Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Μήνυμα ενάντια στις γυναικοκτονίες και συνολικά στην έμφυλη βία έστειλε η αδελφή της 45χρονης αστυνομικού που έχασε τη ζωή της στη Δράμα, αφού δολοφονήθηκε από τον εν διαστάσει σύζυγό της.

Κατά τη διάρκεια δηλώσεών της στους δημοσιογράφους, στην κηδεία της άτυχης γυναίκας, τόνισε ότι ο πόνος της οικογένειας δεν αφορά μόνο την απώλεια της αδελφής της, αλλά και όλες τις γυναίκες που έχουν χάσει τη ζωή τους κάτω από παρόμοιες συνθήκες.

Advertisement
Advertisement

«Σήμερα δεν θρηνούμε μόνο την αδερφή μου, αλλά και όλες τις γυναίκες που έφυγαν από τη ζωή με τον ίδιο τρόπο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια υπογράμμισε πως «η αδερφή μου έχασε τη ζωή της από τον σύζυγό της. Κανείς δεν αξίζει ένα τέτοιο τέλος. Η σιωπή σκοτώνει και η κακοποίηση δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση. Είναι ένα κοινωνικό ζήτημα που απαιτεί ουσιαστική δράση και προστασία».

Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή της, εξέφρασε την ευχή να μη βρεθεί καμία άλλη γυναίκα στη θέση της αδελφής της. «Εύχομαι να μην υπάρξει άλλη γυναίκα που να βιώσει ό,τι βίωσε η αδερφή μου επειδή απλώς διεκδίκησε να ζήσει ελεύθερη. Στη μνήμη της αδερφής μου και όλων των θυμάτων, ας ενεργοποιηθούμε και ας σταθούμε δίπλα σε όσους χρειάζονται βοήθεια», κατέληξε.

Η σύγκρουση του ζευγαριού και το τελευταίο διάστημα πριν το μοιραίο βράδυ

Την τραγική γυναικοκτονία που έχει σοκάρει τη Δράμα ερευνούν οι Αρχές, αναζητώντας την ακριβή αφορμή που οδήγησε τον 50χρονο αστυνομικό να σκοτώσει με επτά μαχαιριές την εν διαστάσει σύζυγό του και επίσης αστυνομικό, με τα πρώτα σενάρια να συγκλίνουν στο ότι ο δράστης δεν ήθελε να δεχτεί τον χωρισμό από την επί σειρά ετών γυναίκα του και μητέρα των δύο παιδιών του.

Σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία της έρευνας, το ζευγάρι το τελευταίο εξάμηνο βρισκόταν σε διαδικασία σταδιακής απομάκρυνσης, με συζητήσεις για χωρισμό που είχε ξεκινήσει και επανέφερε επανειλημμένα η 45χρονη, ενώ ο 50χρονος φέρεται να αντιδρούσε και να αρνιόταν τη διάσταση. Παρά τις εντάσεις, η συμβίωση συνεχίστηκε κατά διαστήματα, γεγονός που, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, περιπλέκει την εικόνα της σχέσης τους.

Από την ιατροδικαστική εξέταση προκύπτει ότι η 45χρονη έφερε επτά τραύματα από μαχαίρι μήκους έως 10 εκατοστών. Το ένα τραύμα προκάλεσε διάτρηση της καρδιάς, ενώ τα υπόλοιπα έπληξαν πνεύμονες και παρακείμενους ιστούς, οδηγώντας σε ακαριαίο θάνατο. Δεν εντοπίστηκαν κακώσεις που να παραπέμπουν σε χρήση άλλου μεταλλικού αντικειμένου, ούτε ενδείξεις εκτεταμένης πάλης, στοιχείο που επίσης αξιολογείται από τους αστυνομικούς που χειρίζονται την υπόθεση.

