Η ρήξη Ερντογάν - Γκιουλέν και η «νέα πολιτική» της Τουρκίας

Φαινομενικά, το προωθούμενο από τον Γκιουλέν πρότυπο αντιπροσωπεύει την εικόνα που επεδείκνυε και προωθούσε επί πολλά χρόνια η Τουρκία, ενός μουσουλμανισμού ανεκτικού, βασισμένου στην παιδεία. Στην πραγματικότητα, η παιδεία αποτελούσε και ένα μέσο προώθησης, με ήπια μέσα, του ισλαμισμού και των τουρκικών συμφερόντων, συμμορφωνόμενη, κατ' αρχήν, με την Δυτικού τύπου Δημοκρατία. Ο Γκιουλέν, χρησιμοποιώντας την οργανωτική του ικανότητα και χρήματα από επιχειρηματίες της αναδυόμενης Τουρκικής μεσαίας τάξης, κατόρθωσε να ιδρύσει στην Τουρκία και άλλες 140 χώρες περισσότερα από 2.000 σχολεία και μορφωτικά ιδρύματα, υψηλού, συνήθως, επιπέδου και παράλληλα να ελέγχει δημοφιλή Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στην Τουρκία.
|
Open Image Modal
Osman Orsal / Reuters

Η κόντρα Ερντογάν και Γκιουλέν δίνει τη δυνατότητα της ανάλυσης των δύο αυτών προσωπικοτήτων, που σημάδεψαν τα τελευταία 20 χρόνια της Τουρκικής πολιτικής ζωής, καθώς και μιας αυτοψίας στην νέα πολιτική κατάσταση που διαμορφώνεται στην Τουρκία.

Ο ιμάμης (μουσουλμάνος ιερωμένος) Fethullah Gulen (Γκιουλέν), 75 χρονών σήμερα, θεωρείται ότι επηρεάστηκε ιδεολογικά από την διδασκαλία του Nur, ο οποίος προσπάθησε να εκφράσει το Ισλάμ στην Τουρκία την εποχή του Κεμαλισμού, προωθώντας τη μη βίαιη επέκτασή του. Ο Γκιουλέν προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, ενσωματώνοντας περισσότερα στοιχεία εθνικισμού, κρατισμού και προσαρμογής στην ελεύθερη οικονομία. Αντίθετα απ' ότι πρεσβεύει η «κεμαλική» αντίληψη της «επιβολής της προόδου» από την πολιτική ηγεσία στον λαό, με παράλληλο περιορισμό της δύναμης της θρησκείας, ο Γκιουλέν πρόκρινε τον σημαντικό ρόλο του ισλάμ, προκειμένου να αποδεχθεί ο λαός τον εκμοντερνισμό του.

Φαινομενικά, το προωθούμενο από τον Γκιουλέν πρότυπο αντιπροσωπεύει την εικόνα που επεδείκνυε και προωθούσε επί πολλά χρόνια η Τουρκία, ενός μουσουλμανισμού ανεκτικού, βασισμένου στην παιδεία. Στην πραγματικότητα, η παιδεία αποτελούσε και ένα μέσο προώθησης, με ήπια μέσα, του ισλαμισμού και των τουρκικών συμφερόντων, συμμορφωνόμενη, κατ' αρχήν, με την Δυτικού τύπου Δημοκρατία.

Ο Γκιουλέν, χρησιμοποιώντας την οργανωτική του ικανότητα και χρήματα από επιχειρηματίες της αναδυόμενης Τουρκικής μεσαίας τάξης, κατόρθωσε να ιδρύσει στην Τουρκία και άλλες 140 χώρες περισσότερα από 2.000 σχολεία και μορφωτικά ιδρύματα, υψηλού, συνήθως, επιπέδου και παράλληλα να ελέγχει δημοφιλή Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας στην Τουρκία.

Ο Recep Tayyip Erdoğan (Ερντογάν), 62 χρονών σήμερα, ξεκίνησε από ημιεπαγγελματίας ποδοσφαιριστής, για να αναδειχθεί με το Ισλαμιστικό Κόμμα της Ευημερίας το 1994 σε Δήμαρχο Κωνσταντινούπολης, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1998. Στην συνέχεια, κατηγορήθηκε για θρησκευτική μισαλλοδοξία και φυλακίστηκε για 10 μήνες από το κεμαλικό καθεστώς. Το 2001 ίδρυσε το μετριοπαθές συντηρητικό κόμμα της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (ΑΚΡ), με το οποίο κέρδισε τις εκλογές το 2002. Τον Μάρτιο του 2003 ανέλαβε ως Πρωθυπουργός, μέχρι το 2014, που εκλέχτηκε Πρόεδρος. Προκειμένου να ενισχύσει τις αρμοδιότητές του, προωθεί αλλαγή του Συντάγματος, κάτι που προϋποθέτει ενισχυμένη πλειοψηφία στην Βουλή, οπότε το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογώνστην Τουρκία, είναι όλο και πιο πιθανό.

