Τελικά η ζωή έχει κάτι από μαθηματικά.
Νεότεροι αγαπάμε την πρόσθεση.
Φίλοι, παρέες, γνωριμίες, προσκλήσεις. Θέλουμε να χτυπά το τηλέφωνο και να υπάρχουν πλάνα για το Σαββατοκύριακο.
Κάποιοι περνούν στον πολλαπλασιασμό. Όσοι περσσότεροι τόσο καλύτερα, λες και η ζωή βαθμολογείται με το πλήθος.
Μεγαλώνοντας έρχεται η αφαίρεση.
Κάποιες σχέσεις απλώς αραιώνουν.
Κάποιες άλλες τις κοιτάζεις κάποια στιγμή πιο καθαρά και καταλαβαίνεις ότι εδώ και πολύ καιρό τις διατηρείς εσύ.
Άλλες, τις βλέπεις καθαρά μόνο όταν, για μια φορά, δεν κάνεις εσύ την επόμενη κίνηση.
Δεν παίρνεις πρώτη τηλεφωνο, δεν στέλνεις μήνυμα. Δεν προσπαθείς πάλι να διορθώσεις μια παρεξήγηση που δεν δημιούργησες μόνη σου.
Και περιμένεις.
Περνούν μέρες. Βλέπεις το όνομα στη λίστα των συνομιλιών και σχεδόν από συνήθεια πας να γράψεις “τι κάνεις; Χάθηκες”. Μετά σκέφτεσαι : “Χάθηκε;”
Γιατί εσύ ήσουν εδώ.
Και αυτή τη φορά αφήνεις το κινητό κάτω.
Τότε δεν χρειάζονται πολλές εξηγήσεις διότι η απουσία του άλλου απαντά αρκετά πράγματα μόνη της.
Εσύ θυμόσουν τα γενέθλια, το ιατρικό ραντεβού, τη δύσκολη μέρα. Εσύ έκανες χώρο, έδειχνες κατανόηση, έβρισκες μια δικαιολογία όταν ο άλλος εξαφανιζόταν.
“Έίναι λίγο περίεργη μερικές φορές” λέγαμε.
Παράξενο πάντως. Ο δικός μας χαρακτήρας έπρεπε σχεδόν πάντα να είναι πιο υπομονετικός.
Αυτό πονά, γιατί μαζί με τον άνθρωπο αναγκάζεσαι να ξαναδείς τη σχέση και μερικές φορές, καταλαβαίνεις, ότι ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που είχες στο μυαλό σου.
“Γνωριζόμαστε τόσα χρόνια” λέμε.
Και;
Τα χρόνια αποδεικνύουν ότι πέρασε χρόνος και όχι ότι η σχέση παρέμεινε καλή.
Τα “τόσα χρόνια” δεν είναι επιχείρημα. Μερικές φορές κρατούν περισσότερο από όσο τους αξίζει.
Ίσως επειδή συνηθίσαμε ο ένας την παρουσία του άλλου, ίσως επειδή έχουμε κοινό παρελθόν και το μπερδεύουμε με το κοινό παρόν ή επειδή φαίνεται προσβολή απέναντι σε όσα ζήσαμε να παραδεχτούμε ότι σήμερα δεν έχουμε πια πολλά να πούμε.
Δεν είναι απαραίτητο να συμβεί προδοσία, καβγάς, κάποιο συνταρακτικό γεγονός ή μια μεγάλη ρήξη. Υπάρχουν σχέσεις που τελειώνουν πιο πεζά. Κάθε φορά νιώθεις λιγότερη διάθεση να εξηγήσεις και κάθε συνάντηση αφήνει ένα μικρό κενό. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι πηγαίνεις περισσότερο από συνήθεια παρά από χαρά.
Μόλις σταματήσεις να είσαι τόσο διαθέσιμη μπορεί να ακούσεις:
“Δεν ήσουν έτσι”.
Πιθανόν να μην ήσουν.
Κάποτε μπορεί να φοβόσουν ότι, αν μιλήσεις καθαρά, θα χάσεις κάποιον. Μπορεί απλώς να μην ήξερες ακόμη ότι το να είσαι καλός άνθρωπος δεν σημαίνει ότι είσαι μονίμως βολικός.
Και το “δεν ήσουν έτσι” έχει ενδιαφέρον.
