Η Γαλλία μπαίνει στην τελική ευθεία προς την προεδρική εκλογή του 2027 έχοντας μπροστά της έναν λογαριασμό που γίνεται κάθε μήνα ακριβότερος. Το δημόσιο χρέος της χώρας έφτασε στο τέλος Ιουνίου τα 3,5955 τρισ. ευρώ, αυξημένο κατά 59,6 δισ. ευρώ μέσα σε ένα μόνο τρίμηνο, και αντιστοιχεί πλέον στο 119% του ΑΕΠ. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 1946, σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της γαλλικής στατιστικής υπηρεσίας INSEE.
Το νέο ρεκόρ αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν προκύπτει από ένα έκτακτο γεγονός αντίστοιχο με την πανδημία. Το προηγούμενο ιστορικό υψηλό, 117,8% του ΑΕΠ, είχε καταγραφεί το 2021, όταν η κυβέρνηση είχε επιλέξει την πολιτική του «quoi qu’il en coûte», διοχετεύοντας τεράστια ποσά στην οικονομία για να περιορίσει τις επιπτώσεις της Covid-19. Αυτή τη φορά η άνοδος είναι αποτέλεσμα μιας πολύ πιο επίμονης ανισορροπίας: υψηλά ελλείμματα, ασθενής ανάπτυξη και αυξανόμενο κόστος δανεισμού.
Το INSEE καταγράφει ότι η γαλλική δημόσια διοίκηση είχε στο τέλος του δεύτερου τριμήνου χρέος 3.595,5 δισ. ευρώ, έναντι 3.535,9 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου. Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ ανέβηκε από 117,5% σε 119%, ενώ το καθαρό δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στο 111,4% του ΑΕΠ. Η στατιστική υπηρεσία επισημαίνει επίσης ότι τα τριμηνιαία στοιχεία μπορούν να αναθεωρηθούν καθώς ενσωματώνονται πιο πλήρη λογιστικά δεδομένα.
Από το 14,5% του ΑΕΠ στο 119% μέσα σε μισό αιώνα
Η σημερινή εικόνα δεν δημιουργήθηκε μέσα σε λίγους μήνες. Η εξέλιξη του γαλλικού χρέους δείχνει μια μακρά περίοδο συσσώρευσης ελλειμμάτων. Σύμφωνα με την ανάλυση της Le Monde, το χρέος αντιστοιχούσε μόλις στο 14,5% του ΑΕΠ το 1974. Έφτασε περίπου στο 40% το 1992, στο 60% το 1996 και ξεπέρασε το 100% το 2020. Η πανδημία επιτάχυνε την αύξηση, αλλά η τάση είχε ξεκινήσει δεκαετίες νωρίτερα.
Η βασική μεταβολή βρίσκεται στη σχέση μεταξύ ανάπτυξης και δημόσιων δαπανών. Η γαλλική οικονομία έχει χάσει μεγάλο μέρος των ρυθμών ανάπτυξης που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες δεκαετίες, ενώ παράλληλα οι ανάγκες χρηματοδότησης έχουν αυξηθεί, μεταξύ άλλων λόγω των συντάξεων και της υγειονομικής περίθαλψης σε μια κοινωνία που γηράσκει. Όταν τα δημόσια έσοδα αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό από τις δαπάνες, η διαφορά καλύπτεται με νέο δανεισμό.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,8% για τη Γαλλία το 2026 και 1,1% το 2027. Με τις σημερινές πολιτικές, εκτιμά ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα διαμορφωθεί στο 5,1% του ΑΕΠ το 2026 και θα αυξηθεί στο 5,7% το 2027. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να φτάσει περίπου στο 120,2% του ΑΕΠ το 2027.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους
Το 119% από μόνο του δεν λέει ολόκληρη την ιστορία. Η πραγματική πίεση προκύπτει από το κόστος με το οποίο η Γαλλία πρέπει πλέον να αναχρηματοδοτεί ένα χρέος που συνεχίζει να αυξάνεται.
Τα τελευταία χρόνια το περιβάλλον των σχεδόν μηδενικών ή και αρνητικών επιτοκίων έχει αντιστραφεί. Το δεκαετές γαλλικό ομόλογο κινήθηκε κοντά στο 4,8% στα τέλη Σεπτεμβρίου, επίπεδο που δεν είχε παρατηρηθεί από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το γαλλικό spread έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου ξεπέρασε τις 110 μονάδες βάσης, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2012.
