Στις συνθήκες που τον οδήγησαν, όπως κατέθεσε, να βρεθεί ως ανήλικος στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη, αλλά και στο περιστατικό βιασμού που περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, αναφέρθηκε ο τρίτος καταγγέλλων κατά την κατάθεσή του στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο.
Ο 29χρονος σήμερα μάρτυρας υποστήριξε ότι η προβληματική κατάσταση στην οικογένειά του τον άφησε χωρίς ουσιαστική στήριξη, με αποτέλεσμα να καταλήξει να φιλοξενείται από τον κατηγορούμενο.
Όπως είπε, η γνωριμία τους ξεκίνησε μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και όσο διέμενε στο σπίτι του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου ακολούθησαν, σύμφωνα με την κατάθεσή του, επανειλημμένα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης. Μάλιστα, ανέφερε ότι προσπάθησε να αποτρέψει οποιαδήποτε νέα προσέγγιση, λέγοντας στον κατηγορούμενο ότι ενδιαφερόταν για άλλο πρόσωπο, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Αναφερόμενος στη βραδιά που, σύμφωνα με την καταγγελία του, βιάστηκε, κατέθεσε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος μαζί με φίλο του όταν εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος.
«Προσπαθούσα να αντιδράσω και δεν είχα τη δυνατότητα. Όλα έγιναν χωρίς καμία προειδοποίηση. Ήρθε ήδη με στύση. Ο Ά. έφυγε από το κρεβάτι, τον κοίταξα, δεν αντέδρασε και παραδόθηκα. Προσπαθούσα να καταλάβω τι συνέβαινε. Πήγα στο μπάνιο, σκουπίστηκα και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί. Όταν βγήκα, τον είδα να μιλά και να γελά με τους υπόλοιπους. Κανείς δεν αντέδρασε», ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου.
Κατάθεση στη δίκη Λιγνάδη: Οι ερωτήσεις της έδρας
Στη συνέχεια δέχθηκε ερωτήσεις από την έδρα για το αν όσοι βρίσκονταν στο διαμέρισμα αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί.
Πρόεδρος: Δεν κατάλαβαν οι άλλοι;
Μάρτυρας: Δεν ξέρω. Δεν μπορούσαν να δουν, αλλά δεν ξέρω αν άκουσαν, γιατί είχε μουσική. Όλοι έπιναν αλκοόλ που μας πρόσφερε ο κατηγορούμενος. Δεν ξέρω αν ήταν αντιληπτό ότι έκλαιγα. Απομονώθηκα και δεν μίλησα. Ένιωσα σαν να ήταν αποδεκτό από τους άλλους.
Παρά το περιστατικό, παρέμεινε στο σπίτι, καθώς -όπως εξήγησε- δεν είχε άλλη επιλογή.
Πρόεδρος: Μετά από αυτό τι κάνατε;
Μάρτυρας: Έμεινα εκεί γιατί δεν είχα πού να πάω. Ο κατηγορούμενος συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Είδε τηλεόραση και πήγε στο δωμάτιό του.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι έφυγε αρκετούς μήνες αργότερα, όταν η μητέρα του τον ενημέρωσε πως μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι, ενώ στο μεταξύ είχαν προηγηθεί και άλλα περιστατικά, τα οποία χαρακτήρισε κακοποιητικές συμπεριφορές.
Στην παρατήρηση της εισαγγελέως ότι συνέχισε να διαμένει με τον κατηγορούμενο, απάντησε πως δεν είχε καμία εναλλακτική.
Εισαγγελέας: Εξακολουθούσατε όμως να μένετε στο σπίτι του.
Μάρτυρας: Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Έμενα εκεί από ανάγκη. Δεν είχα υποστηρικτικό περιβάλλον, ούτε έτρεφα κάποιο συναίσθημα για εκείνον. Όταν έφυγα, ένιωθα ενοχές και πίστευα ότι είχα κι εγώ ευθύνη.
Ερωτηθείς γιατί δεν κατήγγειλε νωρίτερα όσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, είχαν συμβεί, απάντησε ότι αρχικά ήταν ανήλικος, ενώ αργότερα δεν διέθετε νόμιμα έγγραφα και φοβόταν κάθε επαφή με τις Αρχές.
Πρόεδρος: Σκεφτήκατε να το καταγγείλετε;
Μάρτυρας: Ήμουν ανήλικος. Όταν ενηλικιώθηκα, δεν είχα διαβατήριο ούτε νόμιμα έγγραφα. Επιπλέον, στο σπίτι μου ερχόταν συνεχώς η αστυνομία λόγω των γονιών μου και αυτό μου είχε δημιουργήσει μόνο φόβο.
Κλείνοντας την κατάθεσή του, ο 29χρονος αναφέρθηκε στις συνέπειες που, όπως είπε, άφησαν τα γεγονότα στη ζωή του. «Ήρθα να πω αυτά που έχω βιώσει. Ήρθα να δικαιωθώ. Ήταν άδικο να πάρεις ένα 17χρονο με τόσα προβλήματα και να τον εκμεταλλευτείς. Μου έχει στερήσει σχέσεις, επαφές και την ικανότητα να επικοινωνώ με τον κόσμο. Γνώρισα τον φόβο και ακόμη τον παλεύω με τον ψυχολόγο μου», είπε ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του.