Λίγες μόλις εβδομάδες πριν από τη διπλή τραγωδία στη Δράμα, η Ελληνική Αστυνομία είχε σημάνει συναγερμό για τον κίνδυνο έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας από ένστολους, εκδίδοντας ειδικές οδηγίες προς τις υπηρεσίες της για την πρόληψη ακραίων περιστατικών. Ωστόσο, το προειδοποιητικό σήμα δεν στάθηκε αρκετό για να αποτρέψει το φονικό που συγκλόνισε το πανελλήνιο.
Όπως αποκαλύπτουν «ΤΑ ΝΕΑ», σε έγγραφο της ΕΛ.ΑΣ. με ημερομηνία 12 Μαΐου 2026 καταγράφονταν κατευθύνσεις για τον εντοπισμό και τη διαχείριση περιστατικών βίας από αστυνομικούς σε βάρος συζύγων, συντρόφων ή άλλων συγγενικών προσώπων. Παρ’ όλα αυτά, από την έως τώρα διερεύνηση της υπόθεσης προκύπτει ότι δεν είχε υποβληθεί καμία επίσημη καταγγελία ή μήνυση εις βάρος του αστυνομικού που αργότερα δολοφόνησε με 7 μαχαιριές την εν διαστάσει σύζυγό του, επίσης αστυνομικό, και στη συνέχεια αυτοκτόνησε.
Στο μεταξύ, την ώρα που συγγενείς, φίλοι και συνάδελφοι προσπαθούν να διαχειριστούν το σοκ της διπλής τραγωδίας, στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκεται η ψυχολογική κατάσταση του δράστη και το κατά πόσο υπήρχαν ενδείξεις που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε έγκαιρη παρέμβαση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο 51χρονος είχε απευθυνθεί σε ιδιώτη στρατιωτικό ψυχολόγο εξαιτίας του έντονου άγχους που βίωνε μετά τον χωρισμό του από την 45χρονη σύζυγό του. Ο ειδικός φέρεται να τον παρέπεμψε σε ψυχίατρο, ο οποίος του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει στοιχεία που να δικαιολογούν περαιτέρω ανησυχία ή περιορισμούς.
Εξαιτίας του ιατρικού απορρήτου, δεν υπήρξε ενημέρωση προς την Ελληνική Αστυνομία, με αποτέλεσμα ο 51χρονος να συνεχίσει να φέρει και να κατέχει το υπηρεσιακό του όπλο.
Το «προφητικό» έγγραφο της ΕΛΑΣ
«Οι αστυνομικοί παραπέμπονται στις ειδικές επιτροπές όταν υποβάλλεται εις βάρος τους μήνυση ή έγκληση ή καταγγελία για τέλεση εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας τα οποία τιμωρούνται με ποινή κάθειρξης ή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών (…) Οι ειδικές επιτροπές γνωματεύουν επιπλέον για το αν πρέπει να παραδίδει στο αρμόδιο όργανο τον ατομικό του οπλισμό, για όσο χρόνο βρίσκεται εκτός υπηρεσίας (…)
Δεν φαίνεται να είχαν γίνει αντιληπτά από την υπηρεσία τα ψυχολογικά προβλήματα που είχε ο μετέπειτα δράστης και αυτόχειρας
Η σχετική διαδικασία εφαρμόζεται για δύο χρόνια. Μετά τη συμπλήρωσή τους, ο αστυνομικός παραπέμπεται εκ νέου στις ειδικές επιτροπές για επανεξέταση. Αν πριν από τη συμπλήρωση της διετίας ο αστυνομικός απαλλαγεί ή αθωωθεί, είτε με εισαγγελική διάταξη αρχειοθέτησης, είτε με απαλλακτικό βούλευμα, είτε με δικαστική απόφαση, έστω και σε πρώτο βαθμό, παύει να εφαρμόζεται η συγκεκριμένη διαδικασία» αναφέρεται στο έγγραφο της Ελληνικής Αστυνομίας με ημερομηνία 12 Μαΐου 2026.
Οι συνεδρίες στον ψυχολόγο και το απόρρητο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι το ζευγάρι, το οποίο βρισκόταν σε διάσταση τους τελευταίους τρεις μήνες, είχε απευθυνθεί ξεχωριστά σε ψυχολόγο της ΕΛ.ΑΣ. που υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο συγκεκριμένος επιστήμονας δεν ενημέρωσε τις αρμόδιες υπηρεσίες για τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι δύο αστυνομικοί, επικαλούμενος το ιατρικό απόρρητο, καθώς οι συνεδρίες φέρεται να πραγματοποιήθηκαν σε ιδιωτική βάση. Η γυναίκα ακολουθούσε, κατά πληροφορίες, φαρμακευτική αγωγή. Παράλληλα, δεν προκύπτει ότι οι υπηρεσίες όπου εργάζονταν είχαν αντιληφθεί την έντονη κρίση στη σχέση τους ή την ψυχολογική κατάσταση του μετέπειτα δράστη.
Η ΕΛ.ΑΣ. έχει ενισχύσει τα τελευταία δύο χρόνια τις δομές ψυχολογικής υποστήριξης με 69 ψυχολόγους, επιδιώκοντας την πρόληψη βίαιων περιστατικών και τον έλεγχο επικίνδυνων συμπεριφορών ένστολων.
Κάθε χρόνο περίπου 20-30 αστυνομικοί αφοπλίζονται λόγω εμπλοκής σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Παράλληλα, περίπου 1.700 ένστολοι υποβάλλονται σε ψυχιατρικό έλεγχο για την καταλληλότητά τους να φέρουν όπλο, με το 8%-10% να απορρίπτεται. Επιπλέον, δεκάδες αστυνομικοί παραπέμπονται ετησίως για περαιτέρω αξιολόγηση λόγω ανησυχητικής ή επιθετικής συμπεριφοράς.
Πρώην διευθυντής Υγειονομικού ΕΛΑΣ: «Το “αν σε χάσω θα αυτοκτονήσω” το λέμε κάθε μέρα εμείς οι άνδρες»
Προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα
Γεννώνται σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τους ελέγχους που διενεργούνται σε ένστολους οι οποίοι διαθέτουν άδεια οπλοφορίας, καθώς και για το κατά πόσο οι διαδικασίες αξιολόγησης και παρακολούθησης είναι επαρκείς.
Παράλληλα, τίθεται στο μικροσκόπιο η ευθύνη των κρατικών λειτουργών σε υποθέσεις που σχετίζονται με την ψυχική υγεία, αλλά και με περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, όπου συχνά απαιτείται άμεση και αποτελεσματική παρέμβαση. Η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για πιο αυστηρά πρωτόκολλα, καλύτερη διασύνδεση υπηρεσιών και έγκαιρη αναγνώριση προειδοποιητικών ενδείξεων.
Την ίδια ώρα, εγείρονται προβληματισμοί για το κατά πόσο οι υπάρχοντες μηχανισμοί μπορούν να αποτρέψουν τραγικά γεγονότα, όταν υπάρχουν ενδείξεις ψυχολογικής επιβάρυνσης ή εντάσεων σε οικογενειακό περιβάλλον.