Ο διοικητής της Banque de France, Εμανουέλ Μουλέν, έστειλε μάλιστα ένα ιδιαίτερα σαφές μήνυμα: η Γαλλία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό της πρόβλημα. Σύμφωνα με το Reuters, ο Μουλέν υπογράμμισε ότι η σταθερότητα των γαλλικών δημοσίων οικονομικών πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα από την εθνική δημοσιονομική πολιτική και όχι να μετατραπεί σε πρόβλημα που θα κληθεί να λύσει η ΕΚΤ.
Ο «χιονοστιβάδα» των τόκων
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο σημείο της γαλλικής εξίσωσης. Όσο παλιό χρέος που είχε εκδοθεί με πολύ χαμηλά επιτόκια λήγει και αντικαθίσταται με νέο χρέος που εκδίδεται με πολύ υψηλότερο κόστος, η μέση επιβάρυνση του κράτους αυξάνεται σταδιακά.
Η γαλλική κυβέρνηση υπολογίζει ότι οι τόκοι του δημόσιου χρέους θα ανέλθουν σε περίπου 91 δισ. ευρώ το 2027, ενώ το όριο των 100 δισ. ευρώ βρίσκεται ήδη στον ορίζοντα για το 2028. Η Le Monde επισημαίνει ότι το κόστος εξυπηρέτησης εκτιμάται σε περίπου 79 δισ. ευρώ για το 2026.
Το ποσό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος όταν συγκριθεί με άλλες κρατικές δαπάνες. Κάθε επιπλέον δισεκατομμύριο που κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους δεν μπορεί ταυτόχρονα να χρησιμοποιηθεί για δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικές παροχές ή άλλες δημοσιονομικές προτεραιότητες.
Αυτός είναι ο μηχανισμός του λεγόμενου «snowball effect». Όταν το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους παραμένει υψηλότερο από τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας και το κράτος εξακολουθεί να παρουσιάζει πρωτογενή ελλείμματα, η δυναμική του χρέους γίνεται ολοένα δυσκολότερη να αντιστραφεί. Η Γαλλία δεν βρίσκεται σήμερα σε κατάσταση αδυναμίας δανεισμού, όμως το κόστος πρόσβασης στις αγορές έχει γίνει σαφώς υψηλότερο.
Τα 54 δισ. ευρώ του Λεκορνί
Σε αυτό το περιβάλλον, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί επιχειρεί να διαμορφώσει τον προϋπολογισμό του 2027. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι χωρίς πρόσθετα μέτρα το έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει περίπου στο 6,6% του ΑΕΠ. Για να το περιορίσει στο 5%, αναζητεί δημοσιονομικό αποτέλεσμα περίπου 54 δισ. ευρώ.
Από αυτά, περίπου 40 δισ. ευρώ αφορούν την ανάγκη να αντισταθμιστεί η φυσική αύξηση των κρατικών δαπανών, ενώ περίπου 14 δισ. ευρώ αποτελούν πρόσθετη δημοσιονομική προσπάθεια.
Το σχέδιο προβλέπει πάγωμα των κρατικών δαπανών σε ονομαστικούς όρους, με εξαιρέσεις για συγκεκριμένους τομείς. Η άμυνα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξαιρέσεις, με αύξηση του προϋπολογισμού κατά 6,4 δισ. ευρώ. Παράλληλα, προβλέπεται περιορισμός των δαπανών υπουργείων και δημόσιων οργανισμών, ενώ ο μισθολογικός δείκτης των δημοσίων υπαλλήλων πρόκειται να παραμείνει παγωμένος.
Στο στόχαστρο βρίσκονται και οι συντάξεις. Η κυβέρνηση αναζητά περίπου 6 δισ. ευρώ εξοικονομήσεων από το συνταξιοδοτικό το 2027, μεταξύ άλλων μέσω περιορισμού της αναπροσαρμογής υψηλότερων συντάξεων και αλλαγών στη φορολογική μεταχείριση.
Το σχέδιο δεν αφορά επομένως έναν απλό λογιστικό περιορισμό. Αγγίζει μισθούς, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες, δημόσιες υπηρεσίες και φορολογικές ελαφρύνσεις, δηλαδή ακριβώς τους τομείς που μπορούν να προκαλέσουν τις εντονότερες κοινωνικές αντιδράσεις.
Η αντίδραση ήρθε πριν ακόμη ψηφιστεί ο προϋπολογισμός
Η κοινωνική διάσταση της δημοσιονομικής προσπάθειας έγινε ορατή ήδη από τις 29 Σεπτεμβρίου. Μαθητές και δημόσιοι υπάλληλοι συμμετείχαν σε κινητοποιήσεις και απεργίες σε ολόκληρη τη χώρα, με περισσότερα από 330 λύκεια να επηρεάζονται από τις μαθητικές δράσεις, σύμφωνα με το Reuters. Συνδικάτα απείλησαν με περαιτέρω κινητοποιήσεις εάν δεν υπάρξουν αλλαγές στο σχέδιο.
