Η δικαστική διαμάχη της Καίτης Γαρμπή και του Διονύση Σχοινά με τον επιχειρηματία Γιάννη Τσακουμάκο παίρνει νέα τροπή, καθώς το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε ότι οι δύο καλλιτέχνες οφείλουν να επιστρέψουν προκαταβολές συνολικού ύψους 60.000 ευρώ, οι οποίες είχαν καταβληθεί για εμφανίσεις που τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν.
Η υπόθεση έχει τις ρίζες της στις αρχές του 2020, λίγο πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας. Ο Γιάννης Τσακουμάκος, που διαχειριζόταν νυχτερινό κέντρο στην Αθήνα, είχε συμφωνήσει με την Καίτη Γαρμπή και τον Διονύση Σχοινά για σειρά ζωντανών εμφανίσεων. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, ο Διονύσης Σχοινάς έλαβε προκαταβολή 40.000 ευρώ, ενώ στην Καίτη Γαρμπή καταβλήθηκαν 20.000 ευρώ.
Η πανδημία, ωστόσο, άλλαξε τα δεδομένα. Τα νυχτερινά κέντρα έκλεισαν λόγω των περιοριστικών μέτρων και οι προγραμματισμένες εμφανίσεις δεν έγιναν ποτέ. Τα ποσά δεν επιστράφηκαν, καθώς υπήρχε η προοπτική η συνεργασία να πραγματοποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν θα επανερχόταν η κανονικότητα στη νυχτερινή διασκέδαση.
Η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο το 2022, όταν επιχειρήθηκε να προχωρήσει νέα συνεργασία, αυτή τη φορά με διαφορετική σύνθεση και με τη συμμετοχή του Γιώργου Μαζωνάκη και του Διονύση Σχοινά στο «Κέντρο Αθηνών». Η συνεργασία, όμως, δεν προχώρησε όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί, καθώς προέκυψαν διαφωνίες σχετικά με την παρουσίαση του σχήματος και τη θέση του Διονύση Σχοινά στη μαρκίζα.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη δικαστική απόφαση, υπήρξαν προτάσεις για διαφορετική διαμόρφωση του σχήματος, χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία. Ο Διονύσης Σχοινάς φέρεται, μάλιστα, να μην έδωσε το «παρών» στην πρόβα τζενεράλε, επικαλούμενος πρόβλημα στη μέση του, ενώ την επόμενη ημέρα ενημέρωσε ότι αποχωρεί από το σχήμα.
Ακολούθησε ανταλλαγή εξωδίκων και η υπόθεση οδηγήθηκε στις δικαστικές αίθουσες, με τον επιχειρηματία να ζητά την επιστροφή των χρημάτων που είχαν δοθεί ως προκαταβολές. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι δύο καλλιτέχνες είχαν αναγνωρίσει εγγράφως ότι είχαν εισπράξει τα συγκεκριμένα ποσά, χωρίς όμως αυτά να επιστραφούν.
Σε πρώτο βαθμό, η αγωγή του επιχειρηματία είχε απορριφθεί και η πλευρά των δύο τραγουδιστών είχε κάνει λόγο για δικαίωση. Η συνέχεια, όμως, ήταν διαφορετική.
Με την υπ’ αριθμόν 4001/2026 απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση, χαρακτηρίζοντάς την, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, «ως όλως εσφαλμένη». Το δικαστήριο έκρινε ότι οι προκαταβολές πρέπει να επιστραφούν, καθώς οι εμφανίσεις για τις οποίες καταβλήθηκαν δεν πραγματοποιήθηκαν και δεν προέκυψε νόμιμη αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση των συγκεκριμένων ποσών.
Έτσι, ο Διονύσης Σχοινάς καλείται να επιστρέψει 40.000 ευρώ και η Καίτη Γαρμπή 20.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Παράλληλα, το Εφετείο επιδίκασε δικαστικά έξοδα ύψους 3.000 ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Με την προσθήκη των τόκων που έχουν συσσωρευτεί, η συνολική οικονομική επιβάρυνση φέρεται πλέον να προσεγγίζει τις 100.000 ευρώ.
Η δικαστική εξέλιξη έρχεται την ίδια περίοδο που έχει βρεθεί στο επίκεντρο της δημοσιότητας και η ακύρωση της συναυλίας της Καίτης Γαρμπή και του Διονύση Σχοινά στο Κατράκειο. Η εκδήλωση είχε αρχικά ανακοινωθεί, όμως τελικά ματαιώθηκε και έγινε γνωστό ότι θα ακολουθούσε επιστροφή χρημάτων στους κατόχους των ηλεκτρονικών εισιτηρίων.
Οι δύο καλλιτέχνες έδωσαν τη δική τους εξήγηση για την απόφαση, κάνοντας λόγο για τις συνθήκες και τη ροή της προετοιμασίας της παραγωγής, σημειώνοντας ότι δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν το αποτέλεσμα που είχαν σχεδιάσει.
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του επιχειρηματία στο πλαίσιο της δικαστικής διεκδίκησης, μετά την εφετειακή απόφαση κινήθηκαν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, μεταξύ άλλων με δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και συντηρητική κατάσχεση απαιτήσεων που συνδέονταν με τα εισιτήρια της συναυλίας στο Κατράκειο. Η πλευρά του επιχειρηματία συνδέει τις συγκεκριμένες εξελίξεις με τη ματαίωση της συναυλίας.
Πρόκειται, ωστόσο, για θέση της πλευράς που διεκδικεί τα χρήματα και όχι για επίσημη επιβεβαίωση από τους δύο καλλιτέχνες ότι αυτή ήταν η αιτία της ακύρωσης. Η δημόσια τοποθέτηση της Καίτης Γαρμπή και του Διονύση Σχοινά αποδίδει τη ματαίωση αποκλειστικά στις συνθήκες και στην πορεία της προετοιμασίας της συγκεκριμένης παραγωγής.