Ο Ελληνικός Στρατός προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα, επενδύοντας στην εκπαίδευση μιας νέας γενιάς χειριστών που καλούνται να επιχειρούν σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία εξελίσσεται με καταιγιστικούς ρυθμούς.
Οι νέοι χειριστές Συστημάτων Μη Επανδρωμένων Αεροσκαφών (ΣΜΗΕΑ) δεν βρίσκονται μέσα σε πιλοτήριο, ούτε φορούν κράνος πιλότου. Βρίσκονται μπροστά σε οθόνες και χειριστήρια, έχοντας όμως την ευθύνη αποστολών που απαιτούν ακρίβεια, ψυχραιμία και ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Η αποστολή τους μπορεί να αφορά αναγνώριση στόχων, επιτήρηση συνόρων, συλλογή πληροφοριών ή υποστήριξη στρατιωτικών επιχειρήσεων, με το drone να λειτουργεί ως «μάτι» της μονάδας σε πραγματικό χρόνο.
Κομβικό ρόλο στη νέα αυτή προσπάθεια διαδραματίζει το Κέντρο Επιχειρήσεων Προσομοίωσης «ΙΑΝΟΣ», όπου πραγματοποιείται η βασική εκπαίδευση των στελεχών. Εκεί, οι υποψήφιοι ξεκινούν από εξομοιωτές και εμπορικά διαθέσιμα drones, προκειμένου να αποκτήσουν τις απαραίτητες δεξιότητες, πριν μεταφερθούν σε πιο σύνθετα στρατιωτικά συστήματα, ακόμη και σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη που έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί από τον ίδιο τον Ελληνικό Στρατό.
Η εκπαίδευση δεν περιορίζεται στην τεχνική γνώση. Περιλαμβάνει πτήσεις ακριβείας μέσα από ειδικά διαμορφωμένους στίβους εμποδίων, αντιμετώπιση δυσμενών καιρικών συνθηκών και επιχειρησιακά σενάρια στο πεδίο βολής. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ανάπτυξη της λεγόμενης «μυϊκής μνήμης», ώστε ο χειρισμός του drone να γίνεται σχεδόν αυτόματα και η προσοχή του χειριστή να επικεντρώνεται αποκλειστικά στην αποστολή.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εξειδικευμένα σχολεία για drones τύπου FPV (First Person View). Με τη χρήση ειδικών γυαλιών, ο χειριστής βλέπει σε πραγματικό χρόνο ό,τι καταγράφει η κάμερα του αεροσκάφους, αποκτώντας την αίσθηση ότι βρίσκεται ο ίδιος μέσα στο drone. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα απαιτητική μορφή εκπαίδευσης, η οποία απαιτεί υψηλό επίπεδο αντανακλαστικών και συγκέντρωσης.
Τα στάδια εκπαίδευσης των χειριστών
Η εκπαίδευση των χειριστών ακολουθεί συγκεκριμένα στάδια. Αρχικά οι εκπαιδευόμενοι έρχονται σε επαφή με τα βασικά συστήματα και τις αρχές ασφαλούς πτήσης, ενώ στη συνέχεια περνούν σε πιο απαιτητικές διαδικασίες.
Ένας από τους πιο έμπειρους εκπαιδευτές, περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ μια διαδικασία που ξεκινά από τα βασικά. «Η πρώτη επαφή γίνεται μέσω του εξομοιωτή. Εκεί, ο εκπαιδευόμενος εξοικειώνεται με το χειριστήριο και το περιβάλλον πτήσης», υπογραμμίζει.
Ακολουθούν πραγματικές πτήσεις με μικρά εμπορικά ΣΜΗΕΑ, τα οποία διαθέτουν προστατευτικά στους έλικες και χαμηλό κόστος συντήρησης. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στους εκπαιδευόμενους να αποκτήσουν εμπειρία χωρίς μεγάλο οικονομικό κόστος. Βασικός στόχος είναι η ανάπτυξη της λεγόμενης «μυϊκής μνήμης». Το ίδιο χειριστήριο χρησιμοποιείται σε όλα τα στάδια, ώστε οι βασικές κινήσεις να γίνουν αυτοματοποιημένες.
«Όσο καλύτερα μάθει κάποιος να χρησιμοποιεί το χειριστήριο, τόσο πιο αποτελεσματικός θα είναι στον χειρισμό οποιουδήποτε συστήματος», σημειώνει χαρακτηριστικά ο εκπαιδευτής. Στη συνέχεια, η εκπαίδευση περνά στα ΣΜΗΕΑ FPV, τα οποία αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Τα συγκεκριμένα συστήματα δεν διαθέτουν τα βοηθήματα που υπάρχουν σε άλλα ΣΜΗΕΑ, όπως σταθεροποίηση ή GPS Assist.
Η εκπαίδευση συνεχίζεται στον ειδικά διαμορφωμένο στίβο εμποδίων, όπου οι χειριστές καλούνται να πραγματοποιήσουν πτήσεις ακριβείας, να κινηθούν μέσα από εμπόδια και να αντιμετωπίσουν τις επιδράσεις των καιρικών συνθηκών. Ακολούθως, η διαδικασία μεταφέρεται στο πεδίο βολής, όπου χρησιμοποιούνται μεγαλύτερα συστήματα, πολλά από τα οποία κατασκευάζονται πλέον από τον Ελληνικό Στρατό.
Η επιλογή των στελεχών γίνεται από τις μονάδες τους, με βάση τις επιχειρησιακές ανάγκες αλλά και συγκεκριμένα προσωπικά χαρακτηριστικά. Δεν αρκεί κάποιος να γνωρίζει την τεχνολογία. Αξιολογούνται η ψυχραιμία υπό πίεση, η ικανότητα συγκέντρωσης, η αντίληψη του χώρου και η ταχύτητα αντίδρασης, καθώς δεν μπορούν όλοι να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου στρατιωτικού χειριστή ΣΜΗΕΑ.
Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών απέδειξαν ότι τα drones έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων. Με σχετικά χαμηλό κόστος μπορούν να εντοπίσουν στόχους, να κατευθύνουν πυρά, να εκτελέσουν αποστολές αναγνώρισης ή ακόμη και να πλήξουν κρίσιμες υποδομές. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις επενδύουν πλέον τόσο στην εκπαίδευση εξειδικευμένων χειριστών όσο και στην ανάπτυξη εγχώριων συστημάτων, επιδιώκοντας μεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονομία και ταχύτερη προσαρμογή στις απαιτήσεις του σύγχρονου πεδίου μάχης.
Πηγή: ΑΠΕ