Η εικόνα των τελευταίων δημοσκοπήσεων δεν δείχνει ανατροπή στην κορυφή. Δείχνει, όμως, κάτι πολιτικά πιο ενδιαφέρον: μια Νέα Δημοκρατία που παραμένει πρώτη, αλλά καλείται να δώσει τη μάχη της πρώτης Κυριακής σαν να είναι η μόνη. Και μια αντιπολίτευση που δεν ενοποιείται, αλλά ξαναμοιράζεται από την αρχή, με τον Αλέξη Τσίπρα, τη Μαρία Καρυστιανού και ενδεχομένως τον Αντώνη Σαμαρά να αλλάζουν τους συσχετισμούς, όχι ακόμη την πρωτιά.
Το πολιτικό σκηνικό μοιάζει σταθερό μόνο στην επιφάνεια. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να κινείται στην περιοχή του 30%, με τη μέτρηση της Pulse για τον ΣΚΑΪ να την καταγράφει στο 29,5% στην εκτίμηση ψήφου. Στην πρόθεση είναι 25,5%. Πίσω της, όμως, το τοπίο δεν θυμίζει πια την αντιπολίτευση όπως είχε διαμορφωθεί μετά τις τελευταίες εθνικές εκλογές. Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζεται δεύτερο με 15,5%, το ΠΑΣΟΚ υποχωρεί στην τρίτη θέση με 11,5%, ενώ η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής, στο 11%.
Με άλλα λόγια, η ΝΔ δεν χάνει προς το παρόν την πρώτη θέση. Χάνει, όμως, την άνεση ενός προβλέψιμου πολιτικού χάρτη.
Η αντιπολίτευση δεν αποκτά έναν ισχυρό αντίπαλο απέναντι στην κυβέρνηση. Αποκτά πολλούς, ανταγωνιστικούς μεταξύ τους, πόλους. Και αυτό, για το Μέγαρο Μαξίμου, είναι ταυτόχρονα πλεονέκτημα και προειδοποίηση. Πλεονέκτημα, επειδή κανείς από τους απέναντι δεν φαίνεται σήμερα ικανός να συμπυκνώσει μόνος του μια καθαρή εναλλακτική εξουσίας. Προειδοποίηση, επειδή το πολιτικό παιχνίδι γίνεται πιο απρόβλεπτο, με περισσότερες δεξαμενές δυσαρέσκειας, περισσότερες επιλογές διαμαρτυρίας και λιγότερες βεβαιότητες για τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων στην κάλπη.
Γι’ αυτό και η κυβέρνηση επενδύει πλέον στη στρατηγική της «μίας κάλπης». Το μήνυμα είναι σαφές: η πρώτη Κυριακή δεν είναι πρόβα, δεν είναι δημοσκόπηση με κάλπη, δεν είναι ευκαιρία για χαλαρή ψήφο. Είναι η κάλπη που θα κρίνει τον συσχετισμό και τη δυνατότητα σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης για την επομένη μέρα,της Ελλάδας.
Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αριθμητική απόσταση από τον δεύτερο. Είναι η ψυχολογία του δικού τους ακροατηρίου. Αν ένα κομμάτι παραδοσιακών ψηφοφόρων της ΝΔ θεωρήσει ότι «έτσι κι αλλιώς θα υπάρξει δεύτερη Κυριακή», τότε η πρώτη κάλπη μπορεί να μετατραπεί σε χώρο αποστολής μηνυμάτων: για την ακρίβεια, την καθημερινότητα, το στεγαστικό, τη φορολογία, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αγρότες, τους νέους που δεν νιώθουν ότι η ανάπτυξη περνάει από το δικό τους σπίτι.
Αυτός είναι ο πραγματικός φόβος του Μαξίμου. Όχι ότι η ΝΔ θα χάσει την πρωτιά. Αλλά ότι θα μπει στην κάλπη πρώτη, πλην όμως πολιτικά τραυματισμένη. Με ποσοστό χαμηλότερο από το όριο που χρειάζεται για να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος κορμός της επόμενης διακυβέρνησης. Με μικρότερη ορμή. Με λιγότερη δυνατότητα να υπαγορεύσει τους όρους της επόμενης ημέρας.
Η δημοσκοπική εικόνα, πάντως, δείχνει ότι οι μεγαλύτερες αναταράξεις βρίσκονται στην αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ δέχεται πλέον διπλή πίεση. Από τη μία, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται να ξανασυσπειρώνει σημαντικό τμήμα του παλιού ΣΥΡΙΖΑ και να καταλαμβάνει τον χώρο του δεύτερου πόλου. Από την άλλη, η Μαρία Καρυστιανού εισέρχεται στο πολιτικό πεδίο με φορτίο διαφορετικό από τα κλασικά κομματικά σχήματα: όχι ως ακόμη μία παραλλαγή της Κεντροαριστεράς, αλλά ως έκφραση κοινωνικής απαίτησης, θεσμικής οργής και αντισυστημικής ευαισθησίας.
Αυτή η διπλή πίεση είναι ίσως το πιο δύσκολο πρόβλημα για τη Χαριλάου Τρικούπη. Το ΠΑΣΟΚ δεν κινδυνεύει μόνο να χάσει τη δεύτερη θέση. Κινδυνεύει να χάσει τον ρόλο του κεντρικού συνομιλητή της αντιπολίτευσης. Να βρεθεί ανάμεσα σε έναν Τσίπρα που διεκδικεί την πολιτική μνήμη και τον μηχανισμό του προοδευτικού χώρου και σε μια Καρυστιανού που διεκδικεί το συναίσθημα, την ηθική διάσταση και το αντισυστημικό ρεύμα.
