι’ αυτό και δεν θεωρεί δίκαιο να μεταφέρεται αποκλειστικά στους ίδιους η ευθύνη για όσα συμβαίνουν μέσα στις σχολικές αίθουσες.

Χρειάζονται υποστήριξη από την Πολιτεία και συνεργασία με ειδικούς.

Σχολικός εκφοβισμός: Πότε είναι «καζούρα» και πότε γίνεται βία;

Ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξης αφορούσε τον σχολικό εκφοβισμό.

Η Αννίτα Λουδάρου αναγνώρισε την ύπαρξη του bullying, αλλά ζήτησε μεγαλύτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι διαφορετικές συμπεριφορές.

«Υπάρχει εκφοβισμός. Αλλά κάποτε ένα κομμάτι αυτού του εκφοβισμού το λέγαμε καζούρα. Να το συζητήσουμε και σε αυτή τη βάση».

Η επισήμανσή της ανοίγει μια σημαντική συζήτηση για την ανάγκη σωστής διάκρισης ανάμεσα σε μια αμοιβαία πειρακτική συμπεριφορά και στον πραγματικό εκφοβισμό.

Ο εκφοβισμός δεν πρέπει να υποβαθμίζεται ως αθώο πείραγμα όταν υπάρχει επαναλαμβανόμενη επιθετικότητα, ανισορροπία δύναμης ή συστηματική ταπείνωση ενός παιδιού.

Από την άλλη πλευρά, οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται κατάλληλη επιμόρφωση ώστε να αντιμετωπίζουν κάθε περιστατικό με αναλογικότητα, χωρίς αυθαίρετες ετικέτες και χωρίς να αγνοούν τον πόνο των παιδιών.

Η συνομιλήτριά μου αναφέρθηκε και στις δυσκολίες που δημιουργούνται όταν οι γονείς αντιδρούν έντονα σε κάθε παρατήρηση προς το παιδί τους.

Έτσι ο εκπαιδευτικός μπορεί να αισθάνεται ότι δεν διαθέτει ούτε τα εργαλεία ούτε την υποστήριξη για να παρέμβει αποτελεσματικά.

Ο μαθηματικός που δεν ρώτησε για τον βαθμό, αλλά για το παιδί

Μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της συνέντευξης ήταν η προσωπική ανάμνηση που μοιράστηκε η Αννίτα Λουδάρου από τα μαθητικά της χρόνια.

Δεν ήταν, όπως είπε, ιδιαίτερα καλή στα μαθηματικά.

Όταν κάποια φορά δεν πήρε καλό βαθμό, ο καθηγητής της δεν αντέδρασε με επίπληξη.

Αντίθετα, τη ρώτησε αν της συνέβαινε κάτι.

Και στη συνέχεια αν υπήρχε κάποιο πρόβλημα στη μεταξύ τους σχέση.

Η ίδια θυμάται ακόμη πόσο την είχε συγκινήσει αυτή η αντιμετώπιση.

Ένιωσε ότι ο καθηγητής ενδιαφερόταν πραγματικά για εκείνη και όχι μόνο για την επίδοσή της.

Αυτό έγινε κίνητρο να προσπαθήσει περισσότερο.

«Τον θυμάμαι ότι δεν με κατσάδιασε», είπε.

Μια απλή ερώτηση ενδιαφέροντος είχε μεγαλύτερη επίδραση από μια αυστηρή παρατήρηση.

Το παράδειγμα συνοψίζει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρία την εκπαιδευτική φιλοσοφία που υπερασπίζεται.

Το σχολείο δεν πρέπει να είναι μόνο ένας μηχανισμός βαθμών, εξετάσεων και αποστήθισης.

Πρέπει να είναι και ένας χώρος ανθρώπινης αναγνώρισης.

Εθελοντική βοήθεια στους εκπαιδευτικούς από τους ψυχοθεραπευτές

Η συνέντευξη ολοκληρώθηκε με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα πρόταση.

Η Αννίτα Λουδάρου, με την ιδιότητά της ως γενικής γραμματέως της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής Ομαδικής και Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας, αναφέρθηκε στη δυνατότητα των επιστημονικών εταιρειών και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας να προσφέρουν εθελοντική υποστήριξη στους εκπαιδευτικούς.

