Γιώργος Πλειός: «Τα ΜΜΕ έγιναν "υπηρέτες" των εξουσιών την περίοδο της κρίσης»

Γιώργος Πλειός: «Την περίοδο της κρίσης τα μέσα ενημέρωσης έγιναν "υπηρέτες" των εξουσιών»
|
Open Image Modal
Sooc

Μεγάλη δυσπιστία των Ελλήνων πολιτών παρατηρείται για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στη χώρα μας και κυρίως για την τηλεόραση, σύμφωνα με την τελευταία μέτρηση της έρευνας κοινής γνώμης υπό την αιγίδα της ΕΕ, Ευρωβαρόμετρο, η οποία δημοσιεύτηκε την προηγούμενη εβδομάδα.

Συγκεκριμένα, για την τηλεόραση, στο ελληνικό κοινό εκφράζεται 80% δυσπιστία, (το υψηλότερο αρνητικό ποσοστό της έρευνας, έναντι των Ευρωπαίων με 47%), για τον γραπτό Τύπο (ΕΛ.65% υψηλότερο αρνητικό ποσοστό της έρευνας ΕΥΡ.50%) και το ραδιόφωνο (ΕΛ. 61%, 2ο υψηλότερο ποσοστό μετά της Τουρκίας 66%, ΕΥΡ. 36%). Πιο θετικά διακείμενοι φαίνεται να είναι οι Έλληνες ερωτηθέντες για το διαδίκτυο, καθώς τείνουν να το εμπιστεύονται περισσότερο από τον μέσο όρο των Ευρωπαίων (ΕΛ.43% ΕΥΡ.35%) και για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εκφράζεται δυσπιστία (ΕΛ. 51% ΕΥΡ.55%).

Το Αθηναϊκό Πρακτορείο ζήτησε τη γνώμη επί του θέματος του καθηγητή του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργου Πλειού, ο οποίος είναι και μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την ελευθερία του Τύπου και τα ΜΜΕ.

Σύμφωνα με το τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, οι Έλληνες συμπολίτες μας εκφράζουν, στο μεγαλύτερο ποσοστό (80%), δυσπιστία απέναντι στην τηλεόραση. Θεωρείται δικαιολογημένο το ποσοστό, και ποιοι, κατά την γνώμη σας, είναι οι παράγοντες που έχουν απαξιώσει τόσο την τηλεόραση στα μάτια του κοινού;

Η εκτεταμένη δυσπιστία των Ελλήνων προς τα ΜΜΕ και ιδιαίτερα προς την τηλεόραση δεν είναι κάτι καινούριο, γι' αυτό και δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν τα ευρήματα της έρευνας του Ευρωβαρόμετρου.

Η δυσπιστία των Ελλήνων προς τα ΜΜΕ ήταν υπαρκτή και πριν την κρίση, ωστόσο κορυφώθηκε κατά την περίοδο της κρίσης. Ενδεικτικά, το 2003 το 50,9% των Ελλήνων δεν εμπιστευόταν την τηλεόραση, το 2011 το ποσοστό αυτό φτάνει στο 77%, το 2013 ανήλθε σε ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό 84%, και σύμφωνα με τα νέα στοιχεία είναι κάπως μειωμένη, στο 80%, παρά ταύτα είναι ποσοστά σχεδόν διπλάσια από αυτά που συναντάμε την Ευρώπη. Παρόμοια τάση αλλά σε πιο χαμηλά επίπεδα παρατηρούνται και στα υπόλοιπα μέσα. Η δυσπιστία προς τον Τύπο κατά το 2003 ήταν στο 48,1%, κατά το 2011 αυξάνεται σε 70%, ενώ κατά το 2013 φτάνει στο 74%. Με τα φετινά στοιχεία εμφανίζεται κάπως μειωμένη, καθώς βρίσκεται στο 65%, αλλά κυμαίνεται σε πολύ υψηλά επίπεδα (περίπου 2/3 των Ελλήνων) και πάντως πολύ υψηλότερα από τα αντίστοιχα στην Ευρώπη. Σε ότι αφορά το ραδιόφωνο, κατά το 2003 η δυσπιστία του κοινού βρισκόταν στο 41,1%, κατά το 2011 ανήλθε σε 61%, κατά το 2013 αυξήθηκε ακόμα περισσότερο σε 65% και σύμφωνα με τα νέα στοιχεία είναι ελαφρώς μειωμένη, πάλι στο 61%.

