Ισχυρό ελληνικό αποτύπωμα φέρει το ενεργειακό σκέλος του 21ου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Η Αθήνα εξασφάλισε περιορισμένη δωδεκάμηνη εξαίρεση για τη μεταφορά ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς τρίτες χώρες, ενώ το ανώτατο όριο τιμής στο ρωσικό αργό παραμένει στα 44,10 δολάρια το βαρέλι για έναν ακόμη χρόνο – εξέλιξη που επιβεβαιώνει την επιχειρηματολογία την οποία η Ελλάδα πρόβαλλε από τον Φεβρουάριο υπέρ της διατήρησης του μηχανισμού του πλαφόν.
Η εξαίρεση στο LNG δεν είναι ούτε γενική ούτε μόνιμη. Καλύπτει αποκλειστικά συμβάσεις που είχαν υπογραφεί πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, στις 24 Φεβρουαρίου 2022, ενώ οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν θα μπορούν να μεταφέρουν μεγαλύτερες ποσότητες από εκείνες που διακίνησαν το 2025 – χρονιά κατά την οποία, σύμφωνα με την Κομισιόν, οι συγκεκριμένες μεταφορές είχαν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδά τους.
Κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν προβλέπεται αυτόματη ανανέωση. Μετά την παρέλευση ενός έτους, η διατήρηση της εξαίρεσης θα απαιτήσει νέα ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου, γεγονός που σημαίνει ότι οποιοδήποτε κράτος-μέλος θα μπορεί να εμποδίσει την παράτασή της. Η διαπραγμάτευση, συνεπώς, δεν κλείνει, αλλά μετατίθεται ουσιαστικά για το επόμενο έτος.
Οι επιχειρήσεις που θα κάνουν χρήση της εξαίρεσης θα υποχρεούνται να παρέχουν τακτικά στοιχεία για τα φορτία, τις διαδρομές, τους προορισμούς και τις τιμές, τα οποία θα αξιοποιηθούν κατά την επανεξέταση του μέτρου.
Γιατί έγινε δεκτό το ελληνικό επιχείρημα
Η εξαίρεση μπορεί τυπικά να χρησιμοποιηθεί από κάθε ευρωπαϊκή εταιρεία που πληροί τις προϋποθέσεις, αποτελεί όμως άμεση απάντηση στις ενστάσεις της Αθήνας για τις επιπτώσεις μιας πλήρους απαγόρευσης μεταφοράς ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες.
Ανώτερος αξιωματούχος της Κομισιόν αναγνώρισε ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος το μέτρο να πλήξει περισσότερο τις ευρωπαϊκές εταιρείες παρά τη Ρωσία, χωρίς να περιορίσει ουσιαστικά τις ρωσικές εξαγωγές. Η συγκεκριμένη αγορά εξυπηρετείται από περιορισμένο αριθμό εξειδικευμένων πλοίων, κατάλληλων για ακραίες χειμερινές συνθήκες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με δυνατότητες παγοθραυστικού.
Πολλά από τα πλοία αυτά ανήκουν σε ευρωπαϊκούς φορείς, έχουν όμως αποκτηθεί μέσω μακροχρόνιων χρηματοδοτικών σχημάτων με κινεζικούς επενδυτικούς ομίλους, οι οποίοι συμμετέχουν και στο μετοχικό κεφάλαιο. Εάν οι εταιρείες έχαναν τα έσοδα από τις μεταφορές και αδυνατούσαν να εξυπηρετήσουν τις υποχρεώσεις τους, υπήρχε πραγματικός κίνδυνος τα πλοία να περάσουν στους Κινέζους χρηματοδότες και να συνεχίσουν να μεταφέρουν τα ίδια ρωσικά φορτία εκτός ευρωπαϊκού ελέγχου.
Κατά τον αξιωματούχο, η ΕΕ κινδύνευε έτσι να επιβάλει μια απαγόρευση χωρίς ουσιαστική επίδραση στις ρωσικές ροές, παραδίδοντας παράλληλα τη δραστηριότητα σε μη ευρωπαϊκούς φορείς. Η Κομισιόν παραδέχθηκε ότι η εξαίρεση δεν ήταν η λύση που θα επέλεγε υπό ιδανικές συνθήκες, υποστήριξε όμως ότι οι περιορισμοί στις συμβάσεις και στις ποσότητες διατηρούν μέρος της πίεσης στη ρωσική αγορά LNG.
