Η ενεργειακή ασφυξία που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή βρίσκει για μια ακόμη φορά χαμένη της Ευρώπη, που επενδύει τα τελευταία χρόνια ενεργειακά στις χώρες του κόλπου και στις ΗΠΑ. Αντίθετα, η Ρωσία επιστρέφει ενισχημένη στο ενεργειακό κάδρο, με την ΕΕ να είναι αναγκασμένη το επόμενο διάστημα να ανοίξει και πάλι τη συζήτηση για αγορά ρωσικού πετρελαίου και φυσικά την άρση των κυρώσεων προς τη Μόσχα.
Αυτό θα αποτελέσει μια χρυσή ευκαιρία για τον Πoύτιν, να θέσει τους δικούς του όρους στον πόλεμο στην Ουκρανία η οποία μένει στρατιωτικά ανοχύρωτη καθώς οι ΗΠΑ έχουν στρέψει την προσοχή και τα όπλα τους στη Μέση Ανατολή.
«Όταν το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και περίπου το ένα τέταρτο του θαλάσσιου εμπορίου είναι ουσιαστικά κλειδωμένο, αυτό είναι ένα όφελος για τη Ρωσία», δήλωσε ο Σεργκέι Βακουλένκο, ανώτερος συνεργάτης στο Carnegie Russia Eurasia Centre και κορυφαίος ειδικός στον ενεργειακό τομέα της Ρωσίας.
Όπως αναφέρει ο Guardian, τα έσοδα της Ρωσίας από πετρέλαιο και φυσικό αέριο – ζωτικής σημασίας για τη χρηματοδότηση του πολέμου της στην Ουκρανία, εξανεμίσθηκαν το 2025, καθώς οι τιμές του αργού πετρελαίου υποχώρησαν και οι εξαγωγές μειώθηκαν λόγω των δυτικών κυρώσεων. Τώρα, τα ταμεία πρόκειται να γεμίσουν γρήγορα προσφέροντας σημαντική σνίσχυση στην πολεμική μηχανή του Πούτιν σε μια κρίσιμη φάση για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η Ευρώπη επιστρέφει στην «αγκαλιά» της Ρωσίας
Οι προσπάθειες της Ευρώπης τα τελευταία 4 σχεδόν χρόνια να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, κινδυνεύουν να αποδειχθούν μάταιες αν η κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί για πάνω από ένα μήνα.
Το τεράστιο κόστος που πληρώνει η ΕΕ για να δημιουργήσει νέους τρόπους εισαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, μετά το κλείσιμο των ρωσικών αγωγών, ίσως προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις στους κόλπους της καθώς φιλορωσικές κυβερνήσεις όπως της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας πιθανότατα θα ζητήσουν εξηγήσεις και θα ασκείσουν σκληρές πιέσεις για επιστροφή στην ρωσική ενέργεια.
Ο υπουργός Ενέργειας της Νορβηγίας, Terje Aasland, παραδέχτηκε ότι η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τη συζήτηση εντός της ΕΕ σχετικά με την απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
«Η ΕΕ έχει καταστήσει πολύ σαφή την επιθυμία της να απελευθερωθεί από το ρωσικό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά τα γεγονότα των τελευταίων τριών ή τεσσάρων ημερών ήταν δύσκολα», δήλωσε ο Aasland σε συνέδριο στο Όσλο υποστηρίζοντας ότι «με τη γεωπολιτική κατάσταση που βλέπουμε τώρα, πιστεύω ότι η συζήτηση θα αναζωπυρωθεί».
Μετέωρη στρατιωτικά η Ουκρανία
Το Κίεβο από την πλευρά του βρίσκετα σε δυσμενή θέση με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι να δηλώνει στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera ότι «η Ουκρανία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην εξασφάλιση συστημάτων αεράμυνας, ιδίως πυραύλων Patriot αμερικανικής κατασκευής, εάν η Ουάσινγκτον και οι περιφερειακοί σύμμαχοί της δώσουν προτεραιότητα στις δικές τους ανάγκες».
«Μπορεί να έχουμε δυσκολίες στην απόκτηση πυραύλων και όπλων για την υπεράσπιση του εναέριου χώρου μας καθώς οι Αμερικανοί και οι σύμμαχοί τους στη Μέση Ανατολή μπορεί να τα χρειαστούν για αυτοάμυνα» ανέφερε τονίζοντας ότι οι επιθέσεις του Ιράν στο Ισραήλ τον περασμένο Ιούνιο είχαν ήδη καθυστερήσει ορισμένες παραδόσεις.
