Από τη μία, η απειλή της Χεζμπολάχ και του Ιράν πάνω από το κεφάλι του Νετανιάχου. Από την άλλη, η απρόβλεπτη πολιτική Τραμπ που τη μία τον ενθαρρύνει, την άλλη τον φρενάρει, τη μία τον συμβουλεύει και την επόμενη τον προειδοποιεί.
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου βρίσκεται ξανά εκεί όπου έμαθε να επιβιώνει καλύτερα από κάθε άλλον Ισραηλινό πολιτικό: στο κέντρο μιας κρίσης. Μόνο που αυτή τη φορά η κρίση δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν είναι μόνο στρατιωτική. Δεν είναι μόνο διπλωματική. Δεν είναι μόνο εσωτερική. Είναι όλα μαζί.
Το σύντομο αλλά αποκαλυπτικό 15ωρο επεισόδιο Ιράν – Ισραήλ έδειξε κάτι πολύ πιο σημαντικό από την απλή ανταλλαγή πληγμάτων ή απειλών. Έδειξε ότι το Ισραήλ εξακολουθεί να έχει ισχύ, αλλά δεν έχει πια απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Μπορεί να χτυπήσει. Μπορεί να απαντήσει. Μπορεί να στείλει μήνυμα αποφασιστικότητας. Δεν μπορεί όμως να είναι βέβαιο ότι θα ελέγξει την επόμενη φάση.
Και αυτό είναι το νέο, βαρύ πρόβλημα του Νετανιάχου.
Διότι απέναντί του δεν έχει μόνο τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο. Έχει το Ιράν που επιχειρεί να μετατρέψει κάθε τοπική ανάφλεξη σε περιφερειακή εξίσωση. Έχει τους Χούθι που μπορούν να ξανανοίξουν το μέτωπο της Ερυθράς Θάλασσας. Έχει έναν ισραηλινό βορρά που αισθάνεται εκτεθειμένος. Έχει μια κοινωνία κουρασμένη από τον διαρκή πόλεμο. Και έχει, πάνω απ’ όλα, έναν Ντόναλντ Τραμπ που λειτουργεί όχι ως σταθερή στρατηγική ομπρέλα, αλλά ως πολιτικός παράγοντας με διαρκείς μεταπτώσεις.
Ο Τραμπ είναι για τον Νετανιάχου ταυτόχρονα στήριγμα και πρόβλημα.
Τη μία στιγμή εμφανίζεται ως ο μεγάλος φίλος του Ισραήλ. Την άλλη, ως ο πρόεδρος που δεν θέλει να συρθεί σε έναν νέο μεγάλο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Τη μία ενθαρρύνει τη σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν. Την άλλη διαμηνύει ότι το Ισραήλ μπορεί να μείνει μόνο του εάν κλιμακώσει. Τη μία μιλά ως σύμμαχος. Την άλλη ως διαπραγματευτής που βλέπει πάνω απ’ όλα τη δική του συμφωνία με την Τεχεράνη.
Αυτή η παραδόπιστη, συναλλακτική και βαθιά απρόβλεπτη πολιτική του Τραμπ βάζει τον Νετανιάχου σε ασφυκτική θέση. Γιατί ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δεν μπορεί να αγνοήσει την Ουάσιγκτον. Η αμερικανική στήριξη είναι ο πυρήνας της στρατηγικής ασφάλειας του Ισραήλ. Χωρίς αυτήν, κάθε ισραηλινή επιλογή γίνεται πολύ πιο ακριβή, πολύ πιο επικίνδυνη και πολιτικά πιο δύσκολη.
Από την άλλη, ο Νετανιάχου δεν μπορεί και να παραδώσει την ισραηλινή ασφάλεια στον ρυθμό των αμερικανοϊρανικών συνομιλιών. Για το Ισραήλ, το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα δεν είναι μια ακόμη διπλωματική εκκρεμότητα. Είναι υπαρξιακός φόβος. Είναι το ζήτημα που καμία ισραηλινή κυβέρνηση, δεξιά ή αριστερή, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με αδιαφορία.
Εδώ βρίσκεται η παγίδα.
Αν ο Νετανιάχου κινηθεί επιθετικά κατά του Ιράν ή της Χεζμπολάχ, κινδυνεύει να συγκρουστεί με την Ουάσιγκτον, εφόσον ο Τραμπ θέλει να κρατήσει ζωντανό το δικό του παζάρι με την Τεχεράνη. Αν, αντιθέτως, αποδεχθεί τον αμερικανικό ρυθμό, κινδυνεύει να εμφανιστεί στο εσωτερικό του Ισραήλ ως πρωθυπουργός περιορισμένης κυριαρχίας, ένας ηγέτης που μπορεί να ξεκινήσει ένα στρατιωτικό επεισόδιο αλλά όχι να αποφασίσει πότε και πώς θα τελειώσει.
Αυτό είναι πολιτικά δηλητηριώδες για τον ίδιο.
Ο Νετανιάχου έχει χτίσει ολόκληρη την πολιτική του ταυτότητα πάνω στην υπόσχεση της ασφάλειας. Παρουσιάστηκε για δεκαετίες ως ο άνθρωπος που ξέρει τη Μέση Ανατολή, που καταλαβαίνει τους εχθρούς του Ισραήλ, που μπορεί να χειρίζεται τους Αμερικανούς, τους Ευρωπαίους, τους Άραβες και τους Ιρανούς καλύτερα από κάθε αντίπαλό του. Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα τον στριμώχνει.
Η Χεζμπολάχ δεν χρειάζεται να ξεκινήσει ολοκληρωτικό πόλεμο για να του προκαλέσει στρατηγικό πρόβλημα. Το Ιράν, από την πλευρά του, προσπαθεί να δείξει ότι ο Λίβανος δεν είναι ξεχωριστό μέτωπο. Ότι η Χεζμπολάχ δεν είναι απομονωμένος παίκτης. Και οι ΗΠΑ, ενώ παραμένουν η μεγάλη ασπίδα του Ισραήλ, γίνονται ταυτόχρονα και το μεγάλο φρένο του. Για τον Νετανιάχου, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει απέναντί του μόνο εχθρούς. Έχει και έναν σύμμαχο που δεν μπορεί να προβλέψει πλήρως.
Η διπλή δυσκολία του είναι πλέον καθαρή. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το Ισραήλ έγινε αδύναμο. Δεν έγινε. Παραμένει στρατιωτικά ισχυρό, τεχνολογικά προηγμένο και αποφασισμένο να υπερασπιστεί την ασφάλειά του.
Το πρόβλημα είναι ότι η ισχύς του δεν μετατρέπεται πλέον αυτόματα σε ελευθερία κινήσεων. Κάθε πλήγμα έχει δεύτερη και τρίτη συνέπεια. Κάθε απάντηση μπορεί να προκαλέσει αντίδραση από διαφορετικό μέτωπο. Κάθε στρατιωτική απόφαση περνά μέσα από το φίλτρο της αμερικανικής διπλωματίας.
Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το νέο πολιτικό πρόβλημα του Νετανιάχου.