Βαριά είναι η σκιά που έχει πέσει στη Δράμα μετά τη γυναικοκτονία της 45χρονης αστυνομικού από τον 51χρονο εν διαστάσει σύζυγό της, επίσης αστυνομικό, ο οποίος στη συνέχεια έδωσε τέλος στη ζωή του χρησιμοποιώντας το υπηρεσιακό του όπλο.
Την ώρα που συγγενείς, φίλοι και συνάδελφοι προσπαθούν να διαχειριστούν το σοκ της διπλής τραγωδίας, στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται η ψυχολογική κατάσταση του δράστη και το κατά πόσο υπήρχαν ενδείξεις που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε έγκαιρη παρέμβαση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 51χρονος είχε απευθυνθεί σε ιδιώτη στρατιωτικό ψυχολόγο εξαιτίας του έντονου άγχους που βίωνε μετά τον χωρισμό του από την 45χρονη σύζυγό του. Ο ειδικός φέρεται να τον παρέπεμψε σε ψυχίατρο, ο οποίος του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει στοιχεία που να δικαιολογούν περαιτέρω ανησυχία ή περιορισμούς.
Εξαιτίας του ιατρικού απορρήτου, δεν υπήρξε ενημέρωση προς την Ελληνική Αστυνομία, με αποτέλεσμα ο 51χρονος να συνεχίσει να φέρει και να κατέχει το υπηρεσιακό του όπλο.
Μαρτυρίες από το περιβάλλον του θύματος περιγράφουν μια μακρά περίοδο ψυχολογικής πίεσης, η οποία, σύμφωνα με τους ίδιους ανθρώπους, συνδεόταν με έντονα φαινόμενα ζήλιας και ελεγκτικής συμπεριφοράς. Όπως αναφέρεται, η κατάσταση κλιμακώθηκε περίπου δύο εβδομάδες πριν από το φονικό, όταν ο 51χρονος φέρεται να εισέβαλε στο σπίτι όπου διέμενε πλέον μόνη της η 45χρονη και να την απείλησε κρατώντας το όπλο του.
Παρά την αναστάτωση και τον φόβο που, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, βίωνε, η γυναίκα δεν προχώρησε σε επίσημη καταγγελία ούτε υπέβαλε μήνυση. Εκτιμάται ότι η στάση αυτή συνδεόταν τόσο με την επιθυμία να προστατεύσει τα δύο παιδιά τους όσο και με την προσπάθεια να αποφύγει επιπτώσεις στην επαγγελματική πορεία του συζύγου της.
Σε δηλώσεις του στο Live News, ο ψυχολόγος που την παρακολουθούσε ανέφερε ότι η 45χρονη του είχε μιλήσει για απειλές που δεχόταν. Όπως είπε, της είχε συστήσει να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές και να αλλάξει τις κλειδαριές της κατοικίας της, καθώς θεωρούσε την κατάσταση ιδιαίτερα σοβαρή.
Από την πλευρά της, η Ελληνική Αστυνομία επισημαίνει ότι δεν υπήρχε επίσημη καταγγελία για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, ενώ ο 51χρονος είχε περάσει τις προβλεπόμενες ψυχομετρικές αξιολογήσεις. Υπό αυτά τα δεδομένα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δεν υπήρχε νομική βάση για την αφαίρεση του υπηρεσιακού του οπλισμού.
Η υπόθεση έχει ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από τους μηχανισμούς πρόληψης της ενδοοικογενειακής βίας, την αξιολόγηση της επικινδυνότητας σε περιπτώσεις απειλών και τη διαχείριση περιστατικών που αφορούν ένστολο προσωπικό. Παράλληλα, παραμένει το ερώτημα κατά πόσο η τραγωδία θα μπορούσε να είχε αποτραπεί εάν τα προειδοποιητικά σημάδια είχαν αξιολογηθεί νωρίτερα και πιο αποτελεσματικά.