Στο Κρεμλίνο αντίθετα, επικρατεί έκδηλη ικανοποίηση για την αύξηση των τιμών του πετρελαίου με τον Guardian να επικαλείται δηλώσεις ρώσου αξιωματούχου ο οποίος ανέφερε ότι «ο κόσμος βρίσκεται σε αναταραχή, αλλά αυτή τη φορά δεν βρισκόμαστε στο επίκεντρο». «Σύντομα πάνω από 100 δολάρια ανά βαρέλι για πετρέλαιο», έγραψε στο X ο Kirill Dmitriev, επικεφαλής του κρατικού επενδυτικού ταμείου της Ρωσίας.
«Για τον προϋπολογισμό μας, η επίθεση στο Ιράν είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα», δήλωσε ο παρουσιαστής του Κρεμλίνου, Βλαντιμίρ Σολοβιόφ. «Εάν ο Τραμπ χτυπήσει ιρανικά πετρελαιοπηγεία, τότε, όσο ατυχές κι αν ακούγεται, θα γίνουμε μία από τις λίγες εναπομένουσες χώρες παραγωγής πετρελαίου».
Ο Βλαντιμίρ Πούτιν πάντως, ήταν προσεκτικός στις δηλώσεις του προσπαθώντας να μην επικρίνει τον Ντόναλντ Τραμπ για τον βομβαρδισμό του Ιράν, έχοντας πιθανότατα στο μυαλό του να μην ενοχλήσει τον Αμερικανό πρόεδρο με τον οποίο θα διαπραγματευτεί τους όρους ειρήνης με την Ουκρανία.
Ακριβά θα πληρώσει η Ινδία τη συμφωνία με Τραμπ
Το όφελος της Ρωσίας φτάνει έως την Ινδία και την Κίνα, οι οποίες είναι μεταξύ των μεγαλύτερων αγοραστών αργού πετρελαίου στη Μέση Ανατολή, και θα αναγκαστούν να στραφούν εξ’ όλοκλήρου στη Ρωσία διπλασιάζοντας τις ποσότητες πετρελαίου που αγοράζουν.
Η Ρωσία ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής αργού πετρελαίου της Ινδίας μετά τις δυτικές κυρώσεις που αναμόρφωσαν τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές. Όμως, στο πλαίσιο μιας εμπορικής συμφωνίας του Ντόναλντ Τραμπ με τον ινδό ομόλογό του τον περασμένο μήνα, το Νέο Δελχί άρχισε να αντικαθιστά ορισμένα ρωσικά φορτία με πετρέλαιο από τον Κόλπο, μειώνοντας τις εισαγωγές από τη Μόσχα στο χαμηλότερο επίπεδό τους από το 2022.
Σε περίπτωση που οι προμήθειες στη Μέση Ανατολή μειωθούν, οι Ινδοί αξιωματούχοι είναι πιθανό να ζητήσουν μεγαλύτερη ευελιξία από την Ουάσινγκτον – ανοίγοντας ξανά την πόρτα για αυξημένες ρωσικές αγορές. Κάτι τέτοιο θα θέσει τη Ρωσία σε θέση ισχύος καθώς θα διαπραγματεύεται πλέον σε υψηλότερες τιμές.
Για μήνες, η Μόσχα ήταν αναγκασμένη να προσφέρει μεγάλες εκπτώσεις στο πετρέλαιο, καθώς η υπερπροσφορά στην παγκόσμια αγορά και οι παρατεταμένοι κίνδυνοι κυρώσεων έκαναν τους εμπόρους επιφυλακτικούς απέναντι στην αγορά ρωσικών βαρελιών. Η χωρητικότητα αποθήκευσης μειωνόταν και υπήρχαν αυξανόμενες ενδείξεις ότι η Ρωσία θα μπορούσε τελικά να αναγκαστεί να περιορίσει την παραγωγή, καθώς τα φορτία δυσκολεύονταν να βρουν αγοραστές.
«Μέρος από το ρωσικό πετρέλαιο που βρισκόταν σε δεξαμενόπλοια σίγουρα θα βρει αγοραστές τώρα», δήλωσε ο Βακουλένκο.
Οι χώρες εισαγωγής συνήθως διαθέτουν αποθέμετα πετρελαίου για περίπου τρεις μήνες με τον Βακουλένκο να δηλώνει ότι «αν οι συγκρούσεις διαρκέσουν δύο εβδομάδες, δεν έχει και τόση σημασία. Αν όμως είναι περισσότερο, τότε τα πράγματα αρχίζουν να γίνονται ενδιαφέροντα».
Πέρα από το πετρέλαιο, η Ρωσία θα μπορούσε επίσης να επωφεληθεί και από το φυσικό αέριο μετά τη διακοπή των εξαγωγών LNG από το Κατάρ που θα δημιουργούσε τεράστιο κενό στην παγκόσμια προσφορά. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι η τεράστια άνοδο των μετοχών της Gazprom και τη Novatek στο χρηματιστήριο της Μόσχας.