Advertisement

Ξεσπά ο θείος της 45χρονης: Ξύπνησε και είδε τον 52χρονο να στέκεται από πάνω της με όπλο – Δεν ήθελε να τη βλέπει ευτυχισμένη – Ο ψυχολόγος της είχε πει να αλλάξει κλειδαριά στο σπίτι

Λίγες ημέρες πριν πέσει νεκρή από τα χέρια του συζύγου της, η Αντιγόνη φέρεται να είχε εκφράσει τον φόβο ότι θα μπορούσε να γίνει ακόμη ένα θύμα γυναικοκτονίας. Οι μαρτυρίες ανθρώπων από το περιβάλλον της σκιαγραφούν μια σχέση γεμάτη εντάσεις, απειλές και περιστατικά που, όπως λένε, είχαν προκαλέσει έντονη ανησυχία.

Σύμφωνα με όσα καταθέτουν πρόσωπα που γνώριζαν το ζευγάρι, η γυναίκα είχε αντιληφθεί εδώ και καιρό στοιχεία χειριστικής και κακοποιητικής συμπεριφοράς. Αναφέρονται συχνά ξεσπάσματα ζήλιας, απειλές αυτοκτονίας και περιστατικά που την έκαναν να φοβάται για την ασφάλειά της.

Οργισμένος με τον συζυγοκτόνο της Δράμας εμφανίστηκε ο θείος της 45χρονης που έπεσε νεκρή από τις 7 μαχαιριές που της κατάφερε ο δράστης.

Advertisement

Όπως είπε στον ΑΝΤ1 το πρωί της Τετάρτης για το ζευγάρι «τον τελευταίο καιρό δεν περνούσαν καλά» προσθέτοντας για τον αστυνομικό-δράστη ότι «την απειλούσε (σ.σ. την ανιψιά του) όλη την ώρα ότι θα αυτοκτονήσει. Αυτή ήθελε να τον χωρίσει γιατί δεν πήγαινε άλλο».

Περιγράφοντας ξανά τι συνέβη δύο εβδομάδες πριν τη δολοφονία, ο θείος της 45χρονης Αντιγόνης είπε «το μεσημέρι μόλις τελείωσε από την υπηρεσία ενώ κοιμόταν πήγε αυτός με το πιστόλι από πάνω και την ξύπνησε και της είπε ότι είναι οπλισμένο και αυτή πάνω στον πανικό της έφυγε και πήγε στην αδερφή της. Μετά κατάλαβε ότι είναι και ο γιος της στο σπίτι και έστειλε την αδερφή να πάει να πάρει το παιδί».

«Μετά μίλησε με την ψυχολόγο της και της είπε να αλλάξει κλειδαριά στο σπίτι αλλά αυτός την “πολιορκούσε” όλη την ώρα. Η ανίψια μου πίστευε ότι θα της κάνει κακό. Της είπα να του κάνει καταγγελία και να το πει στην υπηρεσία, αυτή μου είπε ότι ενημέρωσε τον προϊστάμενο και αυτός της είπε “θα τον βοηθήσουμε”» πρόσθεσε ο θείος.

Advertisement

«Όταν ένας άνθρωπος απειλεί κάποιον με πιστόλι αυτός ο άνθρωπος θέλει διαφορετική θεραπεία. Τον τελευταίο καιρό αν τον βλέπατε και έξω στους δρόμους ήταν σε άθλια κατάσταση. Δηλαδή αυτοί οι αστυνομικοί που ήταν εκεί δεν τον έβλεπαν, ήταν τυφλοί; Δεν τους ενδιέφερε» συμπλήρωσε, προσθέτοντας ότι «η ανιψιά μου είπε σε ορισμένους συναδέλφους της ότι φοβάται για τη ζωή της».

Μιλώντας για το τελευταίο δίμηνο στο οποίο ο δράστης έμενε με τη μητέρα του, ο θείος της 45χρονης είπε ότι «στην αρχή είχε κλειδιά αλλά από τότε που έγινε η φάση με το πιστόλι είχε αλλάξει κλειδαριά αλλά πάλι έβρισκε δικαιολογία για να δει το παιδί του».

