Η Ντενίζ Κόσκο, η οποία είχε καταθέσει εναντίον του ίδιου της του πατέρα μετά τη δολοφονία της μητέρας της σε μια διαβόητη επίθεση της μαφίας (Ντρανγκέτα) στην Ιταλία, φέρεται να έβαλε τέλος στη ζωή της. Η γυναίκα βρέθηκε την Κυριακή βαριά τραυματισμένη και κατέληξε αργότερα σε νοσοκομείο της Ρώμης.
Η μητέρα της, Λέα Γκαροφάλο, η οποία δολοφονήθηκε το 2009, είχε μετατραπεί σε ισχυρό σύμβολο αντίστασης κατά της μαφίας, αφού κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον της φατρίας της Ντραγκέτα στη νότια Ιταλία.
Όσοι γνώριζαν την Κόσκο θυμούνται το θάρρος που επέδειξε καταθέτοντας στη δίκη του πατέρα της, αλλά και τον τεράστιο αγώνα που έδωσε τα χρόνια που ακολούθησαν.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 35 ετών – την ίδια ηλικία που είχε και η μητέρα της όταν δολοφονήθηκε.
Η Ένζα Ράντο, γερουσιαστής και δικηγόρος που ειδικεύεται σε υποθέσεις κατά της μαφίας και εκπροσώπησε την Κόσκο στη δίκη για τη δολοφονία, χαρακτήρισε τον θάνατό της «βαθιά πληγή για ολόκληρη τη χώρα» και απόδειξη ότι η μαφία όχι μόνο σκοτώνει, αλλά δημιουργεί «πραγματικά τέρατα στις ζωές και τις ψυχές» όσων επιβιώνουν.
Η Φραντσέσκα Ρισπόλι, συμπρόεδρος της οργάνωσης Libera που μάχεται κατά της μαφίας, δήλωσε ότι ο θάνατος αυτός αναδεικνύει τον αγώνα που βιώνουν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι κόβουν τους δεσμούς τους με το οργανωμένο έγκλημα.
«Η μαφία δεν είναι κάτι μόνο σωματικό. Μπορείς να φύγεις. Μπορείς να αλλάξεις το όνομά σου», δήλωσε στο BBC. «Όμως υπάρχει πάντα ένας δεσμός, ένας οικογενειακός δεσμός, που παραμένει… βαθιά μέσα σου και είναι αδύνατο να ξεπεραστεί».
Η Κόσκο, όπως και η μητέρα της, ζούσε επί σειρά ετών υπό κρατική προστασία, με άλλο όνομα και ταυτότητα.
Ωστόσο, η Ρισπόλι δήλωσε ότι η ίδια παρέμενε εξαιρετικά ευάλωτη και είχε επανασυνδεθεί με τον πατέρα της, Κάρλο Κόσκο που είναι στη φυλακή τα τελευταία χρόνια, καθώς –παρά τα όσα είχαν συμβεί– ένιωθε ένα «κενό στη ζωή της».
Φίλοι της αναφέρουν ότι αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας και εθισμού. «Ίσως αυτό να αποτελεί ένδειξη ότι όσοι προσπαθούν να κάνουν μια νέα αρχή στη ζωή τους χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη. Όχι μόνο για έναν χρόνο, αλλά ίσως και για ολόκληρη τη ζωή τους», υποστήριξε η Ρισπόλι, δεδομένου ότι οι εγκληματικές οργανώσεις στην Ιταλία –και ειδικότερα η Ντανγκέτα– βασίζονται σε στενά οικογενειακά δίκτυα.
Στην περίπτωση της Κόσκο, τόσο η οικογένεια της μητέρας της όσο και ο πατέρας της είχαν διασυνδέσεις με τη μαφία. Η ίδια αρνιόταν πάντα να πιστέψει την εκδοχή του πατέρα της, σύμφωνα με την οποία η μητέρα της την είχε εγκαταλείψει για να ξεκινήσει μια νέα ζωή στην Αυστραλία. Στην πραγματικότητα, εκείνος είχε παρασύρει τη Γκαροφάλο σε μια συνάντηση, για να τη στραγγαλίσει στη συνέχεια και να τεμαχίσει και να κάψει τη σορό της.
Αρκετά χρόνια αργότερα, η κατάθεση ενός εκ των δραστών επέτρεψε τελικά στην αστυνομία να εντοπίσει ορισμένα οστικά θραύσματα και ένα κολιέ, τα οποία αναγνώρισε η Κόσκο.
Σε μια δημόσια τελετή το 2013, μίλησε για το θάρρος της μητέρας της να «θέσει τον εαυτό της σε κίνδυνο… για τη δικαιοσύνη για όλους».
Ο πατέρας της και τρεις συνεργοί του εξέτιαν ήδη ποινές ισόβιας κάθειρξης.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Κόσκκο περιέγραψε τον εαυτό της ως «περήφανη μάρτυρα υπέρ της δικαιοσύνης» και δήλωσε ότι είχε πάρει τη δύσκολη απόφαση να καταθέσει – μιλώντας πίσω από παραβάν – επειδή επιθυμούσε την «εσωτερική ελευθερία για να κάνει μια νέα αρχή» στη ζωή της.
Οι εισαγγελικές αρχές ξεκίνησαν έρευνα για να διαπιστωθεί αν υπήρξε υποκίνηση σε αυτοκτονία, ενώ το τηλέφωνό της κατασχέθηκε για να εξεταστεί.
«Ολόκληρη η ζωή της Ντενίζ κινήθηκε ανάμεσα στα δύο άκρα: το θάρρος και το μαρτύριο», έγραψε ο Λουίτζι Τσιότι, πρόεδρος της οργάνωσης Libera, κάνοντας λόγο για μια δύσκολη ισορροπία. «Σήμερα, κάτι σε αυτή την εύθραυστη ισορροπία έσπασε για πάντα».