Το πάγωμα των μισθών στον δημόσιο τομέα αποτελεί ένα από τα βασικά σημεία αντιπαράθεσης. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η εξέλιξη αυτή προσθέτει νέα πίεση στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, την ώρα που το κόστος ζωής παραμένει υψηλό. Η κυβέρνηση από την πλευρά της παρουσιάζει τα μέτρα ως προσπάθεια περιορισμού της αύξησης των δαπανών και σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.
Η πολιτική δυσκολία είναι προφανής. Το Παρίσι καλείται να περιορίσει δαπάνες την ίδια στιγμή που η κοινωνία αντιδρά στην περιοριστική πολιτική και το πολιτικό σύστημα βρίσκεται ήδη σε τροχιά για την εκλογή του 2027.
Η αγορά αρχίζει να τιμολογεί την πολιτική αβεβαιότητα
Δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους που παρακολουθούν οι επενδυτές. Είναι και η ικανότητα του γαλλικού πολιτικού συστήματος να παράγει έναν αξιόπιστο προϋπολογισμό.
Η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης το 2024 άφησε ένα κατακερματισμένο κοινοβουλευτικό τοπίο και οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν αντιμετώπισαν δυσκολίες στην εξασφάλιση σταθερής πλειοψηφίας. Η δημοσιονομική προσαρμογή γίνεται έτσι όχι μόνο οικονομικό αλλά και κοινοβουλευτικό ζήτημα.
Οι αγορές έχουν ήδη αντιδράσει στην αβεβαιότητα. Το spread του γαλλικού δεκαετούς έναντι του γερμανικού έχει ξεπεράσει τις 110 μονάδες βάσης, ενώ το Reuters καταγράφει αυξημένη μεταβλητότητα στα γαλλικά ομόλογα και μεγαλύτερη δραστηριότητα επενδυτών που στοιχηματίζουν στην περαιτέρω επιδείνωση της αγοράς γαλλικού χρέους.
Παράλληλα, η Le Monde έχει καταγράψει αυξανόμενη παρουσία hedge funds στην αγορά γαλλικών κρατικών ομολόγων, γεγονός που προσθέτει μία ακόμη παράμετρο στη συζήτηση για τη σύνθεση των επενδυτών που χρηματοδοτούν το γαλλικό κράτος.
Το ΔΝΤ ζητά πολυετή δημοσιονομική προσπάθεια
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως ζήτημα ενός μόνο προϋπολογισμού. Στην αξιολόγησή του για τη Γαλλία προτείνει μια εμπροσθοβαρή διαρθρωτική δημοσιονομική προσπάθεια περίπου 0,8% του ΑΕΠ κάθε χρόνο την περίοδο 2027-2029, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος επιστροφής του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2029 και να περιοριστούν οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του χρέους.
Το Ταμείο υπογραμμίζει ταυτόχρονα ότι η αύξηση της φορολογίας δεν μπορεί από μόνη της να καλύψει την απαιτούμενη προσαρμογή, καθώς η Γαλλία έχει ήδη μία από τις υψηλότερες αναλογίες φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη. Ως εκ τούτου, το ΔΝΤ παραπέμπει περισσότερο σε συνδυασμό διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, περιορισμού αναποτελεσματικών φορολογικών δαπανών και ελέγχου της αύξησης των δαπανών.
Η προεδρική εκλογή μετατρέπει το χρέος σε κεντρικό πολιτικό ζήτημα
Το οικονομικό πρόβλημα συναντά πλέον ευθέως το πολιτικό ημερολόγιο. Η θητεία του Εμανουέλ Μακρόν ολοκληρώνεται το 2027 και το γαλλικό Σύνταγμα δεν επιτρέπει τρίτη συνεχόμενη προεδρική θητεία. Η επόμενη προεδρική εκλογή θα διεξαχθεί την άνοιξη του 2027, με τον διάδοχο του Μακρόν να καλείται να διαχειριστεί μια δημοσιονομική κατάσταση που θα είναι δυσκολότερη από εκείνη που παραδίδεται σήμερα.