Να τους βοηθήσουν να κατανοούν καλύτερα όσα συμβαίνουν μέσα στη σχολική τάξη.

Να αναγνωρίζουν συμπεριφορές που απαιτούν προσοχή.

Να αποκτήσουν μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στα παιδιά που δυσκολεύονται.

Μάλιστα, στο τέλος της συνομιλίας μας θέλησε να διορθώσει μια δική μου διατύπωση.

Όταν αναφέρθηκα στην προθυμία τους να βοηθήσουν «ακόμη και εθελοντικά», με διόρθωσε:

«Όχι και εθελοντικά. Μόνο εθελοντικά».

Μια διευκρίνιση που αποτυπώνει την πρόθεση προσφοράς την οποία η ίδια εξέφρασε.

Παράλληλα, όμως, είναι αναγκαίο η εθελοντική πρωτοβουλία να λειτουργεί συμπληρωματικά και όχι ως υποκατάστατο της οργανωμένης δημόσιας υποστήριξης των σχολείων από ψυχολόγους και άλλους ειδικούς.

Υπουργείο Παιδείας, Υπουργείο Υγείας και σχολικές κοινότητες στο ίδιο τραπέζι

Στο κλείσιμο της συνέντευξης έθεσα την ανάγκη μιας οργανωμένης συνεργασίας ανάμεσα στο Υπουργείο Παιδείας, στο Υπουργείο Υγείας, στους επιστημονικούς φορείς και στις σχολικές κοινότητες.

Γιατί η ψυχική υγεία των παιδιών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.

Χρειάζεται πρόληψη, έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών, πρόσβαση σε ειδικούς και ουσιαστική υποστήριξη των οικογενειών.

Χρειάζεται επίσης ένα σχολείο που να δίνει χώρο στη συναισθηματική ανάπτυξη και όχι μόνο στην ακαδημαϊκή επίδοση.

Συμφωνήσαμε να επανέλθουμε στη συζήτηση μέσα στις επόμενες δύο με τρεις εβδομάδες, εστιάζοντας περισσότερο στις σχολικές κοινότητες και στις δυνατότητες πρακτικής συνεργασίας.

Από την πλευρά της HuffPost εξέφρασα την πρόθεσή μας να συμβάλουμε στην ανάδειξη και στη δημόσια συζήτηση τέτοιων πρωτοβουλιών.

Το παιδί δεν ζητά έναν τέλειο γονιό. Ζητά να το κοιτάξουμε στα μάτια

Αν έπρεπε να συγκρατήσω μία κεντρική σκέψη από τη συζήτησή μου με την Αννίτα Λουδάρου, θα ήταν αυτή:

Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη μόνο από περισσότερα αγαθά, περισσότερες δραστηριότητες ή καλύτερες ψηφιακές συσκευές.

Έχουν ανάγκη από ανθρώπους που είναι συναισθηματικά διαθέσιμοι.

Από έναν πατέρα που θα ρωτήσει πώς πέρασαν πραγματικά στο σχολείο.

Από μια μητέρα που θα ακούσει χωρίς να βιαστεί να κρίνει.

Από έναν παππού ή μια γιαγιά που θα τους αφηγηθεί μια ιστορία.

Από έναν δάσκαλο που, πριν επιπλήξει έναν μαθητή για έναν κακό βαθμό, θα αναρωτηθεί αν κάτι τον απασχολεί.

Από φίλους που θα συναντηθούν και θα συζητήσουν χωρίς να μετρούν συνεχώς τις ειδοποιήσεις στα κινητά τους.

Και, πάνω απ’ όλα, από μια κοινωνία που δεν θα αντιμετωπίζει την ψυχική υγεία των παιδιών ως ζήτημα μόνο όταν δημοσιοποιούνται δραματικά στοιχεία.

Γιατί πίσω από κάθε στατιστική υπάρχει ένα παιδί.

Και πίσω από κάθε παιδί πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος που θα του δείχνει, όχι με τα likes μιας οθόνης αλλά με το βλέμμα του, ότι αξίζει να αγαπιέται.

Αυτός είναι ίσως ο σημαντικότερος καθρέφτης που μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας.