Η πρόθεση της κυβέρνησης να δημιουργήσει έναν ανεξάρτητο μηχανισμό κοστολόγησης των προτάσεων των πολιτικών κομμάτων κινείται, θεωρητικά τουλάχιστον, προς τη σωστή κατεύθυνση. Οι πολίτες έχουν κουραστεί να ακούν υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, παροχές χωρίς χρηματοδότηση και προγράμματα που καταρρέουν μόλις έρθει η ώρα της εφαρμογής τους. Η διαφάνεια και η δημοσιονομική υπευθυνότητα δεν μπορεί παρά να είναι ζητούμενα σε μια ώριμη δημοκρατία.
Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα.
Η κυβέρνηση έχει στα χέρια της όλα τα πραγματικά στοιχεία της οικονομίας. Γνωρίζει τα έσοδα, τις δαπάνες, τις αποκλίσεις, τα δημοσιονομικά περιθώρια και τις προβλέψεις. Διαθέτει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, την ΑΑΔΕ και ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό που της επιτρέπει να γνωρίζει τι πραγματικά αντέχει το δημόσιο ταμείο.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα. Δεν διοικούν τη χώρα, δεν έχουν πρόσβαση στα ίδια δεδομένα και αναγκαστικά διαμορφώνουν τις προτάσεις τους με βάση δημόσια διαθέσιμα στοιχεία και εκτιμήσεις. Δεν ξεκινούν, λοιπόν, από την ίδια αφετηρία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απαλλάσσονται από την υποχρέωση της σοβαρότητας. Κάθε άλλο. Εάν ένα κόμμα αρνείται να κοστολογήσει τις προτάσεις του ή δεν δέχεται να αξιολογηθούν από έναν πραγματικά ανεξάρτητο φορέα, τότε δικαιολογημένα θα τίθεται θέμα αξιοπιστίας. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν όχι μόνο τι υπόσχεται ένα κόμμα, αλλά και από πού θα βρεθούν τα χρήματα.
Υπάρχουν όμως δύο εύλογα ερωτήματα.
Πρώτον, γιατί ο έλεγχος να περιορίζεται μόνο σε δέκα προτάσεις; Ένα κυβερνητικό πρόγραμμα αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο. Εάν στόχος είναι η πλήρης ενημέρωση των πολιτών, τότε θα έπρεπε να αξιολογείται συνολικά και όχι αποσπασματικά, αφήνοντας εκτός ίσως τις πιο κοστοβόρες ή τις πιο δύσκολες δεσμεύσεις.
Και δεύτερον, το σημαντικότερο: θα δεχθεί και η ίδια η κυβέρνηση να περνούν από το ίδιο ακριβώς «ζύγι» οι δικές της εξαγγελίες; Γιατί και οι κυβερνήσεις υπόσχονται, ανακοινώνουν παροχές, φοροελαφρύνσεις και μέτρα, τα οποία πολλές φορές στην πορεία αναθεωρούνται όταν έρθει αντιμέτωπη η πολιτική με τη δημοσιονομική πραγματικότητα.
Εάν ο νέος θεσμός εφαρμοστεί με τους ίδιους κανόνες για όλους, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα για την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Αν όμως χρησιμοποιηθεί μόνο για να στριμώχνει την αντιπολίτευση, χωρίς να ελέγχει με την ίδια αυστηρότητα και την εκάστοτε κυβέρνηση, τότε η καλή ιδέα κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία της πριν ακόμη ξεκινήσει.