Μπορούμε να απολαύσουμε ένα παγωτό χωρίς την απότομη αύξηση του σακχάρου που ακολουθεί την κατανάλωση γλυκών; Μια νέα μελέτη στρέφει το ενδιαφέρον σε μια ιδιαίτερη πρωτεΐνη, τη βραζεΐνη (brazzein), η οποία είναι έως και 2.000 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, όταν συγκρίνουμε την ίδια ποσότητα από τις δύο ουσίες.
Η πρωτεΐνη εντοπίστηκε αρχικά σε φρούτο που φύεται στη Δυτική Αφρική και σήμερα μπορεί να παραχθεί με τη βοήθεια γενετικά τροποποιημένων μικροοργανισμών. Χάρη στην εξαιρετικά έντονη γλυκιά γεύση της, αρκούν πολύ μικρές ποσότητες για να προσδώσουν γλυκύτητα σε ένα τρόφιμο.
Το ενδιαφέρον των επιστημόνων δεν περιορίζεται, ωστόσο, στη γεύση. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο η αντικατάσταση της ζάχαρης με τη βραζεΐνη μπορεί να περιορίσει τις μεταβολικές επιπτώσεις της κατανάλωσης γλυκών.
Τι έδειξε η δοκιμή με το παγωτό
Ερευνητές από το Ομοσπονδιακό Ερευνητικό Κέντρο Διατροφής, Βιοτεχνολογίας και Ασφάλειας Τροφίμων της Ρωσίας πραγματοποίησαν κλινική μελέτη με 101 ενήλικες που έπασχαν από στεατωτική νόσο του ήπατος σχετιζόμενη με μεταβολική δυσλειτουργία (MASLD), μια πάθηση που χαρακτηρίζεται από συσσώρευση λίπους στο ήπαρ και συχνά συνυπάρχει με παχυσαρκία ή διαβήτη τύπου 2.
Οι συμμετέχοντες κατανάλωσαν, σε τρεις διαφορετικές ημέρες, από 100 γραμμάρια παγωτού βανίλιας. Την πρώτη φορά το παγωτό περιείχε ζάχαρη, τη δεύτερη βραζεΐνη αντί για ζάχαρη, ενώ την τρίτη βραζεΐνη και ινουλίνη, μια φυτική διατροφική ίνα.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν τις μεταβολές των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα μετά την κατανάλωση κάθε παγωτού.
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Clinical Nutrition ESPEN, έδειξαν ότι και οι δύο συνταγές χωρίς ζάχαρη προκάλεσαν σημαντικά μικρότερη αύξηση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα μετά την κατανάλωση του παγωτού.
Συγκεκριμένα, η αύξηση ήταν περίπου η μισή σε σύγκριση με εκείνη που παρατηρήθηκε μετά την κατανάλωση του συμβατικού παγωτού.
Η διαφορά ήταν ακόμη πιο αισθητή στους συμμετέχοντες που είχαν διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2. Κατά τη διάρκεια της μελέτης δεν αναφέρθηκαν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Γιατί η βραζεΐνη θεωρείται πολλά υποσχόμενη
Ένα από τα πλεονεκτήματα της βραζεΐνης είναι η ανθεκτικότητά της. Η πρωτεΐνη διατηρεί τις ιδιότητές της σε θερμοκρασίες έως περίπου 80 βαθμούς Κελσίου και σε διαφορετικά επίπεδα οξύτητας, χαρακτηριστικά που διευκολύνουν τη χρήση της σε διάφορα τρόφιμα.
Η αντικατάσταση της ζάχαρης, πάντως, δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται.Στο παγωτό, για παράδειγμα, η ζάχαρη δεν προσφέρει μόνο γλυκύτητα, αλλά επηρεάζει επίσης την υφή, τον όγκο και την κρεμώδη αίσθηση που αφήνει στο στόμα.
Γι’ αυτό οι ερευνητές χρειάστηκε να τροποποιήσουν και άλλα συστατικά, ώστε να δημιουργήσουν παγωτά με αποδεκτά χαρακτηριστικά. Αυτή ακριβώς η διαφοροποίηση επιβάλλει προσοχή στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων: δεν μπορούμε να αποδώσουμε τη μικρότερη αύξηση του σακχάρου αποκλειστικά στη βραζεΐνη.
Μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική για τα άτομα με διαβήτη;
Τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, αλλά δεν επαρκούν ακόμη για να θεωρηθεί η βραζεΐνη μια επιστημονικά τεκμηριωμένη επιλογή για τη μακροχρόνια ρύθμιση του σακχάρου.
Η μελέτη εξέτασε την άμεση απόκριση του οργανισμού μετά την κατανάλωση παγωτού και όχι τις επιπτώσεις της συστηματικής χρήσης της πρωτεΐνης. Δεν γνωρίζουμε, επομένως, αν η αντικατάσταση της ζάχαρης με βραζεΐνη μπορεί μακροπρόθεσμα να βελτιώσει τη ρύθμιση του διαβήτη, να περιορίσει τη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ ή να επηρεάσει άλλους δείκτες μεταβολικής υγείας.
Επιπλέον, όλοι οι συμμετέχοντες έπασχαν από MASLD, γεγονός που δεν επιτρέπει την αυτόματη γενίκευση των αποτελεσμάτων στον υπόλοιπο πληθυσμό.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η πλήρης απομάκρυνση των γλυκών από την καθημερινή διατροφή είναι συχνά δύσκολη και μπορεί να περιορίσει τη μακροχρόνια τήρηση των διατροφικών συστάσεων. Η ανάπτυξη τροφίμων με λιγότερη ζάχαρη, χωρίς σημαντικές παραχωρήσεις στη γεύση, αποτελεί επομένως μια ενδιαφέρουσα ερευνητική κατεύθυνση.
Το επόμενο βήμα είναι να διαπιστωθεί αν τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα μιας μεμονωμένης κατανάλωσης μπορούν να διατηρηθούν και σε βάθος χρόνου, όταν τέτοια τρόφιμα εντάσσονται συστηματικά στη διατροφή.
Με πληροφορίες από Science Alert, Clinical Nutrition ESPEN