ΤΟ BLOG
16/06/2021 07:17 EEST | Updated 16/06/2021 10:37 EEST

Ρωσία: Παράγων τάξης ή αταξίας

Τι αναμένεται από τη σημερινή συνάντηση Μπάιντεν - Πούτιν.

JIM WATSON via Getty Images

Ο Αμερικανός Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θα ολοκληρώσει την ευρωπαϊκή του περιοδεία στις 16 Ιουνίου στη Γενεύη, όπου θα συναντήσει το Ρώσο ομόλογό του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Η πολυαναμενόμενη συνάντηση θα αποτελέσει ίσως και το δυσκολότερο μέρος της αποστολής του, στο βαθμό που η θεματολογία είναι πλούσια και διευρυνόμενη στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, καθώς και βεβαρυμένη με κατηγορίες για παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις αμφότερων.

Επίσης, η αμερικανική διπλωματία οφείλει να συνυπολογίσει τις συμμαχικές αιτιάσεις, εφ’ όσον επιδιώκει την υιοθέτηση κοινής στάσης έναντι της Μόσχας.

Οι σχετικά καλές σχέσεις Δύσης και Ρωσίας και καθ’ όλη τη δεκαετία του 90΄   οφείλονταν εν πολλοίς στην αναγκαία προσαρμογή της δεύτερης στη δυσμενή μεταψυχροπολεμική πραγματικότητα, και υπονομεύτηκαν σταδιακά από την ενσωμάτωση στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κρατών που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής ή στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

Ακολούθως, οι σχέσεις Ρωσικής Ομοσπονδίας και δυτικών κρατών επιδεινώθηκαν βαθμιαία την επόμενη μεταψυχροπολεμική δεκαετία, όταν η ενισχυμένη, σ’ όλους τους τομείς Ρωσία επιζητούσε έναν πιο διευρυμένο ρόλο στο διεθνές σύστημα.

Η σαφώς πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική υπό την διακυβέρνηση Πούτιν, κατέδειξε τη επιθυμία της Μόσχας ν’ ανακτήσει την επιρροή της στον ευρασιατικό και μεσανατολικό χώρο, γεγονός που προκάλεσε προστριβές στις σχέσεις της με τη Δύση.

Η «επίλυση» του τσετσενικού ζητήματος το 2000, ο πόλεμος με τη Γεωργία το 2008 οι επεμβάσεις στην Ουκρανία το 2014, τη Συρία το 2015 και τη Λιβύη, καταδεικνύουν ότι η ρωσική εξωτερική πολιτική χρησιμοποίησε στρατιωτικά μέσα για να επιτύχει πολιτικούς σκοπούς.

Η ρωσική, αμεσότερη ή εμμεσότερη, στρατιωτική παρέμβαση, ή η πρόσφατή διπλωματική κάλυψη προς τη Λευκορωσία  δηλοί πως η Μόσχα είναι αποφασισμένη να αντιστρέψει, στο μέτρου του δυνατού, την πρότερη μεταψυχροπολεμική κατάσταση και να ανακτήσει, ως έναν βαθμό, τη θέση της περιφερειακής δύναμης, που απώλεσε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Στην παρούσα συγκυρία, οι αμερικανορωσσικές σχέσεις επηρεάζονται από διαχρονικότερα αλλά και νεοφυή ζητήματα, προσδιορίζοντας μια πλούσια ατζέντα. 

Παρά τις κατά καιρούς αντεγκλήσεις, είναι γεγονός ότι η διατήρηση της πυρηνικής ισορροπίας -σημαντικότατο στοιχείο της μεταπολεμικής και μεταψυχροπολεμικής διεθνούς τάξης- εξακολουθεί να αποτελεί κοινό τόπο για Ουάσιγκτον και Μόσχα.

Ο ενεργειακός τομέας ενώ αρχικά εμφανίζονταν ως πεδίο συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και κυρίως των ευρωπαϊκών χωρών, έχει εξελιχθεί σ’ ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης, στο βαθμό που το Κρεμλίνο εξακολουθητικά τον χρησιμοποιεί για να αλιεύσει και πολιτικά οφέλη.

Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η αποτροπή διάδοσης των πυρηνικών όπλων συνιστούν τομείς όπου οι επιδιώξεις τους συγκλίνουν, δίχως όμως να δύνανται να υπερκεράσουν πάντα οι τυχόν αποκλίσεις.

Η πύκνωση των οικονομικών σχέσεων μεταψυχροπολεμικά δεν επέφερε τις αναγκαίες συνέργειες και συγκλίσεις που θα οικοδομούσαν, εξ αυτού του γεγονότος, ένα αμοιβαίως αποδεκτό πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ Δύσης και Ρωσσίας. Η απόφαση του Πρόεδρου Μπάιντεν να υπερασπιστεί τη δημοκρατία, αναμφίβολα προσθέτει ένα ακόμη ζήτημα προστριβών μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, ενώ το ζήτημα της κυβερνοασφάλειας υπονομεύει έτι περαιτέρω τις σχέσεις Δύσης-Ρωσσίας.

Αναμφισβήτητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον ισχυρότερο δρώντα στο διεθνές γίγνεσθαι, κατάσταση που επιθυμούν να διαιωνίσουν, ενώ η Ρωσία ανακάμπτει, κυρίως σε περιφερειακό και δευτερευόντως σε διεθνές επίπεδο, διεκδικώντας έναν αναβαθμισμένο ρόλο.