Το αποτέλεσμα είναι μια αντιπολίτευση που δεν μεγαλώνει αναγκαστικά ως σύνολο, αλλά αναδιανέμεται. Ψήφοι φεύγουν από παλιούς σχηματισμούς, μετακινούνται σε νέους, διασπώνται, δοκιμάζουν προσωρινές επιλογές. Η Ελληνική Λύση και η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζονται να πιέζονται, ενώ κόμματα στα όρια εισόδου στη Βουλή συντηρούν την εικόνα ενός πολυκομματικού και δύσκολα κυβερνήσιμου σκηνικού.
Σε αυτό το περιβάλλον, το πιθανό κόμμα Σαμαρά λειτουργεί ως ξεχωριστός πονοκέφαλος για τη ΝΔ. Όχι επειδή είναι βέβαιο ότι μπορεί να ανατρέψει τον συσχετισμό. Αλλά επειδή μπορεί να κόψει κρίσιμες μονάδες από τη δεξιά πλευρά της κυβερνητικής παράταξης, να ενισχύσει τη διάθεση διαμαρτυρίας σε ένα ακροατήριο που ήδη εμφανίζει σημάδια κόπωσης και να δυσκολέψει την επίτευξη ενός ποσοστού που θα επιτρέπει στη ΝΔ να μιλά για καθαρή εντολή.
Έτσι, το Μαξίμου βρίσκεται μπροστά σε μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία, θέλει να αναδείξει την εικόνα πολιτικής σταθερότητας. Από την άλλη, δεν μπορεί να υποτιμήσει τη φθορά επτά ετών διακυβέρνησης. Από τη μία, προβάλλει το δίλημμα «σταθερότητα ή περιπέτεια». Από την άλλη, γνωρίζει ότι για πολλούς ψηφοφόρους η σταθερότητα δεν αρκεί, αν δεν συνοδεύεται από βελτίωση στην καθημερινότητα.
Γι’ αυτό και το επόμενο διάστημα η κυβερνητική καμπάνια θα κινηθεί σε δύο επίπεδα. Πρώτον, στην ανάδειξη του διακυβεύματος: μία κάλπη, ισχυρή εντολή, αποφυγή ακυβερνησίας. Δεύτερον, στην επανασυσπείρωση κοινωνικών ομάδων που απομακρύνθηκαν στις ευρωεκλογές ή πέρασαν στη γκρίζα ζώνη των αναποφάσιστων. Νέοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, αγρότες, μικρομεσαία στρώματα και ψηφοφόροι που κινούνται δεξιότερα της ΝΔ μπαίνουν ξανά στο στόχαστρο της Πειραιώς.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν απαντάται μόνο με συνθήματα. Απαντάται με αξιοπιστία. Η ΝΔ μπορεί να πει «μία κάλπη», αλλά πρέπει να πείσει ότι αυτή η κάλπη αφορά πράγματι τη ζωή των πολιτών και όχι μόνο τη δική της κοινοβουλευτική αριθμητική. Μπορεί να μιλήσει για σταθερότητα, αλλά πρέπει να εξηγήσει τι σημαίνει σταθερότητα για τον μισθό, το νοίκι, τον λογαριασμό, τη φορολογική πίεση, την ασφάλεια, τη δημόσια υγεία.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση έχει το αντίστροφο πρόβλημα. Έχει πια περισσότερες φωνές, περισσότερα πρόσωπα, περισσότερες αφετηρίες. Δεν έχει, όμως, ενιαίο αφήγημα εξουσίας. Ο Τσίπρας διεκδικεί επιστροφή με νέα συσκευασία. Η Καρυστιανού εκφράζει μια διαφορετική, βαθύτερα κοινωνική διαμαρτυρία. Το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να μη συμπιεστεί ανάμεσα στους δύο. Τα μικρότερα κόμματα διεκδικούν χώρο σε ένα κατακερματισμένο τοπίο.
Η κάλπη, επομένως, δεν θα μετρήσει απλώς ποσοστά. Θα μετρήσει αν η ΝΔ μπορεί να μετατρέψει τη δημοσκοπική ανθεκτικότητα σε πολιτική κυριαρχία. Αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να παραμείνει κεντρικός παίκτης ή θα δει τον ρόλο του να περιορίζεται. Αν ο Τσίπρας μπορεί να γίνει πραγματικός δεύτερος πόλος και όχι απλώς προσωρινός υποδοχέας παλαιών ψηφοφόρων. Αν η Καρυστιανού μπορεί να μετατρέψει τη συναισθηματική δυναμική σε σταθερή πολιτική έκφραση. Και αν ένας πιθανός Σαμαράς μπορεί να αλλάξει τους όρους μέσα στη δεξιά πολυκατοικία.
Προς το παρόν, η ΝΔ παραμένει μπροστά. Αλλά το πολιτικό παιχνίδι δεν είναι πια μόνο ποιος προηγείται. Είναι ποιος μπορεί να κινητοποιήσει, ποιος μπορεί να συγκρατήσει, ποιος μπορεί να πείσει και ποιος μπορεί να αντέξει την πρώτη Κυριακή.
Γιατί σε μια περίοδο όπου η αντιπολίτευση ξαναμοιράζεται από την αρχή, η μεγαλύτερη πρόκληση για την κυβέρνηση δεν είναι να αποδείξει ότι δεν έχει αντίπαλο. Είναι να αποδείξει ότι έχει ακόμη λόγο να τη στηρίξουν όσοι κάποτε τη θεωρούσαν αυτονόητη επιλογή.