Δεν είναι μόνο η γενιά που έπαιξε στις αλάνες χωρίς κινητά. Είναι η γενιά που μεγάλωσε με τις σιωπές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου στην Ελλάδα, με τον πόλεμο του Βιετνάμ να στοιχειώνει την αμερικανική συνείδηση, με την οικονομία να ανοίγει σύνορα και με το ίντερνετ να ξεκινά ως κάτι μακρινό, σχεδόν ακατανόητο, πριν γίνει ο αέρας που αναπνέουμε.
Υπάρχει μια γενιά που δεν χωρά εύκολα σε ταμπέλες. Δεν είναι μόνο οι Baby Boomers, ούτε μόνο η Generation X. Είναι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν περίπου από το 1950 έως το 1980 και έζησαν μια μετάβαση τόσο μεγάλη, ώστε σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητη.
Παιδιά σε σπίτια με λίγα, έφηβοι σε εποχές πολιτικής έντασης, νέοι σε έναν κόσμο που άνοιγε οικονομικά, αλλά έκλεινε ψυχολογικά από τον φόβο του Ψυχρού Πολέμου. Στην Ελλάδα, οι μεγαλύτεροι από αυτούς γεννήθηκαν όταν ο Εμφύλιος μόλις είχε τελειώσει, με τις ανοιχτές εχθροπραξίες να λήγουν το 1949 και τη χώρα να μπαίνει στη δεκαετία του ’50 βαριά τραυματισμένη.
Αυτή η γενιά μεγάλωσε μέσα στη σκιά όσων δεν λέγονταν στο οικογενειακό τραπέζι. Στις ιστορίες των παππούδων για την Κατοχή. Στις σιωπές των γονιών για τον Εμφύλιο. Στα πολιτικά πάθη που δεν είχαν ακόμη ξεθυμάνει. Στις γειτονιές όπου όλοι ήξεραν όλους, αλλά κανείς δεν έλεγε τα πάντα.
Ψυχολογικές μελέτες δείχνουν ότι το ελεύθερο παιχνίδι και οι δραστηριότητες χωρίς επίβλεψη, που χαρακτήριζαν τα παιδικά χρόνια των Baby Boomers, ενισχύουν μακροπρόθεσμα την αυτονομία και την ανθεκτικότητα.
Ο Peter Gray, σε μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό American Journal of Play το 2011, υπογραμμίζει ότι αυτές οι εμπειρίες προάγουν τη διαχείριση του κινδύνου, την αυτοπεποίθηση και την ικανότητα επίλυσης συγκρούσεων. Και μάλιστα πιό συγκεκριμένα γράφει ότι όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1960 και 1970 αποτελούν την τελευταία γενιά που έζησε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, υποστηρίζουν ψυχολόγοι
Ήταν τα παιδιά που έφευγαν από το σπίτι το πρωί και γύριζαν όταν σκοτείνιαζε. Που έπαιζαν μπάλα σε δρόμους χωρίς πολλά αυτοκίνητα. Που έλυναν τους καβγάδες τους πρόσωπο με πρόσωπο. Που δεν είχαν οθόνες για να τους αποσπούν διαρκώς. Που έμαθαν την πλήξη, όχι ως πρόβλημα, αλλά ως χώρο για φαντασία.
Βέναια δεν ήταν όλα αθώα. Δεν ήταν όλα ρομαντικά. Υπήρχε φτώχεια, αυστηρότητα, κοινωνικός έλεγχος, οικογενειακές σιωπές, απουσία ψυχολογικής φροντίδας, αυταρχισμός στο σχολείο και στο σπίτι. Όμως υπήρχε και κάτι που σήμερα σπανίζει: η εμπειρία της πραγματικότητας χωρίς φίλτρο.
Για τους Αμερικανούς της ίδιας περιόδου, το τραύμα είχε άλλο όνομα: Βιετνάμ. Ο πόλεμος, από το 1954 έως το 1975, δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική σύγκρουση· έγινε το μεγάλο ρήγμα μιας κοινωνίας που αμφισβήτησε την εξουσία, το κράτος, τον πατριωτισμό, τα ΜΜΕ, ακόμη και τον ίδιο της τον εαυτό.
Έτσι, η γενιά του 1950-1980 μεγάλωσε σε έναν πλανήτη που άλλαζε ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Στην πολιτική, ο κόσμος ήταν χωρισμένος στα δύο. Στην οικονομία, τα σύνορα άρχιζαν να γίνονται πιο διαπερατά. Το παγκόσμιο εμπόριο, από τα χρόνια του GATT και μετά, μεγάλωνε σταθερά, προετοιμάζοντας αυτό που αργότερα θα ονομάζαμε παγκοσμιοποίηση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου καταγράφει ότι ο όγκος του παγκόσμιου εμπορίου είναι σήμερα περίπου 45 φορές μεγαλύτερος από τα επίπεδα των πρώτων χρόνων του GATT, το 1950.
Στην Ελλάδα, αυτό το άνοιγμα πήρε ιδιαίτερη μορφή. Από την αγροτική κοινωνία των δεκαετιών του ’50 και του ’60, η χώρα πέρασε στην αστικοποίηση, στη μετανάστευση, στην αντιπαροχή, στην τηλεόραση, στο αυτοκίνητο, στο πανεπιστήμιο ως κοινωνικό όνειρο. Και το 1981, με την ένταξη στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα, μπήκε θεσμικά σε έναν νέο ευρωπαϊκό κύκλο.
