Η συζήτηση γύρω από την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ) επιστρέφει δυναμικά, καθώς πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή της το μέτρο εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις και να αναδεικνύει σοβαρά ζητήματα στο ελληνικό πανεπιστημιακό σύστημα, με χιλιάδες υποψηφίους εκτός ΑΕΙ και σημαντικό αριθμό κενών θέσεων κάθε χρόνο.
Το μέτρο, που θεσπίστηκε το 2021 με στόχο την αποτροπή εισαγωγής φοιτητών με πολύ χαμηλές επιδόσεις, εξακολουθεί να διχάζει την εκπαιδευτική κοινότητα. Από τη μία πλευρά, υποστηρίζεται ότι διασφαλίζει ένα ελάχιστο ακαδημαϊκό επίπεδο. Από την άλλη, επικριτές κάνουν λόγο για έναν οριζόντιο κόφτη που αποκλείει χιλιάδες νέους από την τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς να αντιμετωπίζει ουσιαστικά ζητήματα ποιότητας σπουδών.
Η φετινή διαδικασία των Πανελλαδικών επαναφέρει τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα του μέτρου και για το αν απαιτείται συνολική επανεξέταση της εφαρμογής του. Παράλληλα, τίθεται ζήτημα βιωσιμότητας πανεπιστημιακών τμημάτων και στελέχωσης κρίσιμων επαγγελμάτων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το παράδοξο των υψηλών βάσεων και των κενών θέσεων. Σε τμήματα όπως η Φυσική του ΕΚΠΑ, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος εισακτέος συγκέντρωσε πάνω από 14.000 μόρια, σημαντικό ποσοστό θέσεων έμεινε κενό.
Συνολικά, περίπου ένας στους τρεις υποψηφίους των ΓΕΛ μένει εκτός ΑΕΙ, ενώ στα ΕΠΑΛ το ποσοστό ξεπερνά το 50%, αναδεικνύοντας έναν μηχανισμό που αποκλείει σημαντικό αριθμό μαθητών παρά την ύπαρξη διαθέσιμων θέσεων.
Το μαθηματικό «κλειδί» της ΕΒΕ
Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής δεν είναι ένα σταθερό βαθμολογικό όριο, αλλά προκύπτει από έναν μαθηματικό υπολογισμό που βασίζεται στις επιδόσεις των υποψηφίων κάθε επιστημονικού πεδίου. Κάθε πανεπιστημιακό τμήμα επιλέγει συντελεστή από 0,8 έως 1,2, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τον μέσο όρο των βαθμολογιών, διαμορφώνοντας έτσι το ελάχιστο απαιτούμενο όριο εισαγωγής.
Καθώς το μέτρο συμπληρώνει πέντε χρόνια εφαρμογής, πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν επανεξέταση των συντελεστών. Εκπαιδευτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι το σημερινό κατώτατο όριο ενδέχεται να αποκλείει μεγάλο αριθμό υποψηφίων, παρά την ύπαρξη διαθέσιμων θέσεων.
Παράλληλα, υπενθυμίζουν ότι κατά τη φάση της διαβούλευσης είχε εξεταστεί χαμηλότερος ελάχιστος συντελεστής, ο οποίος, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, θα μπορούσε να διασφαλίζει ένα βασικό ακαδημαϊκό επίπεδο χωρίς να οδηγεί σε τόσο μεγάλο αριθμό κενών θέσεων στα πανεπιστήμια.
Οι κενές θέσεις που διευρύνονται χρόνο με τον χρόνο
Τα στοιχεία των τελευταίων ετών αναδεικνύουν μια σταθερή τάση υποστελέχωσης πανεπιστημιακών τμημάτων, καθώς περισσότερες από 10.000 θέσεις στα ΑΕΙ μένουν κάθε χρόνο ακάλυπτες λόγω της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής.
Το φαινόμενο δεν αφορά πλέον μόνο τμήματα της περιφέρειας ή σχολές με περιορισμένη ζήτηση, αλλά επεκτείνεται και σε μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα στα Τμήματα Φυσικής, όπου οι κενές θέσεις καταγράφονται σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά.
Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καλύφθηκαν μόλις 68 από τις 167 διαθέσιμες θέσεις, ενώ στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης οι εισακτέοι ήταν 45 σε σύνολο 144 θέσεων. Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάστηκε στα Πανεπιστήμια Ιωαννίνων και Πατρών, όπου οι εισακτέοι δεν ξεπέρασαν τους μισούς των προβλεπόμενων θέσεων. Ακόμη πιο έντονο ήταν το πρόβλημα σε Καβάλα, Λαμία και Ηράκλειο, όπου οι εγγραφές περιορίστηκαν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Συνολικά, από περίπου 1.030 διαθέσιμες θέσεις στα Τμήματα Φυσικής πανελλαδικά, καλύφθηκαν μόλις 346, με τις κενές θέσεις να φτάνουν τις 684, ποσοστό που αγγίζει το 70% και αποτυπώνει το μέγεθος του προβληματισμού που έχει δημιουργήσει η εφαρμογή της ΕΒΕ.
Οι αλλαγές που έφερε η ΕΒΕ στον χάρτη των σχολών
Πέρα από τον αριθμό των υποψηφίων που μένουν εκτός πανεπιστημίων, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής φαίνεται να έχει προκαλέσει και μια σειρά από έμμεσες επιπτώσεις στον τρόπο πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μετακίνηση υποψηφίων προς επιστημονικά πεδία με χαμηλότερους μέσους όρους επιδόσεων, καθώς οι προϋποθέσεις εισαγωγής διαμορφώνονται διαφορετικά από πεδίο σε πεδίο.
Παράλληλα, αρκετά πανεπιστημιακά τμήματα έχουν ενταχθεί σε περισσότερα επιστημονικά πεδία, με στόχο να διευρύνουν τη δεξαμενή των υποψηφίων που μπορούν να τα δηλώσουν στο μηχανογραφικό τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση τμημάτων θετικών επιστημών, τα οποία απέκτησαν πρόσβαση από επιπλέον πεδία προκειμένου να περιοριστούν οι μεγάλες απώλειες εισακτέων και οι κενές θέσεις.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και σε στρατιωτικές σχολές, όπου οι αλλαγές στα πεδία πρόσβασης κρίθηκαν αναγκαίες λόγω της μειωμένης κάλυψης των διαθέσιμων θέσεων. Η διεύρυνση αυτή αυξάνει σημαντικά τον αριθμό των υποψηφίων που μπορούν να διεκδικήσουν μια θέση, ενώ παράλληλα επηρεάζει και τον τρόπο υπολογισμού της ΕΒΕ.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν πυροδοτήσει προβληματισμό για το κατά πόσο αντιμετωπίζονται οι αιτίες του προβλήματος ή απλώς προσαρμόζεται το σύστημα στις συνέπειες που έχει δημιουργήσει η εφαρμογή του μέτρου.
Στο μικροσκόπιο η επόμενη μέρα της ΕΒΕ
Οι συνέπειες της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στα περιφερειακά πανεπιστήμια, όπου αρκετά τμήματα καλούνται να λειτουργήσουν με ελάχιστους πρωτοετείς φοιτητές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εισακτέοι δεν ξεπερνούν τους 10 ή 15, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα τόσο για την ακαδημαϊκή λειτουργία όσο και για την οικονομική βιωσιμότητα των τμημάτων, τα οποία εξακολουθούν να έχουν πλήρεις εκπαιδευτικές και διοικητικές ανάγκες.
Πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή της, η ΕΒΕ παραμένει ένα από τα πιο συζητημένα μέτρα στην ανώτατη εκπαίδευση. Αν και πέτυχε τον αρχικό στόχο του περιορισμού εισαγωγής υποψηφίων με πολύ χαμηλές επιδόσεις, συνοδεύτηκε από σημαντικές παρενέργειες, όπως οι χιλιάδες κενές θέσεις, οι δυσκολίες στελέχωσης ορισμένων σχολών και οι πιέσεις που δέχονται πανεπιστημιακά τμήματα σε όλη τη χώρα.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν το μέτρο πρέπει να διατηρηθεί ως έχει ή να επανασχεδιαστεί, ώστε να επιτευχθεί καλύτερη ισορροπία μεταξύ ακαδημαϊκών κριτηρίων και πραγματικών αναγκών της εκπαίδευσης.