«Λυπάμαι που τόσοι αθώοι έπρεπε να πεθάνουν» λέει ο νεαρός που «πυροδότησε» τον πόλεμο στη Συρία

«Λυπάμαι που τόσοι αθώοι έπρεπε να πεθάνουν» λέει ο νεαρός που «πυροδότησε» τον πόλεμο στη Συρία
|
Open Image Modal
A picture taken during a sandstorm shows destruction in the once rebel-held Karm al-Jabal neighbourhood in the northern city of Aleppo on March 10, 2017. / AFP PHOTO / JOSEPH EID (Photo credit should read JOSEPH EID/AFP/Getty Images)
JOSEPH EID via Getty Images

Όταν ο Μουαβίγια Σιασνέχ – σε ηλικία 14 χρονών- και φίλοι του έγραψαν με σπρέι στον τοίχο του σχολείου τους στη Ντεράα της Συρίας τον Φεβρουάριο του 2011 «σειρά σου, γιατρέ» (αναφορά στον πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ) δεν περίμεναν τι θα ακολουθούσε.

Λίγο μετά, η μουχαμπαράτ (η μυστική αστυνομία) έφτανε στα σπίτια τους. Μετά τη σύλληψή τους, οι πολίτες της Ντεράα άρχισαν διαδηλώσεις, απαιτώντας την απελευθέρωσή τους, η οποία έλαβε χώρα 26 ημέρες μετά, με τους ίδιους να φέρουν μελανιές και άλλα σημάδια κακοποίησης στα χέρια των αρχών. Αυτό προκάλεσε ακόμα περισσότερο τους διαδηλωτές, και οι διαδηλώσεις έγιναν βίαιες, με την αστυνομία να απαντά με σφαίρες και δακρυγόνα. Στις 15 Μαρτίου πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα, σε μια «ημέρα οργής» που μετέτρεψε ένα μικρό αντικυβερνητικό κίνημα σε γενικευμένη εξέγερση και μετέπειτα σε εμφύλιο πόλεμο που διαρκεί μέχρι σήμερα, έξι χρόνια μετά.

Σε τηλεφωνική συνέντευξή του στην Telegraph, ο πλέον 20χρονος Σιασνέχ λέει πως «είδαμε τις εξεγέρσεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο και μας ενθάρρυνε να εξαπλώσουμε το μήνυμα...αλλά ήταν περισσότερο μια πλάκα, ποτέ δεν φανταστήκαμε πως θα γινόταν εξέγερση στη Συρία». Ο ίδιος είχε μεγαλώσει σε μια συντηρητική σουνιτική οικογένεια- και τόσο αυτός, όσο και οι γονείς του, θυμούνταν πάντα την αλαουϊτική οικογένεια Άσαντ στην εξουσία.

«Ήμασταν γεμάτοι οργή. Δεν αντέχαμε άλλο την καταπίεση και τα βασανιστήρια» λέει. Μιλώντας για τις ημέρες της κράτησής του αναφέρει πως «με έδειραν με καλώδια, μου έριχναν παγωμένο νερό και μου έκαναν ηλεκτροσόκ. Με κρέμασαν από τους καρπούς στην οροφή του κελιού και με άφησαν εκεί για μία ημέρα μέχρι που ομολόγησα και τους έδωσα τα ονόματα των άλλων αγοριών. Ήταν πολύ σκληρό, ήμουν μόνο ένα παιδί. Δεν ήμουν σίγουρος αν θα έβγαινα από τη φυλακή ζωντανός».

Μετά την απελευθέρωσή του ακολούθησε τους διαδηλωτές, που τον θεωρούσαν ήρωα. Εντάχθηκε μετά σε αντικαθεστωτικές πολιτικές ομάδες- ωστόσο ο πατέρας του σκοτώθηκε το καλοκαίρι του 2013. Ο Σιασνέχ στη συνέχεια, σε ηλικία 16 ετών έπιασε για πρώτη φορά όπλο, αποφάσισε να ενταχθεί στον αντικαθεστωτικό «Ελεύθερο Συριακό Στρατό» και στα 17 του σκότωσε τον πρώτο κυβερνητικό στρατιώτη. «Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα πυροβολούσα οποιονδήποτε, αλλά (ο πατέρας μου) ήταν όλη η ζωή μου και ήθελα να πολεμήσω για αυτόν. Δεν με ενδιέφερε αν γινόμουν μάρτυρας πολεμώντας το καθεστώς, επειδή τότε τουλάχιστον θα συναντούσα τον πατέρα μου». Λίγο καιρό μετά τραυματίστηκε στο πόδι από σφαίρα, τραύμα που του άφησε δυσκολία στο περπάτημα. Η Ντεράα σήμερα έχει χάσει σχεδόν τον μισό πληθυσμό της.

«Οι περισσότεροι συμμαθητές μου έχουν φυλακιστεί ή σκοτωθεί από τους τραμπούκους του Άσαντ» λέει, προσθέτοντας ωστόσο πως απεχθάνεται αυτούς που επέλεξαν να φύγουν μια περίοδο που η χώρα τους τους χρειαζόταν περισσότερο. Ο ίδιος παρέμεινε στη Ντεράα, με τη χήρα μητέρα του και τα τρία αδέλφια του. Από τους άλλους τέσσερις που έγραψαν στον τοίχο εκείνη την ημέρα, ένας σκοτώθηκε, δύο έφυγαν από τη Συρία και ένας επίσης έμεινε στη Ντεράα.

Ερωτηθείς για το αν θα επέλεγε να κάνει το ίδιο, εάν του δινόταν η επιλογή, λέει ότι «αν ήξερα αυτά που ξέρω τώρα, δεν νομίζω ότι θα το έκανα...δεν περίμενα ότι θα είχε πολύ μεγάλες επιπτώσεις. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα σκοτωνόταν ο πατέρας μου, ή οι πατεράδες χιλιάδων άλλων αγοριών. Λυπάμαι που τόσοι πολλοί αθώοι έπρεπε να πεθάνουν».

Ωστόσο, σε άλλες στιγμές της συνέντευξης φαίνεται να έχει άλλη άποψη: «Χωρίς επανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος. Το μονοπάτι δεν είναι πάντα εύκολο, αλλά ινσαλάχ (με τη βοήθεια του Θεού) θα είναι καλύτερα για τα παιδιά μας».