Ψηφιακή διπλωματία: Τα εργαλεία της σε ένα νέο ιστορικό τοπίο

Η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει τη δική της ψηφιακή στρατηγική με έμφαση στις δικές της ανάγκες και συγκριτικά πλεονεκτήματα.
|
Open Image Modal
.
pixabay

Τον Δεκέμβριο του 2020, οι Υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, κ.κ. Δένδιας και Τσαβούσογλου, αντάλλαξαν στο τουίτερ ευχές για την επερχόμενη χρονιά. Όλοι περίμεναν μια τυπική διπλωματική διαδικασία. Ωστόσο ο Έλληνας Υπουργός άλλαξε τον τόνο:

«Ευχαριστώ αγαπητέ μου φίλε Μεβλούτ. Εφόσον ανταλλάσσουμε ευχές και συμβουλές, είθε το 2021 να είναι το έτος που η Τουρκία θα κάνει τα εξής: 

  1. Θα σταματήσει τις απειλές για πόλεμο κατά της Ελλάδας στην περίπτωση που ασκήσουμε τα νόμιμα δικαιώματά μας. Ζούμε, άλλωστε, στον 21ο αιώνα.

  2. Θα φιλοδοξεί να γίνει πιο ευρωπαϊκή και λιγότερο νέο-οθωμανική. Αυτό θα είναι προς το καλύτερο συμφέρον του τουρκικού λαού.

  3. Θα απέχει από προκλήσεις και παράνομες δραστηριότητες».

H ανάρτηση προκάλεσε αίσθηση και αναλύθηκε και στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Έχουμε εισέλθει σε μια νέα ιστορική φάση, όπου η δημόσια διπλωματία διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό στον ψηφιακό κόσμο, με περιεχόμενο και βάθος που συχνά ξεπερνούν τα λοιπά μέσα. Όλα τα διπλωματικά εργαλεία ξεδιπλώνονται πλέον στις οθόνες των υπολογιστών μας με ολοένα μεγαλύτερη ένταση και συχνότητα: καρότα και μαστίγια, κολακείες, κομπασμοί, αυτοδιαφημίσεις, προειδοποιήσεις, απειλές, εκβιασμοί.

Την ψηφιακή διπλωματία θα μπορούσαμε να την εξετάσουμε με βάση τα μέσα και την στρατηγική της.

Τα μέσα: διπλωματικές ιστοσελίδες, πλατφόρμες δικτύωσης και ειδησεογραφία

Όσον αφορά τα μέσα, αρχίζουμε φυσικά με τις επίσημες ιστοσελίδες των διπλωματικών παραγόντων. Πρόκειται για στατικά εργαλεία, αλλά φυσικά απαραίτητα για υπεύθυνη ενημέρωση μέσα από τις επίσημες ανακοινώσεις τους. Οι διπλωματικές ιστοσελίδες είναι συνήθως βαρετές, ενίοτε δύσχρηστες, και για αυτό συνήθως χρειάζονται βελτίωση.  

Οι λογαριασμοί στα κοινωνικά μέσα, και ιδιαίτερα στο Facebook και στο Twitter, έχουν φυσικά μεγαλύτερο ενδιαφέρον και δυναμική. Εκεί ξεδιπλώνεται πραγματικά η διπλωματική ικανότητα του κάθε παίκτη. Στο Twitter, ο χρήστης θα πρέπει να περάσει ένα εύληπτο μήνυμα μέσα σε 280 χαρακτήρες. Στο Facebook, όπου δεν υπάρχει όριο χαρακτήρων, θα πρέπει να βρει την ιδανική ισορροπία ανάμεσα στην έκταση και το περιεχόμενο του μηνύματος.

Και στα δύο μέσα, η επίπτωση είναι άμεση και μετρήσιμη: καταγράφονται οι θεάσεις, τα likes, η αναπαραγωγή από άλλους λογαριασμούς, η έκταση των σχολίων. Ο διπλωματικός οργανισμός μπορεί να πληρώσει την πλατφόρμα για ισχυρότερη προώθηση σε στοχευμένο κοινό (για παράδειγμα: 100 ευρώ για προώθηση ανάρτησης σε κοινό συγκεκριμένης τοποθεσίας, ηλικίας ή και φύλου).

Εύλογο, λοιπόν, ότι για την αποτελεσματική διαχείριση αυτών των λογαριασμών χρειάζονται σοβαρά χρηματικά ποσά, όπως και έμπειροι ειδικοί πλήρους απασχόλησης. Το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα με πολύ ενεργή προώθηση των θέσεων του κράτους σε Facebook, Twitter και Instagram μέσα από πληθώρα λογαριασμών πολλών διαφορετικών υπηρεσιών.