Τι χάνει η ελληνική ναυτιλία
Απαντώντας ειδικά για εταιρεία ελληνικών συμφερόντων που δραστηριοποιείται στη συγκεκριμένη αγορά, ο αξιωματούχος ξεκαθάρισε ότι η εξαίρεση δεν σημαίνει συνέχιση της δραστηριότητας χωρίς απώλειες.
Η εταιρεία δεν θα μπορεί πλέον να εξυπηρετεί την αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα χάσει σημαντικό μέρος της συγκεκριμένης εμπορικής της δραστηριότητας. Θα μπορεί να συνεχίσει μόνο τις μεταφορές προς τρίτες χώρες που καλύπτονται από συμβάσεις υπογεγραμμένες πριν από τις 24 Φεβρουαρίου 2022 και μόνο έως τις ποσότητες που είχε διακινήσει το 2025.
Παραμένουν επίσης σε ισχύ οι απαγορεύσεις μεταφόρτωσης ρωσικού LNG σε ευρωπαϊκούς λιμένες, χρήσης τερματικών σταθμών και παροχής συναφών υπηρεσιών, ενώ οι περιορισμοί επεκτείνονται και σε φορείς τρίτων χωρών που ελέγχονται από ρωσικές εταιρείες. Η απαγόρευση εισαγωγής ρωσικού LNG στην ενωσιακή αγορά για τα μακροχρόνια συμβόλαια τίθεται πλήρως σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2027. Η εξαίρεση αφορά επομένως αποκλειστικά φορτία που παραλαμβάνονται εκτός ΕΕ και παραδίδονται απευθείας σε τρίτες χώρες.
Κατά την Κομισιόν, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση η κερδοφορία της Ρωσίας θα περιοριστεί, καθώς τα φορτία θα ακολουθούν μεγαλύτερες και ακριβότερες διαδρομές, χωρίς τη δυνατότητα χρήσης ευρωπαϊκών υποδομών. Το πακέτο εισάγει παράλληλα υποχρέωση γνωστοποίησης, για τους πρώτους τρεις μήνες, κάθε πώλησης πλοίου μεταφοράς LNG, με το Συμβούλιο να μπορεί στη συνέχεια να προχωρήσει σε πλήρη απαγόρευση πώλησης τέτοιων πλοίων στη Ρωσία.
Το πλαφόν και η θέση που πρόβαλλε η Αθήνα
Το πλαφόν στο ρωσικό αργό υπολογίζεται βάσει της μέσης τιμής του ρωσικού αργού Urals κατά τις προηγούμενες 22 εβδομάδες, μειωμένης κατά 15%. Η άνοδος των διεθνών τιμών μετά τον πόλεμο στο Ιράν θα οδηγούσε σε αύξησή του από τα 44,10 δολάρια περίπου στα 58,5 δολάρια το βαρέλι. Η Κομισιόν είχε εισηγηθεί την αναστολή της αναπροσαρμογής για έξι μήνες, αλλά το Συμβούλιο προχώρησε παραπέρα, παγώνοντας τον μηχανισμό για δώδεκα μήνες, έως τον Ιούλιο του 2027.
Το πάγωμα αναμένεται να αποτρέψει πρόσθετα ρωσικά έσοδα περίπου 3,5 δισ. ευρώ κατά το επόμενο δωδεκάμηνο – κέρδη που θα μπορούσε να αποκομίσει η Μόσχα εάν το πλαφόν αυξανόταν και όχι μείωση των σημερινών της εσόδων. Ο υπολογισμός στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η Ρωσία εξάγει περίπου 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, εκ των οποίων το 20% –περίπου 700.000 βαρέλια– μεταφέρεται από ευρωπαϊκούς φορείς, με μέση τιμή μοντελοποίησης τα 60 δολάρια. Με την τιμή των Urals στα 65,3 δολάρια, τα φορτία με ευρωπαϊκή συμμετοχή θα πρέπει να πωλούνται περισσότερο από 20 δολάρια χαμηλότερα από την αγορά.