Από το 2002 έως το 2011, ο Γκιουλέν υποστήριξε την κυβέρνηση του ΑΚΡ, του οποίου οι ηγέτες, παρότι προέρχονταν από το πολιτικό Ισλάμ, παρουσιάζονταν ως «συντηρητικοί δημοκράτες». Το διάστημα αυτό, αξιοποιώντας τις οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του Κουρδικής καταγωγής Τουργούτ Οζάλ, την δεκαετία του '80, η Τουρκία κατάφερε να αναπτύξει σημαντικά την οικονομία της, όχι μόνο στα παράλια αλλά και στο εσωτερικό και ταυτόχρονα να απαλλαγεί από την κηδεμονία του στρατού. Σήμερα η Τουρκία ανήκει στις 20 ισχυρότερες οικονομίες και έχει πληθυσμό 80 εκατομμυρίων, εν πολλοίς νεανικό, που αυξάνεται κατά περισσότερο από 1 εκατομμύριο τον χρόνο.

Μετά το 2011, λόγω της ισλαμικής στροφής του Ερντογάν, η σχέση των δύο αντρών διαταράχθηκε. Η σύγκρουση οριστικοποιήθηκε στα τέλη του 2013, όταν οι δικαστικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα κατά στενών συνεργατών του Ερντογάν για διαφθορά, και συγκεκριμένα με την κατηγορία ότι, μαζί με τον Τουρκο-Ιρανό επιχειρηματία Zarrab (που σήμερα κρατείται στις ΗΠΑ), έσπαζαν το διεθνές εμπάργκο κατά του Ιράν, αγοράζοντας πετρέλαιο έναντι χρυσού. Η διερεύνηση της υπόθεσης τελικά διακόπηκε, με την αποπομπή των δικαστικών και αστυνομικών που ερευνούσαν την υπόθεση, ενώ στην συνέχεια ο Ερντογάν κατηγόρησε τον Γκιουλέν για σχηματισμό παράνομης τρομοκρατικής οργάνωση («FETO»). Μετά από αυτό, ο δρόμος δεν είχε γυρισμό για τον Ερντογάν, αφού η πτώση του θα σήμαινε απώλεια της περιουσίας του και ενδεχομένως φυλάκιση μελών της οικογενείας του που φέρονταν να έχουν αναμειχθεί σε αμφιλεγόμενες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες.

Για το πραξικόπημα της 15.07.2016, οι δύο πλευρές παρουσιάζουν αντικρουόμενες απόψεις: ο Ερντογάν ισχυρίζεται, χωρίς να προσκομίζει αποδείξεις, ότι ο Γκιουλέν οργάνωσε το πραξικόπημα, ενώ ο Γκιουλέν ανταπαντά ότι το πραξικόπημα ήταν «στημένο» από τον Ερντογάν.

Σε κάθε περίπτωση, το πραξικόπημα έδωσε την ευκαιρία στον Ερντογάν όχι απλά να επιδοθεί σε ένα κυνήγι μαγισσών, εναντίον προσώπων που είχαν συσχετιστεί, με οποιονδήποτε τρόπο, με τον Γκιουλέν, αλλά και να στραφεί εναντίον Κούρδων, αλεβιτών, συνδικαλιστών, αριστερών, ΜΜΕ και οποιασδήποτε φωνής αμφισβητούσε την παντοδυναμία του, ή εξέφραζε διαφορετική πολιτική άποψη. Πρόσφατα εξάλλου (πριν ακόμα την απόπειρα πραξικοπήματος), είχαμε αναφερθεί στα αντιδημοκρατικά μέτρα που λάμβανε ο Ερντογάν.

