Μαζί μιλάμε και χώρια καταλαβαινόμαστε

Πέραν των μειονεκτημάτων της, η έλλειψη κοινώς αποδεκτών ορισμών έχει ένα σημαντικό «πλεονέκτημα». Απαλλάσσει από την ευθύνη. Η εκάστοτε ηγεσία μπορεί να ερμηνεύσει κατά το δοκούν τις δεσμεύσεις που εμπεριέχονται στο πρόγραμμα της και άρα, επί της ουσίας, να απεκδυθεί της ευθύνης εφαρμογής του. Από την άλλη, ο πολίτης απεκδύεται της ευθύνης επιλογής της ηγεσίας του αφού η γενικότερη ασάφεια του αφήνει περιθώριο να δηλώσει «εξαπατημένος» σε περίπτωση που η επιλογή αποδειχθεί λάθος εκ του αποτελέσματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η απουσία ορισμών καθιστά την ασάφεια κυρίαρχο παράγοντα στη σχέση της κοινωνίας με την πολιτεία.
|
Open Image Modal
sooc

Συστατικό στοιχείο μιας οργανωμένης κοινωνίας και βασικός παράγοντας συνοχής της είναι η κοινή αντίληψη των εννοιών που καθορίζουν την καθημερινότητα και το μέλλον της. Είναι δηλαδή μια συμφωνία των μελών της ώστε όταν χρησιμοποιείται μια έννοια να αντιλαμβάνονται όλοι το ίδιο πράγμα. Είναι η ύπαρξη κοινώς αποδεκτών ορισμών. Αυτό, θα ισχυριστεί κάποιος, είναι αυτονόητο. Όπως όμως έχουν δείξει τα τελευταία χρόνια, η σχέση της χώρας μας με το αυτονόητο είναι κάθε άλλο παρά στενή. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να καταδείξει την απουσία κοινώς αποδεκτών ορισμών και νοημάτων στη σχέση του πολίτη με την οργανωμένη πολιτεία και την ηγεσία της και πώς αυτή επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων και την επίλυση προβλημάτων.

Η απουσία αυτή έχεις τρεις βασικές επιπτώσεις. Καταρχάς, καθιστά δύσκολη τη συνεννόηση και δυσχεραίνει την επίλυση προβλημάτων. Όταν χρησιμοποιούνται οι ίδιες λέξεις για να περιγράψουν διαφορετικά νοήματα, η συμφωνία και η συνεννόηση είναι αδύνατη. Ακόμη και αν επιτευχθεί θα είναι εκ των πραγμάτων προσχηματική. Κλασικό παράδειγμα, ο όρος μεταρρύθμιση. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτικών δυνάμεων αναγνωρίζουν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων για την ανόρθωση της χώρας. Η πλειοψηφία της κοινωνίας επίσης αποδέχεται αυτή την ανάγκη. Πόσοι όμως κατανοούν την έννοια μεταρρύθμιση με τον ίδιο τρόπο; Αλλιώς την κατανοεί η εκάστοτε κυβέρνηση, αλλιώς την ορίζει η αντιπολίτευση και με διαφορετικό τρόπο οι διάφορες κοινωνικές ομάδες. Και εφόσον δεν την κατανοούν με τον ίδιο τρόπο, πως είναι δυνατόν να υπάρξει συνεννόηση στο σχεδιασμό και την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων; Σε μία χώρα που βρίσκεται σε βαθιά και πολύπλευρη κρίση με προβλήματα που απαιτούν τη συνεργασία πολιτείας και κοινωνίας για την επίλυση τους, η απουσία κοινώς αποδεκτών ορισμών δυσχεραίνει τη συνεννόηση και άρα παρατείνει τα προβλήματα.

Ένα δεύτερο επακόλουθο είναι η δημιουργία σύγχυσης στην κοινωνία και η ενίσχυση του αισθήματος αποξένωσης της από την πολιτεία και την ηγεσία της. Είναι αδύνατον για παράδειγμα, ένας φοιτητής που, ενώ πρέπει να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένεια του, καταφέρνει να είναι άριστος και να διαπρέπει στις σπουδές του να αντιλαμβάνεται την έννοια της «αριστείας» με τον ίδιο τρόπο που την αντιλαμβάνεται ένας υπουργός που την αποκαλεί ρετσινιά. Η λογική επιτάσσει ότι οι δυο τους αναφέρονται σε διαφορετικά πράγματα. Η απουσία κοινού ορισμού όμως αναπόφευκτα εντείνει την αποξένωση του πρώτου από το δεύτερο. Όταν το φαινόμενο γενικεύεται, εντείνεται η αποξένωση της κοινωνίας συνολικά από την ηγεσία της.