Οι αντιτιθέμενες, εν πολλοίς, επιδιώξεις και των δύο ενισχύουν τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, επηρεάζοντας όλο το φάσμα των σχέσεων τους, ενώ η δυναμική άνοδος της Κίνας αναπροσαρμόζει και τις αμερικονορωσσικές σχέσεις.

Επιγραμματικά η Ρωσία είναι περιφερειακός ανταγωνιστής των Ηνωμένων Πολιτείων, ενώ η Κίνα πλανητικός. 

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική έχει να διαχειριστεί μία δύσκολη στρατηγική εξίσωση, αν υιοθετήσει μία πιο τιμωρητική πολιτική έναντι της Μόσχας, θα ικανοποιήσει ορισμένους από τους συμμάχους της και δικά της περιφερειακά συμφέροντα, αλλά θα επιταχύνει και θα εμβαθύνει την προσέγγιση Κίνας –Ρωσίας.

Αν προσπαθήσει να εφελκύσει τη Μόσχα μακριά από το Πεκίνο -βασικό ηγεμονικό της ανταγωνιστή- θα πρέπει να προσαρμοστεί με κάποιες από τις ρωσικές απαιτήσεις, κατάσταση που θα υπονομεύσει τις σχέσεις της ορισμένους παραδοσιακούς και πιο πρόσφατους συμμάχους στην Ευρώπη.

Ερμηνεύοντας τις δηλώσεις του Προέδρου Μπάιντεν φαίνεσαι πως θα βασιστεί στις υπάρχουσες συμμαχικές δομές, αποφεύγοντας ένα άνοιγμα προς τη Ρωσική Ομοσπονδία, επιδιώκοντας ένα ανεκτό modus vivendi.

Είναι γεγονός ότι τα δυτικά κράτη μέχρι τις πρόσφατες κρίσεις δεν ιεραρχούσαν και ανέπτυσσαν ομοιοτρόπως τις σχέσεις τους με τη Μόσχα. Πριν περίπου δύο χρόνια σε δήλωσή του ο Γάλλος Πρόεδρος Emanuel Macron ανέφερε: «Δεν μπορούμε να ανοικοδομήσουμε την Ευρώπη χωρίς την ανοικοδόμηση μιας σχέσης με τη Ρωσία, αλλιώς η Ρωσία θα κινηθεί πιο κοντά σε άλλες δυνάμεις».

Η σύγκρουση στην Ουκρανία και εν γένει οι ρωσικές επιδιώξεις στην ανατολική Ευρώπη λειτούργησαν συσπειρωτικά για τα δυτικά κράτη, έστω στο επίπεδο του ελάχιστού κοινού παρονομαστή.

Η υπό διαμόρφωση νέα σχέση μεταξύ Δύσης και Ρωσικής Ομοσπονδίας διέπεται από στοιχεία αντιπαράθεσης και συνεργασίας, αλλά σταδιακά τα πρώτα φαίνεται να υπερισχύουν έναντι των δεύτερων.

Υπό το αναλυτικό πρίσμα του τρόπου που διαχρονικά ενεργούν οι μεγάλες δυνάμεις, η επιδείνωση των σχέσεων Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτείων ήταν μάλλον μία αναμενόμενη εξέλιξη.

Τα κράτη  ενεργούν στις εξωτερικές τους σχέσεις επί τη βάσει των ιεραρχουμένων συμφερόντων τους και των περιορισμών που το διεθνές σύστημα θέτει σε αυτά.

Η ρωσική εξωτερική πολιτική εμφανίζει ηγεμονικά χαρακτηριστικά, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν έχουν την ένταση και το βαθμό για να κινητοποιήσουν μια ομόθυμη αντιμετώπιση από τη Δύση, αντίστοιχη με εκείνη της ψυχροπολεμικής περιόδου. Παράλληλα, υπάρχει ένα εμφανές χάσμα μεταξύ του ρόλου που η Ρωσία επιδιώκει να διαδραματίσει στην περιοχή, κι αυτού που θα είναι αποδεκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τα ευρωπαϊκά κράτη.

Όσον αφορά τα ευρωπαϊκά κράτη, αυτά που ανήκουν στην υψηλότερη βαθμίδα ισχύος δηλαδή Παρίσι, Βερολίνο και Λονδίνο έχουν κοινά αλλά διακριτά συμφέροντα και επιδιώξεις στις σχέσεις τους με την Μόσχα, η οποία δεν συνιστά άμεση απειλή.

Παράλληλα, είναι υπαρκτές, στις χαμηλότερες βαθμίδες και με διαχρονικότερα γεωγραφικά κριτήρια, οι διαφορετικές προσλαμβάνουσες της ρωσικής απειλής˙ αλλιώς προσεγγίζει η Λισσαβώνα, η Κοπεγχάγη, ή η Βιέννη την ενεργητικότερη πολιτική της Μόσχας, διαφορετικά η Βαρσοβία, το Ελσίνκι ή η Ρήγα.

Είναι γεγονός ότι τα δυτικά κράτη, δυσκολεύονται να ομονοήσουν για τη θέση και το ρόλο της μετασοβιετικής  Ρωσίας στο περιφερειακό σύστημα, όμως η περιφερειακή τάξη δίχως την προσμέτρηση των ρωσικών συμφερόντων θα είναι περισσότερο επισφαλής.