Ανάμεσα στα «περίεργα» που συμβαίνουν έκτοτε, σημειώνουμε:

  • Την βάρβαρη συμπεριφορά της Κυβέρνησης προς τους νεκρούς των κινηματιών, αφού απαγόρευσε την θρησκευτική τους ταφή. Αντίθετα, όσοι σκοτώθηκαν υπερασπιζόμενοι την κυβέρνηση, τιμήθηκαν ως μάρτυρες του Ισλάμ.
  • Τον ισχυρισμό ότι πραξικοπηματίες φταίνε για όλα τα κακά, όπως την δολοφονία του Ρώσου πιλότου μετά την κατάρριψη του ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους, την δολοφονία του Αρμένιου εκδότη Ζεντ, την μη πρόληψη των βομβιστικών επιθέσεων στην Τουρκία, κλπ.
  • Τις περισσότερες από 100.000 απολύσεις (ή θέσης σε αναστολή) δημοσίων λειτουργών, ενώ στους απολυμένους ή τα μέλη της οικογένειάς τους δεν επιτρέπεται να βρουν θέση εργασίας. Μεταξύ των απολυμένων περιλαμβάνονται περισσότεροι από 40.000 δάσκαλοι (κατηγορούμενοι ότι «συμμετείχαν σε στάση εργασίας» ή ότι «συμπαθούν το ΡΚΚ»), 2.500 πανεπιστημιακοί (περιλαμβανομένων και όσων υπέγραψαν έκκληση ειρήνευσης με τους Κούρδους, ακόμα κι αν στην συνέχεια απέσυραν την υπογραφή τους), 2.800 δικαστικοί, 3.000 αξιωματικοί, 8.000 αστυνομικοί, κλπ.
  • Σχεδόν όλες αυτές οι αποφάσεις ήταν εντελώς αυθαίρετες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις μοναδική ένδειξη ενοχής ήταν η χρήση της εφαρμογής κινητού «ByLock», που υποτίθεται ότι χρησιμοποιούνταν μόνο από τους οπαδούς του Γκιουλέν.

  • Την φυλάκιση 34,063 ανθρώπων με την κατηγορία συμμετοχής στο πραξικόπημα (στην πραγματικότητα πάνω από 50.000 κρατούνται), ενώ διώκονται περισσότεροι από 76.000, σύμφωνα με τον τελευταίο απολογισμό του Υπουργού Δικαιοσύνης Bozdağ.
  • Το κλείσιμο ή την αναγκαστική διαχείριση πάνω από 20 τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών Σταθμών και πολλών εφημερίδων, την φυλάκιση πάνω από 120 δημοσιογράφων, κλπ.
  • Την άσκηση διώξεων κατά πολλών επιχειρηματιών και την κατάσχεση από το δημόσιο 300 Εταιριών, αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.
  • Την αντικατάσταση 28 δημάρχων από πρόσωπα που όρισε η Κυβέρνηση, εκ των οποίων οι 24 κατηγορούνται για προπαγάνδα υπέρ του ΡΚΚ και με επιχειρήματα όπως ότι κάποιο δημοτικό όχημα συμμετείχε σε «ενέργειες εναντίον του κράτους».
  • Την επιλεκτική επίδειξη μεγαλοψυχίας του Ερντογάν, αφού αποσύρθηκαν οι κατηγορίες από όσους θα δικάζονταν για «προσβολή» του, αλλά και όσες αφορούσαν μέλη του Κοινοβουλίου (με εξαίρεση τους βουλευτές του φιλοκουρδικού HDP). Επίσης, προκειμένου να μπορούν οι φυλακές να φιλοξενήσουν τον μεγάλο αριθμό των συλληφθέντων, έδωσε χάρη σε πάνω από 38.000 ποινικούς κρατουμένους, ενώ χτίζονται 174 νέες φυλακές και η Διεθνής Αμνηστία καταγγέλλει την χρήση βασανιστηρίων.
  • Την απουσία, μεταξύ των κατηγορουμένων, υψηλά ιστάμενων πολιτικών προσώπων, κάτι που επισημάνθηκε από τα άλλα τρία κόμματα και προφανώς οφείλεται στο ότι ένα μεγάλο μέρος της ηγεσίας του κυβερνητικού κόμματος ΑΚΡ, είχε υποστηριχθεί στο παρελθόν από τους Γκιουλενιστές.
  • Την αναζήτηση πληροφοριοδοτών και συνεργατών, αφού όσοι θεωρούν ότι αδικήθηκαν, δεν μπορούν να προσφύγουν στα Δικαστήρια, αλλά θα πρέπει να προσέλθουν στον τοπικό Κυβερνήτη και να τον πείσουν για την αθωότητά τους.

Στην Τουρκία σήμερα επικρατεί θλίψη, οργή και κυρίως φόβος. Πρωτοφανείς καταστάσεις, που η «πολιτισμένη Δύση» δεν τολμά να καταγγείλει γιατί (θεωρούν ότι) έχουν ανάγκη τον νέο ηγέτη. Τα πρότυπα της νέας ηγεσίας αποτελούν πλέον έναν συνδυασμό ισλαμισμού, εθνικισμού και τυφλής υπακοής στον «αρχηγό», ένα μείγμα εξαιρετικά επικίνδυνο για όλη την περιοχή.