Η σημαντικότερη όμως επίπτωση της απουσίας ορισμών συνδέεται με την επιλογή και την αξιολόγηση της πολιτικής ηγεσίας από την κοινωνία. Η κοινωνία σχεδόν πάντα καλείται να επιλέξει επί πολιτικών προγραμμάτων που περιέχουν έννοιες ασαφώς ορισμένες. Πολλές φορές σχεδιάζεται ένα «δίκαιο φορολογικό σύστημα στο οποίο θα συνεισφέρουν περισσότερο οι έχοντες». Πώς ορίζεται το «δίκαιο»; Τι εννοούμε με τον όρο «έχοντες»; Άλλοτε πάλι, σχεδιάζεται μια «ευέλικτη δημόσια διοίκηση που θα στηρίζει την επιχειρηματικότητα». Τι θα πει «ευέλικτη»; Τι είδους «επιχειρηματικότητα» εννοούμε;

Κατά περίεργο τρόπο, οι έννοιες αυτές σπανίως ξεκαθαρίζονται, παραμένουν ασαφώς ορισμένες. Ενίοτε η ασάφεια είναι τόσο εκτεταμένη που αν υπήρχε ευρετήριο όρων για κάθε ασαφή έννοια στα πολιτικά προγράμματα, μάλλον θα δέσμευε περισσότερες σελίδες από αυτό καθαυτό το πρόγραμμα. Παρόλα αυτά, ο πολίτης καλείται να αποφασίσει, να επιλέξει και στη συνέχεια να αξιολογήσει σε αυτό το πλαίσιο εκτεταμένης απουσίας ορισμών. Είναι αδύνατον να επιλέξει σωστά. Για την ακρίβεια, θα έπρεπε να είναι σχεδόν αδύνατον να επιλέξει γενικά. Και όμως το κάνει. Παράλληλα, η εκάστοτε πολιτική ηγεσία που έχει και τον κύριο λόγο στο να ξεκαθαρίσει τις έννοιες που επικαλείται, το αποφεύγει συστηματικά. Γιατί;

Πολλές φορές σχεδιάζεται ένα «δίκαιο φορολογικό σύστημα στο οποίο θα συνεισφέρουν περισσότερο οι έχοντες». Πώς ορίζεται το «δίκαιο»; Τι εννοούμε με τον όρο «έχοντες»;

Πέραν των μειονεκτημάτων της, η έλλειψη κοινώς αποδεκτών ορισμών έχει ένα σημαντικό «πλεονέκτημα». Απαλλάσσει από την ευθύνη. Η εκάστοτε ηγεσία μπορεί να ερμηνεύσει κατά το δοκούν τις δεσμεύσεις που εμπεριέχονται στο πρόγραμμα της και άρα, επί της ουσίας, να απεκδυθεί της ευθύνης εφαρμογής του. Από την άλλη, ο πολίτης απεκδύεται της ευθύνης επιλογής της ηγεσίας του αφού η γενικότερη ασάφεια του αφήνει περιθώριο να δηλώσει «εξαπατημένος» σε περίπτωση που η επιλογή αποδειχθεί λάθος εκ του αποτελέσματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η απουσία ορισμών καθιστά την ασάφεια κυρίαρχο παράγοντα στη σχέση της κοινωνίας με την πολιτεία. Έχουμε δε εξοικειωθεί τόσο με την ασάφεια που, αφού της προσθέσαμε τον επιθετικό προσδιορισμό «δημιουργική» ώστε να παραπέμπει σε υπαρκτή έννοια της διπλωματίας, την αναγάγαμε σε εθνική στρατηγική διαπραγμάτευσης, με τα γνωστά σε όλους αποτελέσματα.

Κάποιοι ίσως ισχυριστούν ότι η απουσία κοινώς αποδεκτών ορισμών είναι κάτι αναπόφευκτο. Ότι δεν υπάρχει μόνο μία αλήθεια και ότι η ερμηνεία των εννοιών είναι κάτι υποκειμενικό. Με απλά λόγια, ότι το ποτήρι μπορεί να είναι είτε μισοάδειο, είτε μισογεμάτο ανάλογα με το ποιος το παρατηρεί. Αυτό ίσως πράγματι να ισχύει για ορισμένες έννοιες και σε επίπεδο εξατομικευμένο. Μία οργανωμένη κοινωνία όμως θα πρέπει να μπορεί να ορίζει πότε το ποτήρι είναι μέχρι τη μέση. Και έπειτα ας υπάρχουν άπειρες απόψεις για το πώς θα γεμίσει. Θα πρέπει δηλαδή να μπορεί να βρίσκει τον τρόπο μέσα από ειλικρινή διάλογο να καταλήγει σε κοινώς αποδεκτούς ορισμούς, τουλάχιστον για τις κομβικές έννοιες που επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητα και το μέλλον της. Και με βάση αυτούς, να προχωρά στην επίλυση των προβλημάτων. Για την ακρίβεια, δε νοείται κοινωνία χωρίς αυτό το χαρακτηριστικό. Για να επιτυγχάνεται όμως αυτό απαιτούνται δύο βασικές προϋποθέσεις. Να πιστέψουμε στη δύναμη του διαλόγου όσο ο Σωκράτης και να αγαπήσουμε την ευθύνη όσο ο Καζαντζάκης.

Ας ελπίσουμε πως το 2017 θα γίνουν από όλους μας βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Στο μεταξύ, ας ευχηθούμε, το νέο έτος, να φέρει την ευτυχία σε όλους. Και ας την ορίζει ο καθένας μας διαφορετικά. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις που η απουσία κοινώς αποδεκτού ορισμού δε βλάπτει...