Αυτοί που γεννήθηκαν το 1950 ήταν 31 ετών τότε. Αυτοί που γεννήθηκαν το 1980 ήταν ακόμη μωρά. Αλλά όλοι, με διαφορετικό τρόπο, βρέθηκαν πάνω στην ίδια ιστορική γέφυρα.
Πίσω τους: πόλεμος, Εμφύλιος, μετανάστευση, αυταρχική οικογένεια, σκληρή επιβίωση.
Μπροστά τους: Ευρώπη, κατανάλωση, παγκόσμια αγορά, τεχνολογία, υπολογιστές, δορυφορική τηλεόραση, ίντερνετ.
Και κάπου εκεί, αθόρυβα, άρχισε να μπαίνει στη ζωή τους η μεγαλύτερη αλλαγή όλων: η ψηφιακή εποχή.
Το World Wide Web γεννήθηκε το 1989 στο CERN από τον Τιμ Μπέρνερς-Λι, ενώ στα τέλη του 1990 λειτουργούσαν ήδη ο πρώτος web server και ο πρώτος browser. Για τους περισσότερους Έλληνες, βέβαια, το ίντερνετ δεν μπήκε αμέσως στο σπίτι. Ήρθε αργά, με θόρυβο από modem, με κάρτες σύνδεσης, με υπολογιστές που ήταν ακόμη έπιπλα κύρους και όχι προέκταση του χεριού.
Όσοι είχαν γεννηθεί το 1950 το γνώρισαν ώριμοι. Όσοι γεννήθηκαν το 1960 το συνάντησαν στη δουλειά. Όσοι γεννήθηκαν το 1970 το έβαλαν σιγά σιγά στο σπίτι. Όσοι γεννήθηκαν το 1980 ήταν από τους πρώτους που πρόλαβαν και την αναλογική παιδική ηλικία και την ψηφιακή ενηλικίωση.
Αυτό είναι ίσως το πιο μοναδικό χαρακτηριστικό τους.
Θυμούνται τον κόσμο πριν γίνει online.
Θυμούνται το τηλέφωνο με το καλώδιο. Το γράμμα. Το περίπτερο. Την εγκυκλοπαίδεια. Το ραντεβού που δεν μπορούσες να ακυρώσεις με ένα μήνυμα. Την είδηση που την περίμενες στο δελτίο των οκτώ. Τη μουσική που την αγόραζες σε δίσκο ή κασέτα. Τη φωτογραφία που την εμφάνιζες και δεν την έβλεπες αμέσως.
Και μετά έμαθαν τον άλλο κόσμο. Το email. Το κινητό. Την παγκόσμια αγορά. Το Google. Τα social media. Την ταχύτητα. Την υπερπληροφόρηση. Την αίσθηση ότι όλα είναι διαθέσιμα και τίποτα δεν προλαβαίνει να γίνει εμπειρία.
Γι’ αυτό αυτή η γενιά έχει μια ιδιότυπη ανθεκτικότητα. Όχι επειδή ήταν «καλύτερη». Όχι επειδή οι νεότεροι είναι «χειρότεροι». Αυτές οι συγκρίσεις είναι εύκολες και συνήθως άδικες.
Αλλά επειδή έμαθε να μεταφράζει κόσμους.
Να καταλαβαίνει τους γονείς που έζησαν πόλεμο και στέρηση. Να συνεννοείται με παιδιά που γεννήθηκαν μέσα στην αφθονία της πληροφορίας. Να ζει ανάμεσα στο «μη μιλάς» των παλιών σπιτιών και στο «τα λέω όλα δημόσια» της ψηφιακής εποχής.
Είναι η γενιά που είδε την οικονομία να παγκοσμιοποιείται, πριν προλάβει να καταλάβει πλήρως τι σημαίνει αυτό. Είδε δουλειές να αλλάζουν, επαγγέλματα να χάνονται, νέες δεξιότητες να γίνονται απαραίτητες. Είδε τον κόσμο να μικραίνει, αλλά και τις ανασφάλειες να μεγαλώνουν.
Για την Ελλάδα, ειδικά, αυτή η γενιά κουβαλά και κάτι ακόμη: το πέρασμα από τη μετεμφυλιακή χώρα στη μεταπολιτευτική κοινωνία. Από τον φόβο στην έκφραση. Από την επαρχία στην πόλη. Από το «να έχεις μια σίγουρη δουλειά» στο «να προσαρμόζεσαι συνεχώς». Από την οικονομία της ανάγκης στην οικονομία της επιθυμίας.
Και σήμερα, πολλοί από αυτούς κοιτούν πίσω με νοσταλγία. Όμως η νοσταλγία χρειάζεται προσοχή. Γιατί μπορεί να γλυκάνει το παρελθόν και να σβήσει τις δυσκολίες του.
Και ότι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν από το 1950 έως το 1980 υπήρξαν, ίσως, η τελευταία μεγάλη γέφυρα: ανάμεσα στον κόσμο που έβγαινε από τα ερείπια και στον κόσμο που μπήκε οριστικά στο δίκτυο.