Όσον αφορά την ημέρα της δολοφονίας είπε «αυτή κοιμόταν στο υπόγειο επειδή είχε δροσιά. Όπως κοιμόταν της επιτέθηκε. Έδειξε τον εγωισμό του, ότι είναι άνανδρος μπήκε την ώρα που κοιμόταν και την μαχαίρωσε ενώ για τον εαυτό του χρησιμοποίησε μια σφαίρα, την κατέσφαξε. Ακούω που λένε ότι τη ζήλευε. Δεν την ζήλευε αυτό ήταν σαν αρρώστια, την έβλεπε σαν ανώτερη από αυτόν και ένιωθε μειονεκτικά. Δεν ήθελε να την βλέπει ευτυχισμένη, τρελαινόταν.

Advertisement

Όταν την έβλεπε να γελάει της έλεγε “μόνο που σε βλέπω χαρούμενη, τρελαίνομαι”, τέτοια αρρώστια είχε. Φίλοι και συνάδελφοι έπαιρναν την ανιψιά μου για να της αλλάξουν γνώμη. Ο ίδιος έβαζε τους πάντες , αφού το Σάββατο πήγε στην αδερφή της και λέει “δεν μπορώ άλλο χωρίς (σ.σ. την 45χρονη) αλλά κανείς δεν πίστευε ότι θα κάνει τέτοιο κακό».

Advertisement

Οι επαφές του ζευγαριού με ψυχίατρο και ψυχολόγο πριν τη δολοφονία

Το ζευγάρι είχε παραπεμφθεί σε ιδιώτη ψυχίατρο, ο οποίος τους παρακολουθούσε και, σύμφωνα με πληροφορίες, είχε χορηγήσει φαρμακευτική αγωγή και στους δύο. Ωστόσο, η γιατρός δεν έχει μέχρι στιγμής δώσει στην ΕΛ.ΑΣ. περαιτέρω στοιχεία για όσα είχε διαπιστώσει στις συνεδρίες με το ζευγάρι.

Στο σπίτι όπου διέμεναν εντοπίστηκαν ηρεμιστικά χάπια, με τις αρχές να εξετάζουν αν υπήρχε πραγματική χρήση τους, κάτι που θα αποσαφηνιστεί από τις τοξικολογικές εξετάσεις.

Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι ο 50χρονος δυσκολευόταν να διαχειριστεί τον χωρισμό του από τη 45χρονη και είχε απευθυνθεί ιδιωτικά σε ψυχολόγο, πραγματοποιώντας δύο συνεδρίες. Κατά τη διάρκειά τους δεν είχαν προκύψει ενδείξεις κακοποίησης, απειλών ή αυτοκτονικών τάσεων. Οι έρευνες συνεχίζονται για να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες της τραγωδίας.

Advertisement

Δημογλίδου: «Κανένας από τους δύο συναδέλφους δεν είχε απασχολήσει με κάποιο τρόπο την υπηρεσία του»

Μιλώντας σε τηλεοπτικές εκπομπές σήμερα το πρωί (17/6), η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. Κωνσταντία Δημογλίδου ξεκαθάρισε κάποια πράγματα σχετικά με τη νέα γυναικοκτονία στη Δράμα, επισημαίνοντας ότι δεν είχε γίνει γνωστό στην υπηρεσία ούτε από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους ούτε από τρίτους ότι υπάρχουν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας μέσα σε αυτή την οικογένεια.

Διαφορετικά, όπως είπε η ίδια η κ. Δημογλίδου, η διαδικασία θα είχε κινηθεί αυτεπάγγελτα όπως προβλέπεται για περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας ενώ θα είχε ταυτόχρονα διαταχθεί και πειθαρχική διερεύνηση με το δεδομένο ότι οι εμπλεκόμενοι ήταν και οι δύο ένστολοι.

Η κ. Δημογλίδου δήλωσε επίσης: «ο συνάδελφος από κοινού απ’ό,τι καταλαβαίνουμε με τη σύζυγο είχε απευθυνθεί ιδιωτικά σε κάποιο ψυχολόγο ο οποίος τυγχάνει να είναι και ψυχολόγος της Αστυνομίας. Δεν είχαν παραπεμφθεί μέσω της υπηρεσίας, ιδιωτικά αποφάσισαν να συμβουλευτούν έναν ειδικό.

