Κινδυνολογίας το ανάγνωσμα

Ένα Brexit δεν θα έφερνε την καταστροφή στη βρετανική οικονομία. Τα πρώτα δύο χρόνια θα φέρουν ύφεση όπως η πλειονότητα των οικονομολόγων έχουν αποφανθεί, ωστόσο αμέσως μετά θα αρχίσουν να διαφαίνονται οι θετικές συνέπειες της υποτίμησης της στερλίνας (περισσότερες εξαγωγές) όσο και των νέων εμπορικών σχέσεων. Σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία, η χώρα στην οποία εξάγονται τα περισσότερα αγαθά είναι η Γερμανία με ποσοστό κοντά στο 12%. Αυτό μέχρι το 2020 θα έχει ανατραπεί καθώς η Κίνα θα δέχεται περισσότερα βρετανικά αγαθά από ότι η Γερμανία.
|
Open Image Modal
altamira83 via Getty Images

Μόλις έξι ημέρες απομένουν για το δημοψήφισμα παραμονής ή μη της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι δημοσκοπήσεις όπως είναι λογικό δημοσιεύονται κατά δεκάδες κάθε εβδομάδα με πολλές να παρουσιάζουν αντικρουόμενα αποτελέσματα.

Τα ποσοστά ωστόσο, είτε γέρνουν προς την μια πλευρά είτε προς την άλλη, δε δίνουν καθαρό προβάδισμα σε μια καμπάνια, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Στην πραγματικότητα αν κοιτάξουμε την πρόσφατη προϊστορία των δημοσκοπήσεων στις εκλογές του 2015 η πρόβλεψη του αποτελέσματος ήταν δραματικά λανθασμένη. Αν και αποτελεί στοίχημα για πολλές δημοσκοπικές εταιρείες να μην εκπέσουν στο ίδιο λάθος, αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολο έργο η αξιολόγηση του 12-15% που δηλώνουν αναποφάσιστοι. Μπορεί το προβάδισμα να εναλλάσσεται ανάμεσα στις διάφορες δημοσκοπήσεις, ωστόσο το ποσοστό των αναποφάσιστων παραμένει σε σταθερά επίπεδα. Το σίγουρο είναι ότι μέχρι και την 23η Ιουνίου όλα θα είναι ρευστά, καθώς καμία εκστρατεία δεν έχει πείσει επαρκώς τους πολίτες με τα επιχειρήματα της.

Η κοινή πρακτική τόσο του στρατοπέδου του Remain όσο και εκείνου του Leave είναι να παρουσιάζουν τις επιπτώσεις που θα έχει η επικράτηση της αντίθετης άποψης. Με μία λέξη-κινδυνολογούν. Ο Βρετανός ψηφοφόρος από την μία πλευρά ακούει τις αρνητικές συνέπειες που θα έχει για το εισόδημα του το Brexit. Πώς αυτό θα επηρεάσει τις τιμές των αγαθών και πόσο αδύναμη εμπορικά και πολιτικά θα μείνει η Βρετανία απέναντι σε ένα συνασπισμό 27 χωρών. Στην αρχή της εβδομάδας ο Ντέιβιντ Κάμερον δήλωνε ότι το Brexit θα αναγκάσει την κυβέρνηση να προβεί σε περικοπές δαπανών. Ύστερα τη σκυτάλη πήρε ο Τζωρτζ Όσμπορν ο οποίος προειδοποιεί ότι έξοδος από την Ε.Ε. θα δημιουργήσει δημοσιονομικό έλλειμα της τάξης των £30δισ.

Όπως μετέδωσε το BBC, ο κ. Όσμπορν δήλωσε ότι ένα τέτοιο σενάριο θα αναγκάσει την κυβέρνηση να αυξήσει τον φόρο εισοδήματος και κληρονομιάς και πιθανώς να αναγκαστεί να περικόψει και τις δαπάνες που κατευθύνονται στο δημόσιο σύστημα υγείας (NHS). Φυσικά όλα αυτά παρουσιάζονται με ένα πολύ δραματικό τόνο και στοχεύουν κυρίως στον ώριμο ψηφοφόρο που είναι παραδοσιακά συντηρητικός και τον διακατέχει μία απέχθεια για την Ε.Ε.. Ωστόσο ο ιδεολογικός συμβιβασμός θα υπερτερήσει εφόσον τίθεται στο τραπέζι η προσωπική οικονομική επιδείνωση.

Οι πρακτικές του στρατοπέδου του Brexit δεν διαφέρουν ιδιαίτερα, απλώς βασίζονται σε άλλο προεκλογικό πυλώνα. Είναι άλλωστε ρητορικά αδύνατο να υποστηρίζεις από οικονομικής φύσεως ένα Brexit όταν 9 στους 10 οικονομολόγους προβλέπουν τουλάχιστον διετή ύφεση. Για αυτό το λόγο ο κ. Μπόρις Τζόνσον έχει θέσει ως στόχο να δαιμονοποιήσει την «κακιά» Ευρώπη. Την Ευρώπη που επιτρέπει ανεξέλεγκτα στους μετανάστες να έρχονται στην Βρετανία και να διεκδικούν θέσεις εργασίας. Την Ευρώπη που υποχρεώνει την Βρετανία να καταβάλει ως και 30 δισ. στερλίνες κάθε χρόνο για τη διάσωση των χωρών που βρίσκονται σε οικονομική δυσπραγία. Αν και αυτή η ρητορική θυμίζει κατά πολύ την αντίστοιχη προεκλογική ρητορική της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα καθότι έχει έντονα εθνικιστικά στοιχεία, έχει βρει ανταπόκριση σε ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων. Βέβαια ο βρετανικός σοβινισμός είναι ένα στοιχείο που έχει απομείνει στον Βρετανό πιθανώς από την νοσταλγία της Μεγάλης Βρετανίας των προϊστορικών χρόνων.