Τέλος, ένα ακόμα μέσο συνιστά η έξυπνη χρήση ιστοσελίδων και λογαριασμών των γνωστών ΜΜΕ. Μια συνέντευξη ενός Υπουργού, πρέσβη ή ακαδημαϊκού θα μπορούσε να «παίξει» εκεί, και στη συνέχεια να προβληθεί από τις επίσημες διπλωματικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, συνέντευξη ή άρθρο ενός πρέσβη στους New York Times ή στη Deutsche Welle θα μπορούσε να διαδοθεί με μεγαλύτερη επιτυχία, χάρη στην αίγλη και αναπαραγωγή των λογαριασμών αυτών των μέσων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Οι στρατηγικές των ευρωπαϊκών κρατών και μια πρόταση για την Ελλάδα

Η διπλωματία του διαδικτύου πρέπει να γίνει εύληπτη από εκατομμύρια ενδιαφερόμενους. Δεν περιορίζεται πλέον, όπως προ διαδικτύου, σε επιστολές ή ανακοινωθέντα που μεταφέρουν κωδικοποιημένα μηνύματα από τη μία διπλωματική ελίτ στην άλλη. Αντιθέτως, έχει να κάνει περισσότερο με μαζική επικοινωνία και ψυχολογία. Η εικόνα, η γραφιστική, το χιούμορ και η φαντασία παίζουν πλέον ισχυρότατο ρόλο. 

Για παράδειγμα, τον Σεπτέμβριο του 2021 η οργή των Γάλλων για την παράκαμψή τους από το αυστραλιανό πρόγραμμα των υποβρυχίων, απέκτησε πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο επειδή διοχετεύτηκε με τον σωστό τόνο στα κοινωνικά δίκτυα. Χρησιμοποίησαν τόσο τις δικές τους επίσημες σελίδες, όσο -πολύ πιο αποδοτικά- τις σελίδες των φιλικών ΜΜΕ, καλλιτεχνών μέχρι και ενεργών πολιτών. Μάζεψαν εκατοντάδες χιλιάδες likes και σχόλια επιδοκιμασίας. Δημιούργησαν ένα ανατροφοδοτούμενο δίκτυο συμπόρευσης από φίλους και ομοϊδεάτες. Ως αποτέλεσμα, δημιουργήθηκε στους ευρωπαϊκούς λογαριασμούς κοινωνικής δικτύωσης ένα κλίμα αποδοκιμασίας της συμμαχίας ΗΠΑ-Αυστραλίας-Ην. Βασιλείου και συμπαράστασης στη Γαλλία. 

Σε έναν κόσμο που συνδέεται με οικονομικά συμφέροντα και μη κυβερνητικούς παράγοντες, το κράτος έχει μικρότερη επιρροή στις εξελίξεις σε σχέση με πριν από είκοσι, πενήντα ή εκατό χρόνια. Ο κόσμος της διπλωματίας οφείλει να προσανατολιστεί στην κατεύθυνση αυτής της διακρατικής πραγματικότητας. Όσον αφορά τα ψηφιακά εργαλεία, τα κράτη, και ιδιαιτέρως τα μικρά, μπορούν να αποκτήσουν επιρροή σχεδιάζοντας και ανακοινώνοντας τα συμφέροντά τους απευθείας στο διεθνές κοινό μέσα από ένα συμπαγές σχέδιο. 

Η ελβετική κυβέρνηση έχει ήδη χαράξει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για τα έτη 2021-2024, τη «Στρατηγική Εξωτερικής Πολιτικής». Έμφαση δίδεται στην εξέλιξη της ψηφιακής διακυβέρνησης, στη διαφάνεια και βιώσιμη ανάπτυξη, στη διαδικτυακή ασφάλεια αλλά και στην ψηφιακή αυτοδιάθεση.

Η Δανία έχει χαράξει αντίστοιχη στρατηγική  με έμφαση στο πλαίσιο συνεργασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, στη διαφύλαξη και ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στην προώθηση ανάπτυξης ανάλογων τεχνολογιών.

Τέλος, η Γαλλία χάραξε μια παρόμοια στρατηγική, η οποία πέραν των προηγουμένων στοιχείων εστιάζει και στην καταγραφή ψηφιακών οικονομικών δραστηριοτήτων. 

Εδώ θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ως παράδειγμα την Ελλάδα, όχι μόνο ως επίσημο κράτος αλλά και ως ψηφιακός λαός και κοινωνία. Θα μπορούσαμε να αυτοπροβληθούμε σε όλον τον κόσμο για τον πολιτισμό, τον τουρισμό ή την κουζίνα μας. Σε ακόμα πιο προωθημένο επίπεδο, θα μπορούσε να λανσαριστεί η χώρα μας ως κόμβος καινοτομίας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – αλλά αυτό θα προϋπέθετε πρώτα μια πιο ουσιαστική δουλειά στην πραγματική παραγωγή.

Σε μια τέτοια προσπάθεια, η Ελλάδα θα πρέπει να επιστρατεύσει όλον τον μηχανισμό που κινείται στο ψηφιακό πεδίο: υπουργεία, πρεσβείες, ινστιτούτα, πανεπιστήμια, αλλά και καλλιτέχνες, αθλητές και επιστήμονες με διείσδυση σε διεθνές κοινό.

Όπως, λοιπόν, έχουν ήδη πράξει αρκετοί εταίροι μας στην Ευρώπη, η Ελλάδα πρέπει να αναπτύξει τη δική της ψηφιακή στρατηγική με έμφαση στις δικές της ανάγκες και συγκριτικά πλεονεκτήματα.

***

Οι απόψεις των αρθρογράφων είναι αποκλειστικά δικές τους και σε καμία περίπτωση δεν εκφράζουν τους οργανισμούς όπου εργάζονται.