Ο συνάδελφος παρακολουθούσε τουλάχιστον εδώ και 3 μήνες συνεδρίες με τον ψυχολόγο, όπως έχουμε ενημερωθεί. Προσπαθούμε να διαπιστώσουμε αν είχε παραπεμφθεί σε ψυχίατρο και αν του χορηγούνταν κάποια φαρμακευτική αγωγή καθώς αυτό είναι κάτι που δεν γνώριζε η υπηρεσία».

Σχετικά με την απόσπαση που φέρεται να είχε ζητήσει το θύμα στο παρελθόν, η εκπρόσωπος Τύπου επιβεβαίωσε ότι η 45χρονη «είχε ζητήσει το 2024 και το 2025 προσωρινή μετακίνηση για μικρό χρονικό διάστημα εκτός του νομού καθαρά για οικονομικούς λόγους. Ποτέ δεν ανέφερε στην υπηρεσία ότι είχε κάποιο θέμα, άλλωστε οι πληροφορίες που μας έχουν δοθεί από τα συγγενικά πρόσωπα είναι ότι μέσα στο 2026 υπήρχαν κάποια προβλήματα στο ζευγάρι».

Σε σχέση τέλος με τα εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν για τον δράστη αστυνομικό και την ικανότητά του να οπλοφορεί, η κ. Δημογλίδου είπε χαρακτηριστικά: «Αυτό που μας μεταφέρουν οι ειδικοί είναι ότι δεν πρέπει να συνδέουμε την ψυχική διαταραχή ή οποιαδήποτε προσωρινή διαταραχή μπορεί να έχει ένας άνθρωπος επειδή κάτι συμβαίνει στη ζωή του με το αν είναι ικανός να φέρει όπλο ή με το πώς ανταποκρίνεται στην υπηρεσία του».

Τα επικρατέστερα σενάρια για το κίνητρο πίσω από τη γυναικοκτονία

Την αφορμή που οδήγησε τον 50χρονο αστυνομικό από τη Δράμα να δολοφονήσει την εν διαστάσει σύζυγο και συνάδελφό του, αναζητούν οι αρχές αξιλογώντας ως επικρατέστερα σενάρια την άρνηση αποδοχής του χωρισμού, σε συνδυασμό με την απομάκρυνση και την άρνηση επαφής ή ενός έντονου διαλόγου.

Σημειώνετα πως το τελευταίο εξάμηνο το ζευγάρι είχε ξεκινήσει συζητήσεις για τον ενδεχόμενο χωρισμό με την 45χρονη να είναι εκείνη που το πρότεινε και το επανέφερε ως θέμα ενώ ο 50χρονος αρνιότταν. Η δε συμβίωση συνεχιζόταν κατά διαστήματα.

Επίσης, από τον Μάρτιο, το ζευγάρι συμμετείχε σε εβδομαδιαίες συνεδρίες με ψυχολόγο, τόσο από κοινού όσο και ατομικά ενώ ο θύτης και εν συνεχεία αυτόχειρας.

Ο ψυχολόγος που τους παρακολουθούσε μάλιστα ανέφερε στις Aρχές ότι ο 50χρονος δεν είχε παρουσιάσει ενδείξεις επιθετικότητας ή αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς και δεν θεωρούνταν ικανός να προκαλέσει κακό στον εαυτό του ή σε άλλους. Παράλληλα, είχε γίνει παραπομπή σε ψυχίατρο, ο οποίος είχε χορηγήσει ήπια φαρμακευτική αγωγή.

Πάντως, το σπίτι του ζευγαριού εντοπίστηκαν ηρεμιστικά χάπια αλλά το εάν είχε γίνει χρήση ή όχι θα το απαντήσουν οι τοξικολογικές εξετάσεις.

