Η εμμηνόπαυση δεν επηρεάζει μόνο το σώμα, αλλά επιφέρει και σημαντικές μεταβολές στη λειτουργία και τη δομή του εγκεφάλου. Αν και συμπτώματα όπως η δυσκολία συγκέντρωσης («brain fog») και το άγχος είναι γνωστά σε πολλές γυναίκες, πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι οι αλλαγές αυτές είναι πολύ βαθύτερες από ό,τι πιστευόταν.
Σύμφωνα με τη νευροεπιστήμονα Ρομπέρτα Μπρίντον του Πανεπιστημίου της Αριζόνα που μελετά τον εγκέφαλο της γυναίκας, οι μεταβολές είναι τόσο εκτεταμένες ώστε ο εγκέφαλος μοιάζει να υφίσταται μια πλήρη «ανακαίνιση», αποκτώντας ουσιαστικά νέα χαρακτηριστικά. Παράλληλα, τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι η μέση ηλικία αποτελεί κρίσιμη περίοδο για τη μελλοντική υγεία του εγκεφάλου και ίσως εξηγούν γιατί οι γυναίκες εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου Αλτσχάιμερ.
Η ίδια επισημαίνει ότι η μετάβαση στην εμμηνόπαυση μπορεί να αποκαλύψει προϋπάρχουσες νευρολογικές ευπάθειες, καθιστώντας αυτή την περίοδο ιδιαίτερα σημαντική τόσο για την έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων όσο και για την εφαρμογή κατάλληλων παρεμβάσεων. Η εμμηνόπαυση επέρχεται όταν σταματά οριστικά η έμμηνος ρύση, συνήθως γύρω στην ηλικία των 50 ετών. Τότε οι ωοθήκες μειώνουν σημαντικά την παραγωγή των ορμονών οιστρογόνων και προγεστερόνης, γεγονός που προκαλεί μια σειρά συμπτωμάτων, όπως διαταραχές ύπνου, εξάψεις και εναλλαγές της διάθεσης.
Οι αλλαγές αυτές αρχίζουν συχνά αρκετά χρόνια πριν από την εμμηνόπαυση, κατά την περίοδο της περιεμμηνόπαυσης, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονες διακυμάνσεις στα επίπεδα των οιστρογόνων. Οι μεταβολές αυτές επηρεάζουν άμεσα τον εγκέφαλο, καθώς τα οιστρογόνα διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία του. Συγκεκριμένα, συμβάλλουν στη μετατροπή της γλυκόζης σε ενέργεια, καλύπτοντας έως και το ένα τέταρτο των ενεργειακών αναγκών του εγκεφάλου. Όταν τα επίπεδά τους μειώνονται απότομα, ο εγκέφαλος αντιμετωπίζει μια κατάσταση που η Μπρίντον περιγράφει ως «βιοενεργειακή κρίση», δηλαδή αδυναμία να παράγει την απαιτούμενη ενέργεια μέσω της συνήθους διαδικασίας.
Η ενεργειακή αυτή κρίση επιβεβαιώνεται και από απεικονιστικές μελέτες. Σε έρευνα του 2021, η ίδια και οι συνεργάτες της πραγματοποίησαν μαγνητικές τομογραφίες σε 161 γυναίκες ηλικίας 40 έως 65 ετών, οι οποίες βρίσκονταν είτε πριν από την περιεμμηνόπαυση, είτε κατά τη διάρκειά της, είτε μετά την ολοκλήρωση της εμμηνόπαυσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ο μεταβολισμός της γλυκόζης ήταν περίπου 20% χαμηλότερος σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη μνήμη, την αντίληψη της ομιλίας και την επεξεργασία οπτικών και ακουστικών πληροφοριών, σε σύγκριση με τις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Στις γυναίκες που βρίσκονταν στην περιεμμηνόπαυση η μείωση έφτανε περίπου το 10%.
Πειραματικές μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι, όταν η γλυκόζη δεν επαρκεί ως πηγή ενέργειας, ο εγκέφαλος στρέφεται σε μια εναλλακτική λύση: χρησιμοποιεί λιπίδια, δηλαδή λιπαρές ενώσεις. Η Μπρίντον παρομοιάζει αυτή τη διαδικασία με ανάληψη χρημάτων από ένα «τοπικό ΑΤΜ» του εγκεφάλου, το οποίο είναι η λευκή ουσία. Η λευκή ουσία αποτελεί το δίκτυο επικοινωνίας του εγκεφάλου, καθώς επιτρέπει τη γρήγορη μεταφορά πληροφοριών μεταξύ διαφορετικών περιοχών. Αποτελεί περίπου το μισό της συνολικής εγκεφαλικής μάζας και αποτελείται από νευρικές ίνες που περιβάλλονται από ουσίες πλούσιες σε λιπίδια.
Η ίδια μελέτη διαπίστωσε ότι ο όγκος της λευκής ουσίας στις πρόσθιες και οπίσθιες περιοχές του εγκεφάλου ήταν περίπου 10% μικρότερος στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση σε σύγκριση με εκείνες πριν από την εμμηνόπαυση. Η διαφορά αυτή παρέμενε σημαντική ακόμη και όταν λήφθηκε υπόψη η φυσιολογική επίδραση της ηλικίας, γεγονός που ενισχύει την υπόθεση ότι ο εγκέφαλος καταναλώνει λιπίδια από τη λευκή ουσία για να καλύψει τις ενεργειακές του ανάγκες.
Τα ευρήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή η μείωση της λευκής ουσίας αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό της νόσου Αλτσχάιμερ. Σύμφωνα με τη ίδια, η εμμηνόπαυση ενδέχεται να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση της νόσου, συμβάλλοντας έτσι στο γεγονός ότι περίπου τα δύο τρίτα των περιστατικών Αλτσχάιμερ αφορούν γυναίκες. Επιπλέον, οι γυναίκες που εισέρχονται νωρίτερα στην εμμηνόπαυση φαίνεται να διατρέχουν ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της έγκαιρης παρακολούθησης και προστασίας της εγκεφαλικής υγείας κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο.
Με πληροφορίες από: newscientist.com , nature.com