Δεν ήταν ούτε στρατιωτική άσκηση ούτε περιστατικό έκτακτης ανάγκης. Το βουλγαρικό Falcon που έκανε επαναλαμβανόμενες διελεύσεις πάνω από την Αττική εκτελούσε έναν από τους πιο κρίσιμους, αλλά αθέατους, ελέγχους της πολιτικής αεροπορίας: τη βαθμονόμηση των ραδιοβοηθημάτων που οδηγούν με ασφάλεια τα αεροσκάφη προς τους ελληνικούς διαδρόμους προσγείωσης.
Ένα αεροσκάφος τύπου Dassault Falcon 2000 της βουλγαρικής Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας εμφανίστηκε τις προηγούμενες ημέρες στον αττικό ουρανό, ακολουθώντας ασυνήθιστες, επαναλαμβανόμενες διαδρομές πάνω και γύρω από τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών.
Η εικόνα προκάλεσε απορίες. Για περισσότερο από μία ώρα, το αεροσκάφος πετούσε σε συγκεκριμένα μοτίβα, κάνοντας διαδοχικούς κύκλους και προσεγγίσεις, σαν να «χτένιζε» τον αεροδιάδρομο και τις γύρω περιοχές. Η εξήγηση, ωστόσο, ήταν απολύτως τεχνική: επρόκειτο για έλεγχο ραδιοβοηθημάτων, δηλαδή των ηλεκτρονικών συστημάτων που επιτρέπουν στους πιλότους να προσεγγίζουν, να ευθυγραμμίζονται και να προσγειώνονται με ακρίβεια, ακόμη και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες.
Τα ραδιοβοηθήματα, όπως τα VOR, DME και κυρίως τα ILS, είναι η αόρατη υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται η καθημερινή ασφάλεια των πτήσεων. Δεν φαίνονται στον επιβάτη. Δεν ακούγονται. Δεν γίνονται είδηση, παρά μόνο όταν κάτι δεν λειτουργήσει σωστά. Όμως χωρίς αυτά, η σύγχρονη πολιτική αεροπορία δεν μπορεί να λειτουργήσει με την ακρίβεια που απαιτείται.
Ο από αέρος έλεγχος γίνεται με ειδικά εξοπλισμένα αεροσκάφη, τα οποία πετούν προκαθορισμένες διαδρομές και μετρούν αν τα σήματα που εκπέμπουν τα επίγεια συστήματα είναι σωστά, σταθερά και εντός των διεθνών ορίων ασφαλείας. Αν εντοπιστεί απόκλιση, ακολουθεί ρύθμιση πριν το σύστημα θεωρηθεί πλήρως επιχειρησιακό.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι γιατί έγινε ο έλεγχος. Αυτός είναι υποχρεωτικός και αναγκαίος, ιδίως πριν από την καλοκαιρινή αιχμή, όταν η Αθήνα και τα μεγάλα ελληνικά αεροδρόμια μπαίνουν σε ρυθμούς πολύ πυκνής κίνησης.
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί τον έκανε αεροσκάφος της Βουλγαρίας.
Σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ, η ΥΠΑ διαθέτει δικά της αεροσκάφη για αυτού του είδους τους ελέγχους. Ανάμεσά τους και ένα Cessna Citation X C750, ειδικά διαμορφωμένο για αποστολές flight inspection. Πρόκειται για αεροσκάφος υψηλών επιδόσεων, που στο παρελθόν αξιοποιήθηκε για τον έλεγχο ραδιοβοηθημάτων, τηλεπικοινωνιακών μέσων και ραντάρ.
Ωστόσο, τα ελληνικά πτητικά μέσα που θα μπορούσαν να εκτελέσουν την αποστολή φέρονται να παραμένουν καθηλωμένα λόγω τεχνικών προβλημάτων. Έτσι, για μια εργασία που η Ελλάδα έχει την τεχνογνωσία και την υποδομή να κάνει με δικά της μέσα, επιστρατεύτηκε βουλγαρικό Falcon.