Στο μεταξύ, συνάδελφοι του 50χρονου, ο οποίος υπηρετούσε στην ομάδα ΔΙ.ΑΣ., τον περιγράφουν ως πλήρως λειτουργικό και επιχειρησιακά ενεργό, χωρίς ενδείξεις δυσλειτουργίας στην υπηρεσία του. Παράλληλα, τονίζεται ότι δεν υπήρχαν εμφανή σημάδια που να υποδηλώνουν σοβαρά ψυχικά προβλήματα.

Έτσι, εκτιμάται ότι ήταν κάποιο γεγονός που πυροδότησε την ένταση της στιγμής. Θεωρείτα πιθανό ο δράστης επιχείρησε ερωτική προσέγγιση, η οποία απορρίφθηκε από το θύμα, γεγονός που πιθανόν οδήγησε σε έντονο διάλογο και κλιμάκωση της κατάστασης.

Τι δείχνουν τα πρώτα ιατροδικαστικά ευρήματα

Η 45χρονη έφερε επτά τραύματα από μαχαίρι μήκους όχι μεγαλύτερου των 10 εκατοστών. Το ένα τραύμα προκάλεσε διάτρηση της καρδιάς, ενώ τα υπόλοιπα έπληξαν πνεύμονες και παρακείμενους ιστούς. Δεν διαπιστώθηκαν κακώσεις που να παραπέμπουν σε χρήση μεταλλικού αντικειμένου διαφορετικού από μαχαίρι, ούτε ενδείξεις πάλης.

Για τον 50χρονο αστυνομικό έχει καταγραφεί τραύμα από πυροβόλο όπλο στον αριστερό κρόταφο. Έχουν επίσης παραγγελθεί τοξικολογικές εξετάσεις.

Επίσης, σύμφωνα με τα στοιχεία, οι αστυνομικοί που υπηρετούν σε μάχιμες υπηρεσίες όπως Άμεση Δράση, ΟΠΚΕ, ΜΑΤ και ΔΙ.ΑΣ. υποβάλλονται σε τακτικούς ψυχολογικούς και ψυχομετρικούς ελέγχους, δύο φορές τον χρόνο, ενώ υπάρχει διαθέσιμος ψυχολόγος σε κάθε αστυνομική διεύθυνση.

Σε περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο, οι αστυνομικοί παραπέμπονται για αξιολόγηση και, κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, αφαιρείται ο οπλισμός. Την τελευταία τριετία, 369 αστυνομικοί κρίθηκαν προσωρινά μη κατάλληλοι για οπλοφορία, ενώ ένα μικρό ποσοστό συνδέεται με ψυχική επιβάρυνση ή άλλους λόγους υπηρεσιακής ή ιατρικής φύσης.

Εκτιμάται επίσης ότι ένα μεγαλύτερο ποσοστό προσωπικού χρειάζεται επαναξιολόγηση ή υποστήριξη λόγω της καθημερινής επαγγελματικής πίεσης.

Προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα

Γεννώνται σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τους ελέγχους που διενεργούνται σε ένστολους οι οποίοι διαθέτουν άδεια οπλοφορίας, καθώς και για το κατά πόσο οι διαδικασίες αξιολόγησης και παρακολούθησης είναι επαρκείς.

Παράλληλα, τίθεται στο μικροσκόπιο η ευθύνη των κρατικών λειτουργών σε υποθέσεις που σχετίζονται με την ψυχική υγεία, αλλά και με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, όπου συχνά απαιτείται άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση. Η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για πιο αυστηρά πρωτόκολλα, καλύτερη διασύνδεση υπηρεσιών και έγκαιρη αναγνώριση προειδοποιητικών ενδείξεων.

Την ίδια ώρα, εγείρονται προβληματισμοί για το κατά πόσο οι υπάρχοντες μηχανισμοί μπορούν να αποτρέψουν τραγικά γεγονότα, όταν υπάρχουν ενδείξεις ψυχολογικής επιβάρυνσης ή εντάσεων σε οικογενειακό περιβάλλον.