Νέες ταινίες: Το μικρό βιβλιοπωλείο στο Παρίσι, SAS Ειδικές Δυνάμεις Κόκκινος Συναγερμός

Από την Πέμπτη 11 Αυγούστου στους κινηματογράφους.
Σαμ Χιούαν
Σαμ Χιούαν
Odeon

Τέσσερις νέες ταινίες και μία επανέκδοση έρχονται στις αίθουσες την εβδομάδα του Δεκαπενταύγουστου

«Το μικρό βιβλιοπωλείο στο Παρίσι» του Σέρτζιο Καστελίτο με τον ίδιο και τη Μπερενίς Μπεζό, μια τρυφερή ιστορία βασισμένη σε ένα από τα τελευταία σενάρια του Έτορε Σκόλα, «Περιμένοντας τον Μποτζάνγκλς» με την εκθαμβωτική Βιρζινί Εφιρά, διασκευή του μπεστ σέλερ «Μου χαρίζετε αυτό το χορό;» του Ολιβιέ Μπουρντό και «Ο Αντικαταστάστης», μία ταινία που βασίζεται σε αληθινή γεγονότα και μας μεταφέρει στην Ισπανία του 1982.

Ακόμη, και για τους λάτρεις των ταινιών δράσης «SAS Ειδικές Δυνάμεις: Κόκκινος Συναγερμός» με τον Σαμ Χιούαν.

Η μοναδική επανέκδοση της νέας κινηματογραφικής εβδομάδας είναι το «Μπαραβέντο» του Γκλάουμπερ Ρόχα, μία από της σημαντικότερες ταινίες του βραζιλιάνικου κινήματος Cinema Novo της δεκαετίας του ’60.

SAS Ειδικές Δυνάμεις: Κόκκινος Συναγερμός

Ο Τομ Μπάκιγχαμ, ένας πράκτορας Ειδικών Δυνάμεων σε διαθεσιμότητα, πηγαίνει τη δρ. Σόφι Χαρτ από το Λονδίνο στο Παρίσι για να της κάνει πρόταση γάμου. Όταν το τρένο Eurostar βρίσκεται στη Σήραγγα της Μάγχης, μια ομάδα βαριά οπλισμένων μισθοφόρων της οποίας ηγείται η Γκρέις Λιούιζ, παίρνει τον έλεγχο και κρατάει τους επιβάτες αιχμάλωτους. Η Γκρέις απειλεί να τινάξει την σήραγγα και να κηρύξει οικονομικό πόλεμο στην κυβέρνηση που έχει τα δικά της μυστικά να προστατέψει. Άοπλος και χωρίς επικοινωνία με την αντιτρομοκρατική ομάδα, ο Τομ είναι η μοναδική ελπίδα της Σόφι και των επιβατών.

Η ταινία δράσης του Μάγκνους Μάρτενς με πρωταγωνιστή τον Σαμ Χιούαν, διάσημο από τον ρόλο του στη σειρά «Outlander», βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Στίβεν Μπίλι Μίτσελ, ο οποίος υπογράφει με το ψευδώνυμο Άντ ΜακΝάμπ (υπηρέτησε επί σειρά ετών στη μονάδα καταδρομέων SAS και γράφει με τη βοήθεια ghostwriter).

Πσίζουν Σαμ Χιούαν, Ρούμπι Ρόουζ, Άντι Σέρκινς, Χάνα Τζον-Κάμεν, Τομ Χόπερ, Νόελ Κλαρκ, Όουεν Γέομαν, Ρέι Πανθάκη, Αν Ράιντ, Τομ Γουίλκινσον, Τζινγκ Λούσι.

Το μικρό βιβλιοπωλείο στο Παρίσι

Ο Βιντσένζο μοιράζει τη ζωή του μεταξύ των καθηκόντων του στο βιβλιοπωλείο του σε μία γειτονιά του Παρισιού και της φροντίδας της έφηβης κόρης του, η οποία ζει απομονωμένη σε ένα δωμάτιο μετά από ένα τραγικό ατύχημα. Η μικρή δείχνει να έχει παραιτηθεί από τη ζωή, αδιαφορώντας για οποιαδήποτε επαφή με τον έξω κόσμο και επικοινωνία με τους γύρω της, παρά τις προσπάθειες του πατέρα της.