Επομένως παρατηρείται μια μικρή αποκλιμάκωση της δυσπιστίας των Ελλήνων προς τα ΜΜΕ, η οποία τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης και ιδίως στην αρχή της κορύφωσης, το 2011 είχε φτάσει σε μεγαλύτερα επίπεδα, ωστόσο έχει σταθεροποιηθεί σε πολύ υψηλά ποσοστά, σχεδόν διπλάσια από την Ευρώπη.

Αντίθετα, η εμπιστοσύνη του κοινού αυξάνεται στο διαδίκτυο σταθερά, όπως και τα προηγούμενα χρόνια, συνεπώς πρόκειται για μια σταθερή τάση και όχι για κάτι συγκυριακό. Συγκεκριμένα, το 2006 η δυσπιστία του κοινού στο διαδίκτυο ήταν 61%, το 2011 μειώθηκε σε 46% το 2013 και σύμφωνα με τα φετινά δεδομένα είναι ακόμα μικρότερη στο 43%. Συνοπτικά, η εμπιστοσύνη προς τα παραδοσιακά μέσα σταθεροποιείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ενώ προς το διαδίκτυο τείνει να αυξάνεται.

Η γενικότερη δυσπιστία προς τα ΜΜΕ έχει έντονο ελληνικό "χρώμα". Πείτε μου, κατά την γνώμη σας, τους λόγους γι΄ αυτό το γεγονός.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία και σε άλλες χώρες (λ.χ. την Τουρκία) επίσης εμφανίζεται αυξημένη δυσπιστία προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ωστόσο η Ελλάδα αναδεικνύεται σε πρωταθλητή αυτού του φαινομένου. Οι λόγοι γι' αυτό είναι πολλοί.

Κατ' αρχήν ιδεολογικο-πολιτικοί, πριν απ' όλα η ευθύνη ανήκει στα ίδια τα κυρίαρχα παραδοσιακά ΜΜΕ, που κατά τα χρόνια της κρίσης ταυτίστηκαν με τις οικονομικές και πολιτικές ελίτ αναφορικά με τα αίτια και την αντιμετώπιση της κρίσης. Αντί να εκπροσωπούν τους πολίτες, από τους οποίους εντέλει χρηματοδοτούνται με τη μια ή την άλλη μορφή, για να ελέγχουν την πολιτική, την οικονομική κ.ά. εξουσίες έκαναν ακριβώς το αντίθετο. Έγιναν «υπηρέτες» αυτών των εξουσιών, προκειμένου να επιβάλουν στους πολίτες τη βούληση των εξουσιών σχετικά με το χειρισμό της κρίσης. Τα κυρίαρχα παραδοσιακά ΜΜΕ έγιναν πιο μνημονιακά και από τα κόμματα που εφάρμοσαν μνημονιακές πολιτικές. Εν μέρει, κάτι ανάλογο παρατηρείται και με τα παραδοσιακά ΜΜΕ που είναι φιλικά προς τη σημερινή κυβέρνηση.

Σημαντικό ρόλο για την καλλιέργεια αυτής της δυσπιστίας έπαιξε, ακόμα, η κριτική προς τη διαπλοκή την οποία άσκησαν πολιτικά στελέχη και κόμματα εδώ και μια τριακονταετία (λ.χ. ο Κ. Μητσοτάκης, ο Κ. Καραμανλής, ο σημερινός πρωθυπουργός και πολλοί άλλοι), δημοσιογράφοι, αλλά και κοινωνικοί επιστήμονες με παρουσία στο δημόσιο λόγο.

Δεν θα πρέπει ακόμα να ξεχνάμε τη στροφή του κοινού, για πλείστους λόγους προς το διαδίκτυο. Έτσι αυτή η στροφή βρίσκει μια από τις δικαιολογίες της και στη έλλειψη εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ασχέτως για ποιους πραγματικά λόγους γίνεται

