Μία ακόμη γυναικοκτονία έρχεται να προστεθεί στη μακρά λίστα των περιστατικών έμφυλης βίας που συγκλονίζουν τη χώρα. Στη Δράμα, μια 43χρονη αστυνομικός και μητέρα δύο παιδιών βρέθηκε νεκρή μέσα στο σπίτι της, έχοντας δεχθεί οκτώ μαχαιριές από τον εν διαστάσει σύζυγό της, ο οποίος ήταν επίσης αστυνομικός.
Το αιματηρό περιστατικό σημειώθηκε το μεσημέρι της Δευτέρας (15/6), με τον δράστη να φέρεται να επιτέθηκε στη γυναίκα μέσα στην οικία τους, προκαλώντας τον θανάσιμο τραυματισμό της. Αμέσως μετά εγκατέλειψε το σημείο, ενώ οι Αρχές εξαπέλυσαν έρευνες για τον εντοπισμό του.
Λίγη ώρα αργότερα, ο άνδρας εντοπίστηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του, έχοντας αυτοπυροβοληθεί με το υπηρεσιακό του όπλο.
Οι αστυνομικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών εξετάζουν την υπόθεση ως προμελετημένη δολοφονία. Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, ο δράστης δεν είχε αποδεχθεί τον χωρισμό, ενώ η γυναίκα φέρεται να τον είχε καταγγείλει ως επικίνδυνο για τη σωματική της ακεραιότητα, ζητώντας παράλληλα να υποβληθεί σε ψυχιατρική αξιολόγηση.
Η καταγγελία και η ψυχιατρική εξέταση
Η άτυχη γυναίκα είχε αντιληφθεί ότι ο εν διαστάσει σύζυγός της αποτελούσε απειλή για την ασφάλειά της και ακολούθησε τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Απευθύνθηκε στον προϊστάμενό της, ο οποίος προχώρησε στις απαραίτητες ενέργειες ώστε ο αστυνομικός να εξεταστεί από τον αρμόδιο ψυχίατρο της ΕΛ.ΑΣ.
Έτσι, εκείνος πέρασε από ψυχομετρικά τεστ οι οποίες όμως δεν έδειξαν κάτι το μεμπτό. Κρίθηκε ικανός να ασκεί τα καθήκοντά του και να οπλοφορεί και επέστρεψε κανονικά στην υπηρεσία του.
Το ζευγάρι αν και ήταν σε διάσταση, έμεναν για καιρό στο ίδιο σπίτι. Φέρεται πως τους τελευταίους 6 μήνες έμεναν χωριστά, σε μία προσπάθεια να αποκατασταθεί ξανά η ηρεμία στο σπίτι τους, για χάρη των παιδιών τους.
Εν τέλει όμως, μετά από έναν νέο και άγριο καυγά, ο 50χρονος -ιδιαίτερα γνωστός στον χώρο του αθλητισμού, καθώς ασχολούνταν με το CrossFit- μαχαίρωσε 8 φορές την σύζυγό του σε πλάτη, κεφάλι και στήθος.
«Είχε γίνει υπερβολικά ζηλόφθων»
Σύμφωνα με συγγενείς και φίλους της άτυχης Αντιγόνης, το τελευταίο διάστημα ο δράστης είχε γίνει ιδιαίτερα πιεστικός και εκδήλωνε ακραία ζήλια απέναντί της. Όπως ανέφεραν, κανείς από το περιβάλλον τους δεν περίμενε ότι η κατάσταση θα κατέληγε σε μια τόσο τραγική εξέλιξη.
Η ίδια, αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο, προχώρησε στις ενέργειες που προβλέπονταν για την προστασία της. Ωστόσο, όπως εκτιμάται, δεν κατάφερε να αποφύγει το σχέδιο που φέρεται να είχε ήδη διαμορφώσει στο μυαλό του ο εν διαστάσει σύζυγός της.
Οκτώ μαχαιριές και το σοκ του ανήλικου γιου
Ο αστυνομικός, που υπηρετούσε στην ομάδα ΔΙ.ΑΣ. Δράμας, φέρεται -σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχών- να μην είχε αποδεχθεί τις εξελίξεις που ακολούθησαν μετά την καταγγελία της εν διαστάσει συζύγου του και την ψυχιατρική αξιολόγηση στην οποία είχε υποβληθεί λίγες ημέρες πριν από το έγκλημα.
Το μεσημέρι της Δευτέρας μετέβη στο σπίτι όπου διέμενε η γυναίκα. Μέχρι στιγμής δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν προηγήθηκε καβγάς ή έντονη λογομαχία πριν από τη θανατηφόρα επίθεση.
Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι το θύμα έφερε οκτώ τραύματα από αιχμηρό αντικείμενο. Το μαχαίρι που φέρεται να χρησιμοποιήθηκε βρέθηκε δίπλα στη σορό, ενώ τα τραύματα εντοπίστηκαν κυρίως στην πλάτη και στα πλευρά της άτυχης γυναίκας. Συνάδελφοί της που έσπευσαν στο σημείο τη βρήκαν ημίγυμνη πάνω στο κρεβάτι, σε υπόγειο χώρο της κατοικίας. Παράλληλα, στο όχημα του δράστη εντοπίστηκε ένας κάλυκας.
Το ζευγάρι είχε αποκτήσει δύο παιδιά: μία ενήλικη κόρη, η οποία σπουδάζει εκτός Δράμας, και έναν ανήλικο γιο. Ήταν ο μικρός που βρέθηκε αντιμέτωπος με το φρικτό θέαμα, εντοπίζοντας τη μητέρα του σοβαρά τραυματισμένη και ειδοποιώντας τις Αρχές. Οι πληροφορίες που έδωσε στους αστυνομικούς συνέβαλαν στον εντοπισμό του πατέρα του, ο οποίος βρέθηκε λίγο αργότερα νεκρός στο βουνό Κορύλοβο, έχοντας αυτοπυροβοληθεί με το υπηρεσιακό του όπλο.
Σε συγγενικά τους πρόσωπα τα δύο παιδιά
Τα δύο παιδιά της οικογένειας βρίσκονται πλέον κοντά σε συγγενικά τους πρόσωπα, ενώ έχει προβλεφθεί η παροχή ψυχολογικής υποστήριξης από ειδικούς.
Οι νεκροτομές στις δύο σορούς αναμένονται να ολοκληρώσουν τον κύκλο των ερευνών, αν και οι αστυνομικοί θεωρούν ότι διαθέτουν ήδη τα βασικά στοιχεία που απαιτούνται για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.