Το ζήτημα του χρέους έχει ήδη περάσει στην προεκλογική συζήτηση. Ο Εντουάρ Φιλίπ έχει προτείνει αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 65 χρόνια σε βάθος δεκαετίας, 45 χρόνια εισφορών και υποχρεωτική ιδιωτική αποταμίευση για τη σύνταξη. Οι προτάσεις αυτές εντάσσονται στη δική του προσέγγιση για την αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού και δημοσιονομικού προβλήματος.
Από την άλλη πλευρά, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν έχει θέσει στο επίκεντρο μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση, προτείνοντας μετατροπή περίπου 488 δισ. ευρώ γαλλικού κρατικού χρέους που βρίσκεται στην Banque de France σε αέναο χρέος μηδενικού επιτοκίου. Η πρόταση έχει προκαλέσει αντιδράσεις από οικονομολόγους και κεντρικούς τραπεζίτες, ενώ οι Financial Times έχει καταγράψει τη συζήτηση γύρω από τη συμβατότητά της με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο και τις πιθανές επιπτώσεις στις αγορές.
Λεπέν και Μελανσόν στην πρώτη γραμμή των δημοσκοπικών σεναρίων
Η δημοσιονομική κρίση εξελίσσεται παράλληλα με ένα ιδιαίτερα ρευστό προεκλογικό σκηνικό. Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου εξέτασε πέντε διαφορετικά σενάρια υποψηφιοτήτων και κατέγραψε τη Μαρίν Λεπέν και τον Ζαν-Λικ Μελανσόν στις δύο πρώτες θέσεις σε όλα τα σενάρια που εξετάστηκαν. Πρόκειται για μέτρηση της συγκεκριμένης χρονικής στιγμής και όχι για πρόβλεψη του εκλογικού αποτελέσματος, καθώς οι υποψηφιότητες και οι πολιτικές συμμαχίες παραμένουν υπό διαμόρφωση.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγορές επειδή οι επενδυτές δεν παρακολουθούν μόνο τα μεγέθη του χρέους. Παρακολουθούν και το ποιος θα κυβερνήσει, με ποιο πρόγραμμα και κυρίως με ποια δυνατότητα να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να εφαρμόσει τις αποφάσεις που απαιτούνται.
Τρία διαφορετικά μονοπάτια για την επόμενη κυβέρνηση
Η πρώτη επιλογή που βρίσκεται μπροστά στη Γαλλία είναι μια πολυετής δημοσιονομική προσαρμογή. Αυτό σημαίνει συγκράτηση των δαπανών, παρεμβάσεις στο συνταξιοδοτικό, περιορισμό φορολογικών εξαιρέσεων και σταδιακή μείωση του ελλείμματος. Είναι η κατεύθυνση που περιγράφεται από το ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Το κόστος της, ωστόσο, θα είναι η ανάγκη για πολιτικά δύσκολες αποφάσεις.
Η δεύτερη είναι η συνέχιση της σημερινής πορείας με περιορισμένες παρεμβάσεις. Σε αυτή την περίπτωση το κράτος εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στις αγορές, αλλά το χρέος συνεχίζει να αυξάνεται και μεγαλύτερο τμήμα του προϋπολογισμού κατευθύνεται στην εξυπηρέτησή του. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ήδη ότι τα υψηλά πρωτογενή ελλείμματα και οι αυξανόμενες πληρωμές τόκων θα υπερκαλύπτουν τη θετική επίδραση της ονομαστικής ανάπτυξης στη δυναμική του χρέους.
Το τρίτο ενδεχόμενο είναι μια επιδείνωση της εμπιστοσύνης των αγορών. Δεν αποτελεί το βασικό σενάριο των ευρωπαϊκών θεσμών ούτε σημαίνει ότι η Γαλλία βρίσκεται σήμερα σε κρίση χρηματοδότησης. Θα μπορούσε όμως να προκύψει εάν συνδυάζονταν παρατεταμένη πολιτική αβεβαιότητα, αδυναμία ψήφισης αξιόπιστων προϋπολογισμών, υψηλότερα διεθνή επιτόκια και περαιτέρω αύξηση του γαλλικού risk premium. Το Reuters καταγράφει ήδη την αύξηση του spread και την έντονη προσοχή των επενδυτών γύρω από το γαλλικό χρέος.