Γιατί μερικές φορές δεν περιγράφει εσένα. Περιγράφει πόσο είχε συνηθίσει ο άλλος μια συγκεκριμένη εκδοχή σου. Εκείνη που απαντούσε πάντα, που έκανε την πρώτη κίνηση όταν υπήρχε ένταση, που κατάπινε κάτι για να μην χαλάσει το κλίμα.
Όταν αυτή η εκδοχή σταματήσει να είναι τόσο πρόθυμη, η σχέση αλλάζει και τότε φαίνεται, αν υπήρχε χώρος για εσένα ή μόνο για το ρόλο που εξυπηρετούσες.
Δεν κουράζεσαι πάντα από τον άνθρωπο. Κουράζεσαι από το ρόλο που είχες μέσα στη σχέση.
Από το να είσαι πάντα η λογική, η διαθέσιμη, η πρόθυμη, εκείνη που “δεν πειράζει”.
Αλλάζει και η σχέση μας με τον χρόνο. Στα είκοσι δεν σε απασχολεί τόσο να χάσεις ένα βράδυ σε μια παρέα που τελικά βαρέθηκες. Αργότερα μπορεί να προτιμήσεις να μείνεις στο σπίτι. Δεν έγινες ξαφνικά μισάνθρωπος. Απλώς ένα σαββατόβραδο παύει να είναι πολύτιμο επειδή έχει κόσμο και γίνεται πολύτιμο επειδή είναι δικό σου.
Η κοινωνία βέβαια εξακολουθεί να αγαπά τις γεμάτες ατζέντες.
Αν δεν έχεις σχέδια για το βράδυ του σαββάτου σχεδόν πρέπει να απολογηθείς και το θα μείνω σπίτι ακούγεται μερικές φορές σαν ομολογία αποτυχίας.
Λες και η μοναξιά μετριέται σε άδειες καρέκλες.
Έχω δει ανθρώπους σε γεμάτα τραπέζια που δεν είχαν κανέναν να πάρουν τηλέφωνο όταν πραγματικά δυσκολεύονταν, αλλά και ανθρώπους με δύο φίλους που ήξεραν ακριβώς πότε να εμφανιστούν χωρίς να χρειαστεί να τους εξηγήσεις πολλά.
Από τη άλλη, ας μην ονομάζουμε κάθε απομάκρυνση ωριμότητα.
“ Έγινα επιλεκτική”, λέμε ενώ στην πραγματικότητα φοβόμαστε να ξαναεμπιστευτούμε, ή βαφτίζουμε “ηρεμία” την απομόνωση επειδή μας προστατεύει από την πιθανότητα να απογοητευτούμε.
Δεν είναι το ίδιο.
Και μια καλή σχέση μπορεί να σε δυσκολέψει. Μπορεί να θυμώσεις, να απογοητευτείς, να χρειαστεί να ξαναμιλήσεις για κάτι που νόμιζες ότι έχει λυθεί. Το ότι κάποιος σε φέρνει αντιμέτωπη με κάτι δύσκολο δεν σημαίνει ότι πρέπει να φύγει από τη ζωή σου.
Το ερώτημα είναι άλλο: υπάρχει αμοιβαιότητα; όταν κάτι στραβώνει υπάρχει διάθεση κι από τις δύο πλευρές να σωθεί; ή ο ένας κάνει συνέχεια τη συντήρηση και ο άλλος απολαμβάνει τη λειτουργία;
Κάποιοι απ΄όσους έφυγαν υπήρξαν σημαντικοί και οι ζωές άλλαξαν. Δεν χρειάζεται να ακυρώσουμε μια ολόκληρη σχέση επειδή τελείωσε. Μπορεί κάποιος να υπήρξε πολύτιμος σε μια περίοδο της ζωής μας και σήμερα να μην έχει πια την ίδια θέση. Δεν σημαίνει ότι ήταν κάλπικο ότι προηγήθηκε.
Κάποιοι άλλοι, όμως ήταν μια συνήθεια που κράτησε περισσότερο από όσο άξιζε.
Και τελικά ίσως αυτό αλλάζει όσο μεγαλώνουμε. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο να έχουμε πολλούς ανθρώπους γύρω μας. Μας ενδιαφέρει περισσότερο ποιοι πραγματικά είναι.
Γιατί μοναξιά δεν είναι να έχεις λίγους ανθρώπους.
Μοναξιά είναι να περιβάλλεσαι από ανθρώπους και να μην έχει αγγίξει κανείς πραγματικά την ψυχή σου.