Η Ευρώπη σε περιδίνηση

Τα προβλήματα είναι πιθανόν να μετατρέπουν σε αδιέξοδα, αν μετουσιωθεί σε ψήφους το κλίμα ενίσχυσης της ακροδεξιάς.
Open Image Modal
via Associated Press

Το μέλλον υπάρχει ήδη, στο παρόν, καθώς γεννιέται από αυτό. Κοιτάζοντας, συνεπώς, τη χρονιά που φεύγει, μπορούμε να έχουμε μια καλή εικόνα του τι έπεται το 2024.

Η ΕΕ γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής και άτολμη.

Είναι ανησυχητικές οι επιπτώσεις της απόφασης του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Καρλσρούης στην οικονομία της ΕΕ συνολικά, καθώς οι περικοπές του προϋπολογισμού, που θα αποφασιστούν στο Βερολίνο, θα έχουν αναγκαστικά αντίκτυπο την υπόλοιπη ήπειρο.

Οι Γερμανοί είναι πια προσηλωμένοι στα εσωτερικά πολιτικά ζητήματά τους. Είναι πιθανό κύριες προτεραιότητες της ΕΕ, όπως η πράσινη μετάβαση και η στρατηγική αυτονομία, να πληρώσουν το τίμημα των προβλημάτων της κυβέρνησης του Σόλτς. Η Γερμανία δεν αποδέχεται ότι οφείλει να αντιμετωπίσει τα οικονομικά της προβλήματα μέσω εσωτερικών μεταρρυθμίσεων και όχι βασιζόμενη σε εξωτερικούς παράγοντες.

Επίσης, είναι αμφίβολο αν θα προχωρήσουν οι σχεδιαζόμενες αλλαγές στους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, όσον αφορά τη μεταρρύθμιση που θα προσφέρει στις χώρες-μέλη εξατομικευμένες πορείες μείωσης του χρέους και κίνητρα για επενδύσεις.

Η Γαλλία συμφώνησε να επαναφέρει τους αυτόματους κανόνες για τη μείωση του χρέους και του ελλείμματος, αλλά η Γερμανία επιδιώκει κάθε χώρα, σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, να μην έχει κανένα περιθώριο ευελιξίας, ακόμα κι αν επενδύει στην άμυνα ή την πράσινη μετάβαση, θέση που αποτελεί κόκκινη γραμμή για το Παρίσι.

Ακόμα, η πρόσφατη ηρεμία στις αγορές ομολόγων των πιο υπερχρεωμένων χωρών της ευρωζώνης θα μπορούσε γρήγορα να μετατραπεί σε αναταραχή το 2024, εάν οι επενδυτές -οι οποίοι αμφιβάλλουν για τη βιωσιμότητα του χρέους και τα υψηλά επιτόκια- τρομάξουν από άκαμπτους δημοσιονομικούς κανόνες. H δημοσιονομική κρίση της Γερμανίας θα σημάνει αυστηρότερη δημοσιονομική πολιτική, η οποία θα αυξήσει την πίεση στα λιγότερο εύπορα μέλη της ΕΕ για αυστηρότερο έλεγχο των οικονομικών τους.

Και μέσα σε όλα αυτά έχουμε και τη σχέση με την Κίνα. Η ΕΕ έχει αρθρώσει μια στρατηγική απομάκρυνσης από την Κίνα, μειώνοντας την εξάρτησή της σε κρίσιμους τομείς και προμήθειες, καθώς και μετριάζοντας τη δυνατότητα του Πεκίνο να αποκτήσει προηγμένες τεχνολογίες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς.

Οι ηγέτες της ΕΕ θέλουν να σταματήσει το Πεκίνο τις κινεζικές εταιρείες, οι οποίες βοηθούν τη Ρωσία να εισάγει, δια της τεθλασμένης, ευρωπαϊκά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας κατασκευασμένα στην Ευρώπη. Επιθυμούν, επίσης, η Κίνα να αρχίσει να αντιμετωπίζει το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα, το οποίο η ΕΕ πιστεύει ότι διογκώνεται τεχνητά από τους πολυάριθμους κινεζικούς περιορισμούς στις εισαγωγές και τις επιδοτήσεις στις βασικές εξαγωγές της.

Παρά ταύτα, σε μια εποχή που οι Ευρωπαίοι επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα, ποτέ δεν είχαν συνδεθεί τόσο με αυτήν. Η σύνδεση είναι πρώτα και κύρια μια γερμανική ιστορία.

Οι εμπορικές σχέσεις είναι επίσης ισχυρές μεταξύ της Κίνας και της Κεντρικής Ευρώπης. Έχοντας επίγνωση αυτών των εξαρτήσεων, η ΕΕ τάσσεται υπέρ του μετριασμού των κινδύνων, χωρίς όμως την τεχνολογική αποσύνδεση που έχουν ξεκινήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι Ευρωπαίοι θα προσπαθήσουν να κάνουν τις κινεζικές αρχές να κατανοήσουν ότι η πολιτική τους για την οικονομική ασφάλεια δεν είναι επιθετικός προστατευτισμός.

Επίσης, η ΕΕ βρίσκεται σε σταυροδρόμι μετά τις πρόσφατες αποτυχίες στις συνομιλίες με την Αυστραλία και τα νοτιοαμερικανικά κράτη της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Ουρουγουάη και Παραγουάη). Η ΕΕ χρειάζεται να αποφασίσει αν θα εμβαθύνει τις παγκόσμιες σχέσεις της, αποστασιοποιούμενη από την Κίνα, ή θα επιμείνει στην επιδίωξη της ”τέλειας” συμφωνίας, διακινδυνεύοντας την απομόνωση.

 

Ανησυχητικό, επιπλέον, είναι ότι τα έργα για το κλίμα βουλιάζουν, εξαιτίας του υψηλού κόστους δανεισμού, θέτοντας σε κίνδυνο τη διεθνή προσπάθεια να αποτραπεί η βλάβη από την άνοδο της θερμοκρασίας. Πολλά από τα κράτη που συμμετείχαν στη σύνοδο κορυφής για το κλίμα στο Ντουμπάι έχουν θέσει ως στόχο τον τριπλασιασμό της παγκόσμιας χωρητικότητας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας.

Αλλά η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού έχει θέσει σε κίνδυνο αυτό το στόχο. Τα επιτόκια ήταν βασικός λόγος για την ακύρωση μεγάλων υπεράκτιων αιολικών έργων τους τελευταίους μήνες, στις ΗΠΑ, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Υπάρχει σαφές χάσμα μεταξύ των παγκόσμιων κλιματικών αναγκών και της προθυμίας του ιδιωτικού τομέα να χρηματοδοτήσει.

Ο Μακρόν θεωρεί ότι τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα πρέπει να έχουν χαμηλότερα επιτόκια από τα εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα, τα οποία εξακολουθούν να κατασκευάζονται με ρυθμό ασύμβατο προς τις κλιματικές μεταβολές.

Στις επικείμενες ευρωεκλογές τα προβλήματα που περιέγραψα είναι πιθανόν να μετατρέπουν σε αδιέξοδα, αν μετουσιωθεί σε ψήφους το κλίμα ενίσχυσης της ακροδεξιάς.