Χωριστά, οι αξιωματούχοι σημείωσαν ότι το μερίδιο του ρωσικού αργού που μεταφέρεται από ευρωπαϊκές εταιρείες παραμένει διαχρονικά σταθερό, κοντά στο 25%, λόγω των μακροχρόνιων συμβάσεων και της αξιοπιστίας των ευρωπαϊκών ναυτιλιακών και ασφαλιστικών εταιρειών έναντι του πιο επισφαλούς «σκιώδους στόλου» – στοιχείο που, κατά την Επιτροπή, εξηγεί γιατί ο μηχανισμός εξακολουθεί να αποδίδει.
Κατά την Κομισιόν, το πλαφόν είχε ήδη συμβάλει στη μείωση των ρωσικών πετρελαϊκών εσόδων κατά 30% από το 2022 έως το τέλος του 2025, με πρόσθετη μείωση 20% το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η άνοδος των διεθνών τιμών ανέτρεψε προσωρινά την εικόνα, αποφέροντας στη Ρωσία πρόσθετα έσοδα περίπου 23 δισ. δολαρίων μόνο τον Απρίλιο και τον Μάιο.
Ακριβώς αυτή τη θέση –ότι το πλαφόν είναι αποτελεσματικότερο από μια ολική απαγόρευση, επειδή περιορίζει τα ρωσικά έσοδα χωρίς να αναστατώνει τις αγορές– είχε αναδείξει η HuffPost ήδη από τον Φεβρουάριο, με αφορμή τη διαπραγμάτευση του 20ού πακέτου. Η Αθήνα υποστήριζε τότε ότι μια οριζόντια απαγόρευση θα παρέδιδε τη μεταφορά σε κινεζικές, ινδικές ή άλλες μη ευρωπαϊκές εταιρείες και στον «σκιώδη στόλο», χωρίς ανάλογη μείωση των ρωσικών εσόδων. Την ίδια επιφύλαξη είχε αποτυπώσει δημόσια και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, ζητώντας «στοχευμένες κυρώσεις» με «ωφέλιμο αποτέλεσμα».
Η απάντηση για το ενδεχόμενο προηγουμένου
Η Κομισιόν απέφυγε να σχολιάσει πολιτικά εάν η ελληνική στάση αποδυναμώνει το πακέτο ή δημιουργεί προηγούμενο για μελλοντικές εθνικές εξαιρέσεις.
Ανώτερος αξιωματούχος της Επιτροπής απέρριψε, πάντως, την εικόνα ενός αποδυναμωμένου πακέτου. Υποστήριξε ότι, σε ένα εξαιρετικά δύσκολο διεθνές περιβάλλον, η διατήρηση του πλαφόν σε επίπεδο περισσότερο από 20 δολάρια χαμηλότερο από την τιμή των Urals αποτελεί σημαντικό αποτέλεσμα. Σημείωσε ακόμη ότι είναι φυσιολογικό τα κράτη-μέλη με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα να εξετάζουν προσεκτικά τις συνέπειες όσων καλούνται να αποδεχθούν, υπογραμμίζοντας ότι για 21η φορά επιτεύχθηκε ομοφωνία σε κυρώσεις κατά της Ρωσίας – ένδειξη, κατά την άποψή του, συνοχής των «27» και όχι υποχώρησης.
Οι άλλες εξαιρέσεις και ο «σκιώδης στόλος»
Το πακέτο προβλέπει εξαιρέσεις έως τις 31 Μαρτίου 2028 για τη μεταφορά αργού πετρελαίου και LNG από το Σαχαλίν προς την Ιαπωνία, καθώς και LNG προς τη Νότια Κορέα, για λόγους ενεργειακής ασφάλειας.
Στο σκέλος του «σκιώδους στόλου» προστίθενται ακόμη 36 πλοία και πέντε εταιρείες, ενώ θα μπορούν να στοχοποιούνται και πλοία που ανεφοδιάζουν ή παρέχουν υπηρεσίες στα συγκεκριμένα δεξαμενόπλοια. Νέα διάταξη επιτρέπει στα κράτη-μέλη, όταν ένα τέτοιο πλοίο ακινητοποιείται στο πλαίσιο νόμιμης επιχείρησης, να κατάσχουν και να πωλούν το φορτίο του, διατηρώντας τα σχετικά έσοδα.