Το γεγονός δεν σημαίνει ότι υπήρξε κίνδυνος για τις πτήσεις. Αντιθέτως, τέτοιου τύπου έλεγχοι γίνονται ακριβώς για να επιβεβαιωθεί ότι όλα λειτουργούν με ακρίβεια. Μπορεί προσωρινά να προκαλέσουν καθυστερήσεις, αναμονές ή αλλαγές στις προσεγγίσεις αεροσκαφών, επειδή το αεροσκάφος βαθμονόμησης χρειάζεται συγκεκριμένο εναέριο χώρο για να εκτελέσει τις μετρήσεις του. Αυτό, όμως, αποτελεί μέρος της διαδικασίας ασφαλείας.
Το θέμα αποκτά μεγαλύτερο βάρος επειδή έρχεται λίγους μήνες μετά το σοβαρό περιστατικό της 4ης Ιανουαρίου 2026, όταν ο ελληνικός εναέριος χώρος ουσιαστικά «πάγωσε» για ώρες λόγω προβλήματος στις ραδιοσυχνότητες που εξυπηρετούν το FIR Αθηνών.
Εκείνη την ημέρα, παρουσιάστηκε μαζική παρεμβολή σχεδόν σε όλες τις συχνότητες επικοινωνίας του FIR Αθηνών, ενώ υπήρξαν και προβλήματα σε γραμμές επιχειρησιακής επικοινωνίας. Το αποτέλεσμα ήταν να τεθούν περιορισμοί στις πτήσεις, να μην πραγματοποιούνται κανονικά αφίξεις και αναχωρήσεις και να εξυπηρετούνται κατά προτεραιότητα αεροσκάφη που βρίσκονταν ήδη στον αέρα.
Η ΥΠΑ είχε κάνει λόγο για πρωτοφανές περιστατικό ως προς τη μαζικότητα, τη γεωγραφική έκταση και τη χρονική επιμονή του. Παράλληλα, κινητοποιήθηκαν τεχνικά κλιμάκια σε κρίσιμα σημεία εκπομπής και λήψης, ενώ υπήρξε συνεργασία με εξωτερικούς φορείς και με το Eurocontrol για τη διαχείριση της κατάστασης.
Είναι σημαντικό να μη συγχέονται τα δύο περιστατικά. Το blackout του Ιανουαρίου αφορούσε τις ραδιοσυχνότητες επικοινωνίας ανάμεσα σε ελεγκτές και αεροσκάφη. Ο τωρινός έλεγχος αφορά τα ραδιοβοηθήματα ναυτιλίας και προσέγγισης, δηλαδή συστήματα που βοηθούν τα αεροσκάφη να προσδιορίζουν θέση, απόσταση και σωστή τροχιά προς τον διάδρομο.
Υπάρχει, όμως, ένας κοινός παρονομαστής: οι κρίσιμες αεροναυτιλιακές υποδομές δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η ραχοκοκαλιά της ασφάλειας πτήσεων. Και όταν μια χώρα με τον τουριστικό όγκο, τη γεωγραφία και την αεροπορική σημασία της Ελλάδας χρειάζεται ξένο αεροσκάφος για να κάνει βασικούς ελέγχους επειδή τα δικά της μέσα είναι καθηλωμένα, τότε το θέμα ξεπερνά την τεχνική διαχείριση.
Γίνεται ζήτημα ετοιμότητας.
Η Ελλάδα βρίσκεται κάθε καλοκαίρι μπροστά σε μια τεράστια αεροπορική πρόκληση: εκατομμύρια επιβάτες, δεκάδες αεροδρόμια, πυκνές αφίξεις, έντονες καιρικές μεταβολές, νησιωτικότητα και ανάγκη απόλυτης ακρίβειας. Σε αυτό το περιβάλλον, η αξιοπιστία των συστημάτων επικοινωνίας, πλοήγησης και προσέγγισης δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση.
Το βουλγαρικό Falcon μπορεί να ολοκλήρωσε μια τυπική τεχνική αποστολή. Άφησε όμως πίσω του ένα πολιτικό και επιχειρησιακό ερώτημα: πόσο ακόμη θα χρειάζεται η ελληνική ΥΠΑ να αναζητά λύσεις από το εξωτερικό για εργασίες που θα έπρεπε να μπορεί να εκτελεί με τα δικά της πτητικά μέσα;
Και κυρίως, μετά το blackout του Ιανουαρίου, πόσο γρήγορα θα προχωρήσει η χώρα στον εκσυγχρονισμό και την πλήρη επιχειρησιακή θωράκιση των υποδομών που κρατούν ανοιχτό και ασφαλή τον ελληνικό ουρανό;