Ωστόσο υπάρχουν και άλλοι, ακόμα πιο σημαντικοί, λόγοι για την «ελληνική δυσπιστία» προς τα παραδοσιακά ΜΜΕ, γεγονός που φαίνεται στα υψηλά ποσοστά της και πριν την κρίση, κατά την «κωστοπούλεια» περίοδο αυτών των ΜΜΕ. Οι λόγοι αυτοί είναι πολιτιστικοί. Δηλαδή μεγάλα ποσοστά Ελλήνων φαίνεται να είναι δύσπιστα προς τους θεσμούς της σύγχρονης κοινωνίας. Το παρατηρούμε λ.χ. στην έλλειψη εμπιστοσύνης, λ.χ. προς το σχολείο, το πανεπιστήμιο, και άλλους θεσμούς κι αυτό σε αντίθεση από τα πραγματικά στοιχεία . Η επί δεκαετίες οικονομική καχεξία, την οποία επέτεινε η αδιέξοδος κρίση, η οικογενειοκρατική οργάνωση της κοινωνίας σε πλείστους τομείς, τους οποίους αναζωπύρωσε η κρίση ως μηχανισμό αλληλεγγύης, η θεσμική αγκύλωση (και με τη συνδρομή των τριών εξουσιών), αλλά και οι φιλότιμες προσπάθειες της κρατικής ιδεολογίας που, επί δεκαετίες, καλλιεργείται μέσα από το σχολείο, τα ΜΜΕ, το στρατό, την εκκλησία κ.ά. έχουν σταθεροποιήσει προγονόπληκτες, παραδοσιόπληκτες, ρατσιστικές, αντιλήψεις και πρακτικές, που είναι το καλύτερο καύσιμο, με το οποίο τρέφεται η δυσπιστία προς τους θεσμούς της σύγχρονης κοινωνίας και ταυτόχρονα η εμπιστοσύνη σε θεσμούς πιο παραδοσιακούς όπως ο στρατός, η εκκλησία κ.λπ., γεγονός που έχουν καταγράψει πλείστες κοινωνικές έρευνες εδώ και πάνω από μια δεκαετία. Συνεπώς, πρέπει να ξέρουν τα θιγόμενα ΜΜΕ πως όταν καλλιεργούν τέτοιες προγονόληκτες, μεταφυσικές και φοβικές για τη σύγχρονη κοινωνία αντιλήψεις, στην ουσία πυροβολούν τα πόδια τους. Το απαύγασμα τέτοιων πρακτικών είναι οι δημοσιογράφοι, για λίγα ψίχουλα τηλεθέασης, να φιλοξενούν στη συζήτηση για το προσφυγικό ιερωμένους, που το μόνο που έχουν να πουν, ψευδώς, είναι πως όλοι οι μουσουλμάνοι είναι τζιχαντιστές. Συνεπώς γιατί διαμαρτύρονται μετά αυτοί οι δημοσιογράφοι ή ιδιοκτήτες ΜΜΕ για την πτώση ποσοστών θεαματικότητας και εμπιστοσύνης, τα οποία φαίνεται να συμβαδίζουν;

Ωστόσο, συνεχίζοντας από την πρώτη ερώτηση, οι Έλληνες εμφανίζονται πιο θετικά διακείμενοι για το διαδίκτυο και την ενημέρωσή τους από αυτό. Στο ίδιο κλίμα και η ερώτηση, δικαιολογημένη η επιλογή; Πιστεύετε και εσείς την τάση που λέει ότι σε λίγο διάστημα, το διαδίκτυο θα κατακτήσει μεγαλύτερους τομείς, όσον αφορά ενημέρωση αλλά και ψυχαγωγία;

Η αύξηση της εμπιστοσύνης προς το διαδίκτυο δεν παρατηρείται μόνο επειδή το χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο (πχ σε σχετική έρευνα το 2015, βρέθηκε ότι 70% των Ελλήνων έχουν χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο), αλλά και επειδή είναι γνωστό ότι στο διαδίκτυο οι απόψεις είναι υποκειμενικές, ο καθένας εκφράζει τη δική του οπτική, γεγονός που αναιρεί το ερώτημα περί αξιοπιστίας. Για να γίνει κατανοητό, θα το πω πιο απλουστευμένα, αν και όχι με ακρίβεια: δεν είναι αξιόπιστη ή αναξιόπιστη η άποψη κάποιου στο διαδίκτυο, απλώς είναι η άποψή του. Και μην ξεχνάμε ότι το κοινό έχει μια ροπή προς την λεγόμενη πολιτική, πολιτιστική κ.λπ. «ομοφυλία», δηλαδή να εκτίθεται σε απόψεις που συμφωνούν με τις δικές του.