Είτε αναλύσουμε την μία είτε την άλλη άποψη και οι δύο εκστρατείες έχουν την τάση να μεγαλοποιούν σε δραματικούς τόνους τις επιπτώσεις της αντίπαλης εκστρατείας. Είναι φυσικά επιθυμητό να υπάρχει έντονος προεκλογικός διάλογος αρκεί αυτός να παραμένει πάντοτε σε γερές επιστημονικές και τεκμηριωμένες βάσεις. Ένα Brexit δεν θα έφερνε την καταστροφή στη βρετανική οικονομία. Τα πρώτα δύο χρόνια θα φέρουν ύφεση όπως η πλειονότητα των οικονομολόγων έχουν αποφανθεί, ωστόσο αμέσως μετά θα αρχίσουν να διαφαίνονται οι θετικές συνέπειες της υποτίμησης της στερλίνας (περισσότερες εξαγωγές) όσο και των νέων εμπορικών σχέσεων. Σύμφωνα με την εθνική στατιστική υπηρεσία, η χώρα στην οποία εξάγονται τα περισσότερα αγαθά είναι η Γερμανία με ποσοστό κοντά στο 12%. Αυτό μέχρι το 2020 θα έχει ανατραπεί καθώς η Κίνα θα δέχεται περισσότερα βρετανικά αγαθά από ότι η Γερμανία. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία περιορίζει αρκετά τις εμπορικές σχέσεις που θα ήθελε να έχει η Βρετανία με χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία. Αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος αυτών των δύο αγορών τότε σίγουρα θα υπάρξουν και θετικά οικονομικά αποτελέσματα, αν διευρυνθούν οι μεταξύ τους εμπορικές σχέσεις.

Αντίθετα η παραμονή στην Ε.Ε. δεν θα άλλαζε τόσο πολύ την καθημερινότητα των Βρετανών. Οι Ευρωπαίοι μετανάστες είναι απαραίτητοι για τη βρετανική οικονομία. Τόσο ο κλάδος των υπηρεσιών (τράπεζες, δικηγορικές-ναυτιλιακές εταιρίες) όσο και ο κλάδος της βιομηχανίας (π.χ. αυτοκινητοβιομηχανίες) δεν αρκούνται στην εγχώρια αγορά εργασίας λόγω των πολύ αυξημένων αναγκών τους. Επίσης, η απατηλή εντύπωση ότι η Βρετανία απλώς χαρίζει 30 δισ. στερλίνες στην Ε.Ε. δεν στέκει. Όπως έδειξε η πρόσφατη έρευνα της BMI Research, μέλος του ομίλου εταιριών της FitchGroup, ο πρώτος κλάδος που θα πληγεί μετά το Brexit είναι αυτός της γεωργίας. Οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις είναι απαραίτητες για την επιβίωση του αγροτικού κόσμου και η οικονομική συμμετοχή της Βρετανίας στην Ε.Ε. βασίζεται σε ανταποδοτική σχέση. Όσον αφορά τον NHS, αν ο κ. Τζόνσον νοιαζόταν πραγματικά θα γνώριζε ότι κατά συντριπτική πλειοψηφία οι γιατροί που το απαρτίζουν είναι μη βρετανικής καταγωγής και είναι κυρίως ευρωπαίοι.

Η Ε.Ε. έχει πληθώρα ατελειών που επιβάλλουν την άμεση προσοχή μας, ωστόσο η Βρετανία λαμβάνει πολλά περισσότερα από την Ε.Ε. σε σχέση με το κόστος του να είναι μέλος της.

Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της κάλπης της 23ης του Ιούνη, το βέβαιο είναι ότι δεν θα αλλάξουν πολλά από την επόμενη μέρα. Εάν η Βρετανία παραμείνει μέλος τη Ένωσης τότε ο Ντέιβιντ Κάμερον θα χρειαστεί να αναλάβει την ευθύνη πρώτα της επικύρωσης της διαπραγμάτευσης των όρων που έκανε τον Φλεβάρη και δεύτερον της «κάθαρσης» του Συντηρητικού κόμματος από όσους δεν δήλωσαν πίστη στη κυβέρνηση και επωμίστηκαν την ευκαιρία για λίγη δημοσιότητα. Εάν πάλι η Βρετανία αποχωρήσει από την Ένωση, πλην μιας πρόσκαιρης αναταραχής των αγορών και υποτίμηση της στερλίνας, η πολιτική και εμπορική επαναδιαπραγμάτευση θα διαρκέσει από δύο έως επτά έτη. Ίδωμεν...