Γιατί η Γαλλία δεν είναι «η Ελλάδα του 2010»
Η σύγκριση με την κρίση χρέους της Ευρωζώνης είναι αναπόφευκτη, αλλά χρειάζεται προσοχή. Η Γαλλία διαθέτει πολύ μεγαλύτερη και βαθύτερη αγορά κρατικού χρέους, τεράστια φορολογική βάση και διαφορετική θέση στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η διαφορά μεγέθους είναι, όμως, ακριβώς αυτό που κάνει τη γαλλική υπόθεση σημαντική για ολόκληρη την Ευρωζώνη. Εάν μια μικρότερη οικονομία αντιμετωπίσει δημοσιονομικές δυσκολίες, οι επιπτώσεις μπορούν να περιοριστούν ευκολότερα. Η Γαλλία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο πυρήνας της ευρωπαϊκής αγοράς κρατικών ομολόγων.
Η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει μάλιστα μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή σε σχέση με την προηγούμενη κρίση. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία, χώρες που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, έχουν βελτιώσει σημαντικά τις δημοσιονομικές τους επιδόσεις σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, ενώ η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενο χρέος και επίμονα υψηλό έλλειμμα.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι το 119% αλλά το τι έρχεται μετά
Το νέο ιστορικό ρεκόρ του 119% αποτελεί περισσότερο έναν δείκτη της πορείας παρά το τέλος της. Με βάση τις προβολές της γαλλικής κυβέρνησης, το χρέος αναμένεται να φτάσει το 119,3% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026 και το 121,7% το 2027. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με διαφορετικές παραδοχές, προβλέπει επίσης υπέρβαση του 120% το επόμενο έτος.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η γαλλική οικονομία μπορεί να επιστρέψει σε ρυθμούς ανάπτυξης αρκετά υψηλούς ώστε να περιορίσει τη δυναμική του χρέους ή εάν θα χρειαστεί να στηριχθεί κυρίως σε δημοσιονομική προσαρμογή.
Το ΔΝΤ έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η επόμενη κυβέρνηση θα χρειαστεί ένα σαφές πολυετές σχέδιο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βλέπει την ίδια στιγμή την ανάγκη μείωσης του ελλείμματος, αλλά προβλέπει ότι χωρίς πρόσθετες αλλαγές πολιτικής το χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται.
Και πάνω από όλα υπάρχει το κόστος του χρόνου. Όσο περνούν οι μήνες, ένα μεγαλύτερο μέρος του παλιού χρέους αναχρηματοδοτείται με τα σημερινά υψηλότερα επιτόκια. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι στατικό. Ένα χρέος 3,6 τρισ. ευρώ σήμερα μπορεί να είναι διαχειρίσιμο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, αλλά γίνεται πολύ διαφορετικό πρόβλημα εάν συνδυαστεί με χαμηλή ανάπτυξη, υψηλό πρωτογενές έλλειμμα και ακριβότερο δανεισμό.
Η Γαλλία εξακολουθεί να δανείζεται κανονικά από τις αγορές. Δεν βρίσκεται σε κατάσταση αντίστοιχη με εκείνη χωρών που έχασαν την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Όμως η απόσταση ανάμεσα στο «μπορώ να δανειστώ» και στο «μπορώ να δανειστώ φθηνά» έχει γίνει πλέον κρίσιμη.
Και αυτή είναι η μεγάλη οικονομική παράμετρος της προεδρικής εκλογής του 2027. Ο επόμενος πρόεδρος δεν θα παραλάβει απλώς το Μέγαρο των Ηλυσίων. Θα παραλάβει ένα χρέος που έχει ήδη ξεπεράσει τα 3,6 τρισ. ευρώ, ένα έλλειμμα πολλαπλάσιο του ευρωπαϊκού ορίου του 3%, κόστος τόκων που κατευθύνεται προς τα 100 δισ. ευρώ ετησίως και μια αγορά που απαιτεί πλέον υψηλότερη απόδοση για να χρηματοδοτήσει το γαλλικό κράτος.
Το ερώτημα που θα βρίσκεται στο κέντρο της γαλλικής πολιτικής μέχρι το 2027 δεν θα είναι μόνο ποιος θα διαδεχθεί τον Εμανουέλ Μακρόν. Θα είναι και ποιος συνδυασμός δημοσιονομικών επιλογών, μεταρρυθμίσεων, ανάπτυξης και κοινωνικών συμβιβασμών μπορεί να ανακόψει την ανοδική πορεία του χρέους χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω μια ήδη εύθραυστη οικονομία.
Γιατί το 119% είναι η σημερινή φωτογραφία. Τα 91 δισ. ευρώ τόκων του 2027 και η πρόβλεψη για χρέος πάνω από το 120% είναι η επόμενη σελίδα. Και ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η δυσκολότερη πολιτική συζήτηση που έχει μπροστά της η Γαλλία εδώ και χρόνια.
Με πληροφορίες από Reuters / Financial Times / Le Monde /