Τα προηγούμενα, πρέπει να τα δούμε και υπό το φως μιας άλλης εξέλιξης. Όπως κατέγραψε δική μας έρευνα, η κρίση συνετέλεσε ώστε να μειώσουν οι Έλληνες την εκτός οικίας διασκέδαση, γεγονός που είχε ως συνέπεια την αύξηση της χρήσης του διαδικτύου, όπως και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Τα στοιχεία για την αύξηση το αριθμού των χρηστών αυτών των μέσων και ιδιαίτερα του Facebook (σχεδόν 6,5 εκατομμύρια λογαριασμοί στην Ελλάδα σήμερα) και του Twitter (500 χιλιάδες λογαριασμοί) στα χρόνια της κρίσης είναι συντριπτικά. Ο ίδιο έγινε και σε μια άλλη χώρα που βιώνει έντονη κρίση, την Πορτογαλία.

Είναι θέμα απλά τεχνολογικής εξέλιξης η ραγδαία άνοδος του διαδικτύου ή οι ειδήσεις πλασάρονται λάθος πια από την τηλεόραση, ή ακόμα και να το παραδεχθούμε… δεν λέγονται και αλήθειες που καυτηριάζουν πια πρόσωπα, πολιτικές και γεγονότα, από τα ιδιωτικά-κυρίως- ΜΜΕ;

Ναι, από τη μια πλευρά είναι θέμα τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά όχι μόνο. Το διαδίκτυο βοηθά να αναπτύξουμε οικονομικές δραστηριότητες (λ.χ. διαφήμιση ή πωλήσεις) από απόσταση, εκτεταμένη ενημέρωση, εκπαίδευση, ιατρικές υπηρεσίες, βοηθά τις κοινωνικές επαφές, ικανοποιεί το ναρκισσισμό και πολλά άλλα. Σημαντικό ρόλο παίζει ότι βοηθά τις επικοινωνίες του ατόμου και των οργανισμών σε έναν πολύπλοκο, παγκοσμιοποιημένο, εξατομικευμένο και δυναμικά μεταβαλλόμενο κόσμο. Ωστόσο ο καταλυτικός παράγοντας είναι κάτι άλλο. Είναι η πολιτική των περικοπών, η νεοφιλελεύθερη πολιτική και πιο πρόσφατα η κρίση. Φαίνεται πως η κρίση και η νεοφιλελεύθερη πολιτική κάνουν καλό στο διαδίκτυο και κακό στα παραδοσιακά ΜΜΕ. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Φαίνεται πως και το διαδίκτυο κάνει καλό στην κρίση και την πολιτική των περικοπών, καθώς δίνει στους χρήστες υποκατάστατα προϊόντων (μουσική, ταινίες, μόρφωση, πληροφορίες υγείας κ.ά.) για τα οποία θα χρειάζονταν περισσότερα χρήματα, τα οποία οι περικοπές τους στερούν. Συνεπώς αυτή η υποκατάσταση της πολιτιστικής και όχι μόνο κατανάλωσης μέσω του διαδικτύου είναι σύμμαχος των περικοπών μισθών και κοινωνικού κράτους και εν τέλει του νεοφιλελευθερισμού.

Σε ότι αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, έχω να πω «όχι». Επισημαίνω πως μιλάμε για τα επαγγελματικά, κυρίαρχα, δημοσιογραφικά ΜΜΕ. Δεν ασκούν τη δέουσα κριτική στις εξουσίες, κυρίως τις υπηρετούν. Κάποια ψήγματα αμφισβήτησης δεν συνιστούν αυτή την κριτική που οφείλουν να ασκούν αλλά κυρίως να παρέχουν πληροφορίες στους πολίτες που πληρώνουν αυτά τα ΜΜΕ. Δεν έχουν τόσο ειδήσεις όσο επικρατεί ο σχολιασμός, δεν έχουν έρευνα και παραβιάζουν σημαντικά άρθρα του κώδικα δεοντολογίας και σε σημαντικό βαθμό, όπως έδειξε πρόσφατη έρευνα του Εργαστηρίου Κοινωνικής Έρευνας στα ΜΜΕ του Τμήματος ΕΜΜΕ του ΕΚΠΑ, την οποία την έχουμε ήδη παρουσιάσει στα ΜΜΕ. Εκτός αυτών, υπάρχει ανεπάρκεια διεθνών ειδήσεων, της ματιάς στον κόσμο - δηλαδή παρατηρείται μεγάλη εσωστρέφεια, κάτι στο οποίο υπερέχει το διαδίκτυο.

(Mε πληροφορίες από ΑΠΕ - ΜΠΕ)