Ανάμεσα στις παρουσιάσεις του 13ου διεθνούς συνεδρίου για τον Διαλογικό Εαυτό, δύο τραγούδια, ένα στη γλώσσα των Cherokee και ένα στη γλώσσα των Lakota, μου έμειναν χαραγμένα. Όχι μόνο για τη δύναμη της μελωδίας τους, αλλά και για τη συζήτηση που ακολούθησε.
Οι ομιλητές αναφέρθηκαν στην ιδιαίτερη θέση που κατέχουν τα ρήματα σε αυτές τις γλώσσες, όπου, όπως εξήγησαν, αντιστοιχούν περίπου στο 75-80% των λέξεων. Η παρατήρηση αυτή με έκανε να σκεφτώ τη διαφορά ανάμεσα στις λέξεις που μοιάζουν να ορίζουν κάτι ως σταθερό και στα ρήματα που στρέφουν την προσοχή σε αυτό που συμβαίνει, κινείται και αλλάζει.
Αναρωτήθηκα τότε αν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε και τον εαυτό με έναν διαφορετικό τρόπο: λιγότερο ως κάτι έτοιμο και σταθερό και περισσότερο ως κάτι που διαμορφώνεται και αναδιαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις και στον διάλογο.
Στην καθημερινή ζωή, όμως, συχνά μιλάμε για τον εαυτό μας σαν να είναι κάτι αμετάβλητο. Όταν η αλλαγή μοιάζει δύσκολη ή αδύνατη, λέμε:
«Έτσι είμαι».
Η φράση ακούγεται σαν οριστική απόφαση, σαν ένας ορισμός που δεν αφήνει περιθώριο μετακίνησης. Κι όμως, ακόμη και οι πιο σκληρές λέξεις που χρησιμοποιούμε για τον εαυτό μας μπορεί να αποκτήσουν διαφορετικό νόημα, αν προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο τις συνδέουμε με το «είμαι».
Ας πάρουμε τη φράση «είμαι αποτυχημένος». Το επίθετο λειτουργεί εδώ σαν ταμπέλα που μοιάζει να καθορίζει ολόκληρο τον άνθρωπο. Αν, όμως, μετακινηθούμε από το «είμαι αποτυχημένος» στο ρήμα «απέτυχα», κάτι αλλάζει: η αποτυχία παύει να αποτελεί ταυτότητα και γίνεται μια εμπειρία σε συγκεκριμένο χρόνο και πλαίσιο. Αυτό που συνέβη δεν διαγράφεται, αλλά δεν χρειάζεται να γίνει η τελική απάντηση στο ερώτημα ποιοι είμαστε.
Η συζήτηση στο συνέδριο δεν έμεινε μόνο στον τρόπο με τον οποίο μια γλώσσα εκφράζει την εμπειρία. Άγγιξε και το πώς περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Μετά το τραγούδι στη γλώσσα των Lakota, η ομιλήτρια μίλησε για τη δική της εμπειρία ως λευκής γυναίκας που είχε μάθει τη γλώσσα. Όπως εξήγησε, δεν είχε αποκτήσει απλώς μια καινούργια δεξιότητα. Της είχε δοθεί η άδεια να τη μιλά και, μαζί με αυτήν, είχε αναλάβει την ευθύνη να τη χρησιμοποιεί και να συμβάλλει ώστε να παραμένει ζωντανή — μεταξύ άλλων, μέσα από τα τραγούδια.
Μέσα από τα λόγια της, η γνώση δεν παρουσιαζόταν ως ατομικό απόκτημα, αλλά ως σχέση και ευθύνη. Μια γλώσσα, άλλωστε, δεν επιβιώνει μόνο στα λεξικά, αλλά μέσα σε σώματα, φωνές, σχέσεις και τελετουργίες — όταν μιλιέται, ακούγεται και μοιράζεται.
Εκεί η σκέψη μου μετακινήθηκε από τη γλώσσα στις λέξεις με τις οποίες μαθαίνουμε να αφηγούμαστε τον εαυτό μας.
Στη θεραπεία επιστρέφουμε συχνά στις φωνές της οικογένειας και άλλων σημαντικών ανθρώπων, στις λέξεις με τις οποίες μάθαμε να περιγράφουμε ποιοι «είμαστε» και στις ιστορίες που υπήρχαν πριν αρχίσουμε να αφηγούμαστε τη δική μας. Τίποτε από όλα αυτά δεν αποτελεί αποκλειστικά δικό μας δημιούργημα. Έφτασαν σε εμάς μέσα από έναν γονιό, μια γιαγιά ή ακόμη και μια ολόκληρη γενιά που, συχνά χωρίς να το γνωρίζει, μας έμαθε πώς να μιλάμε για τον εαυτό μας — και στον εαυτό μας.
Αυτές οι φωνές μπορεί να συνεχίσουν να ακούγονται μέσα μας, χωρίς πάντοτε να αναγνωρίζουμε από πού προέρχονται.
«Εσύ είσαι ο δυνατός».
«Εσύ ποτέ δεν τα καταφέρνεις».
«Στην οικογένειά μας δεν κλαίμε».
Ακόμη και το φαινομενικά θετικό «εσύ είσαι ο δυνατός» μπορεί να μετατραπεί σε περιορισμό, όταν δεν αφήνει χώρο για φόβο, ευαλωτότητα ή ανάγκη για βοήθεια. Τέτοιες φράσεις γίνονται συχνά μέρος μιας διαγενεακής κληρονομιάς που δεν επιλέξαμε.
Δεν είμαστε, όμως, μόνο φορείς αυτών των φωνών. Απαντάμε σε αυτές, ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Κάποιες τις επαναλαμβάνουμε σχεδόν αυτούσιες μέσα από φράσεις, χειρονομίες, σιωπές και τρόπους να σχετιζόμαστε. Κάποιες τις προσαρμόζουμε στη δική μας ζωή. Και κάποιες επιλέγουμε συνειδητά να μην τις μεταδώσουμε παρακάτω.
Δεν αξίζουν όλα όσα παραλαμβάνουμε να διατηρηθούν με τον ίδιο τρόπο. Κάποια ζητούν από εμάς να τα κρατήσουμε ζωντανά. Κάποια άλλα χρειάζεται να τα αναγνωρίσουμε και να τα επεξεργαστούμε, χωρίς να τα παραδώσουμε αυτούσια στους επόμενους. Η θεραπευτική διεργασία δεν αλλάζει όσα συνέβησαν, αλλά μπορεί να μας βοηθήσει να τους δώσουμε ένα νέο νόημα και να επιλέξουμε τι θέλουμε να συνεχίσουμε.
Ο εαυτός δεν μένει αμετάβλητος. Μεταβάλλεται μέσα στις σχέσεις, στις εμπειρίες και στον χρόνο, ακόμη κι όταν δεν το αντιλαμβανόμαστε. Οι φωνές που έχουμε παραλάβει συναντούν τις φωνές νέων σχέσεων και εμπειριών. Άλλοτε συνομιλούν και άλλοτε συγκρούονται, μετακινώντας τη θέση από την οποία αφηγούμαστε ποιοι είμαστε. Η διαδρομή μας δεν διαγράφεται, αλλά ούτε καθορίζεται οριστικά από όσα μας έχουν παραδώσει οι άλλοι.
Ίσως, λοιπόν, την επόμενη φορά που θα χρησιμοποιήσουμε το «είμαι» για να ορίσουμε τον εαυτό μας, αξίζει να θυμηθούμε ότι η ιστορία δεν έχει τελειώσει, και να αναρωτηθούμε:
«Έτσι είμαι» ή έτσι έμαθα να είμαι;