Περιτριγυρισμένος από τα βιβλία και τις ιστορίες που τόσο αγαπά, αλλά και ανήμπορος να αλλάξει την κατάσταση της κόρης του, ο Βιντσένζο μοιάζει να περιμένει ένα θαύμα. Και το θαύμα έρχεται με τη μορφή της πληθωρικής, εκκεντρικής Γιολάντ, η οποία εισβάλλει μια μέρα στο βιβλιοπωλείο σαν σίφουνας και ανατρέπει την ήσυχη ζωή του.

Η Γιολάντ είναι ηθοποιός που επιτέλους έχει την ευκαιρία να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και το κυριότερο εντελώς αδιάφορη για τη λογοτεχνία και όσα μπορεί να προσφέρει. Ο Βιντσένζο θα συνηθίσει την ορμητική της ενέργεια και, όσο τη μυεί στον κόσμο της λογοτεχνίας, σαστισμένος αλλά και γοητευμένος, θα παρασυρθεί σε μια ιστορία γεμάτη εκπλήξεις και τρυφερότητα - και τελικά θα αρχίσει και πάλι να νιώθει ζωντανός.

Μια γλυκιά, μελαγχολική, συγκινητική ιστορία - από αυτές στις οποίες ειδικευόταν ο Ιταλός μαέστρος του σινεμά, Έτορε Σκόλα. Ο Σκόλα υπήρξε ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς του σύγχρονου ιταλικού κινηματογράφου, έχοντας υπογράψει αριστουργηματικές κωμωδίες και υπέροχα κοινωνικά δράματα. Ανάμεσα στις γνωστότερες ταινίες του είναι και τα «Είχαμε Αγαπηθεί Τόσο», «Βίαιοι, Βρώμικοι και Κακοί», για την οποία βραβεύτηκε από το Φεστιβάλ Καννών, «Μια Ξεχωριστή Μέρα», για την οποία βραβεύτηκε με Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, «Η Ταράτσα» και «Σπλέντορ», μεταξύ άλλων.

Το «Μικρό Βιβλιοπωλείο στο Παρίσι» είναι από τα τελευταία του σενάρια, αυτά που δεν πρόλαβε να γυρίσει ο ίδιος πριν τον θάνατό του τον Ιανουάριο του 2016. Το σενάριο, με αρχικό τίτλο «Un Drago a Forma di Nuvola», αρχικά έγινε graphic novel από τον Ίβο Μιλάτσο και έπειτα γράφτηκε εκ νέου, αυτή τη φορά για να πάρει τον δρόμο προς τη μεγάλη οθόνη.

Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Σέρτζιο Καστελίτο, ηθοποιός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης που έχει εμφανιστεί σε σημαντικές δημιουργίες του ευρωπαϊκού σινεμά όπως «Το Απέραντο Γαλάζιο» του Λικ Μπεσόν, τον «Άνθρωπο των Αστεριών» του Τζιουζέπε Τορνατόρε, το «Ποιος να Ξέρει…» του Ζακ Ριβέτ, αλλά και την «Οικογένεια» του ίδιου του Έτορε Σκόλα. Εδώ ενσαρκώνει τον Βιντσένζο. Στον ρόλο της Γιολάντ η βραβευμένη Μπερενίς Μπεζό.

Περιμένοντας τον Μποτζάνγκλς

«Ούτε να το σκέφτεσαι. Αυτή η γυναίκα θα σου πάρει τα μυαλά!», συμβουλεύει ένας φίλος τον Ζορζ, που μαγεύεται από τη σαγηνευτική Καμίλ, βλέποντάς την μια μέρα να χορεύει. Όμως ο Ζορζ δεν ακολουθεί τη συμβουλή του. Παραδίδεται άνευ όρων σε έναν παθιασμένο έρωτα, που συνεχίζεται και μετά τη γέννηση του παιδιού τους. Ο μικρός τους γιος βιώνει την αντισυμβατική καθημερινότητα των εκκεντρικών γονιών του, που μοιάζει ακατανόητη για τους συμμαθητές του. Κάθε βράδυ χορεύουν το αγαπημένο τους τραγούδι «Mr Bojangles» της Νίνα Σιμόν (εξού και ο τίτλος).

Όμως οι ξέφρενες γιορτές, οι χοροί, τα παιχνίδια και η αχαλίνωτη φαντασία, αυτή η καθημερινή δίνη που παρασύρει και τους τρεις μακριά από κάθε τι πρακτικό και πεζό, έχει και μια άλλη πλευρά, πιο σκοτεινή. Όταν η Καμίλ σταδιακά βυθίζεται σε αυτήν χωρίς κανένα «δίχτυ» ασφαλείας, τα πράγματα χάνουν τη λάμψη τους. Και, αίφνης, μπαμπάς και γιος πρέπει να αντιμετωπίσουν μια απίστευτα σκληρή πραγματικότητα. Αρκεί η αγάπη τους για να τη σώσει;

Ο Ρεζί Ρουανσάρ («Οι Μεταφραστές» και «Χτυποκάρδια στο Γραφείο») διασκευάζει το μπεστ σέλερ «Μου χαρίζετε αυτό το χορό;» του Ολιβιέ Μπουρντό (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Στερέωμα), με πρωταγωνιστές την εκθαμβωτική Βιρζινί Εφιρά (Το μυστικό της Μαντλίν Κόλινς, Μπενεντέτα) και τον Ρομέν Ντουρίς, πρωταγωνιστή σε δεκάδες γαλλικές ταινίες, που για πρώτη φορά εμφανίζονται στην μεγάλη οθόνη μαζί, ως ζευγάρι.

Η ταινία διαδραματίζεται τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, και η αφήγηση γίνεται υπό το πρίσμα του πατέρα σε αντίθεση με το βιβλίο που γίνεται υπό το πρίσμα του παιδιού.

Ο Αντικαταστάτης

Ισπανία, 1982. Ένας νεαρός αστυνομικός που μεγάλωσε στις επικίνδυνες γειτονιές της Μαδρίτης, θα αναλάβει μια υπόθεση σε μια παραλιακή πόλη, με την ελπίδα, όχι μόνο να θεραπευτεί η κόρη του από την ασθένειά της, αλλά να βρει και ο ίδιος ηρεμία. Όμως όταν φτάνει εκεί, βρίσκεται μπλεγμένος στη διερεύνηση των περίεργων συνθηκών της δολοφονίας του προκατόχου του.

Η έρευνα θα τον οδηγήσει σε ένα παραλιακό ξενοδοχείο όπου μια κοινότητα πρώην Ναζί αξιωματούχων, καταζητούμενων από διάφορες χώρες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ζει μια ήρεμη έως παραδεισένια ζωή. Εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα.

Σκηνοθεσία Όσκαρ Αϊμπάρ με τους Ρικάρντο Γκομέζ, Βίκι Λουένγκο, Πέρε Πόνσε.

Μπαραβέντο (1961)

Σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γκλάουμπερ Ρόχα, του σημαντικότερου εκπροσώπου της βραζιλιάνικης κινηματογραφικής αβανγκάρντ και μία από της σημαντικότερες ταινίες του βραζιλιάνικου κινήματος Cinema Novo της δεκαετίας του ’60.

Σε ένα ψαροχώρι της Μπαΐα, στη Βραζιλία, οι κάτοικοι του οποίου είναι απόγονοι σκλάβων από την Αφρική, η λατρεία του μυστικισμού καλά κρατεί. Ο ερχομός του Φιρμίνο, που έφυγε πριν χρόνια στο Σαλβαδόρ δραπετεύοντας από τη φτώχεια, πολώνει τις εντάσεις. Ο Φιρμίνο αρνείται τη φαταλιστική αντιμετώπιση των συντοπιτών του, και τους προτρέπει να εξεγερθούν ενάντια στον ιδιοκτήτη των διχτυών που χρησιμοποιούν για το ψάρεμα. Ο ίδιος ο Ρόχα λέει για την ταινία: «Πολλά στοιχεία της ταινίας είναι από τα πράγματα που με απασχολούν: η μυθική μοιρολατρία, η πολιτική αναταραχή και η σχέση μεταξύ ποίησης και λυρισμού, μια περίπλοκη σχέση μέσα σε έναν βάρβαρο κόσμο. Είναι ένα κινηματογραφικό δοκίμιο, μια εμπειρία μύησης». Ο Ρόχα σ’ένα από τα γραπτά του μανιφέστα, προσδιόρισε την αισθητική του cinema novo ως «αισθητική της πείνας», λέγοντας πως «η πείνα δεν είναι σύμπτωμα της κοινωνικής φτώχειας, αλλά η ουσία της λατινοαμερικάνικης κοινωνίας», ενώ κάπου άλλου γράφει: «O κινηματογραφικός δημιουργός του Τρίτου Κόσμου, πρέπει να δίνει το προβάδισμα στη δράση και όχι στη σκέψη, ο δε κινηματογράφος του, οφείλει πρωτίστως να είναι όργανο εξέγερσης, δηλαδή ένας κινηματογράφος του ανταρτοπολέμου».